Κωστής Σταυρουλάκης – Η ποίηση του Μιχάλη Πατεράκη

«Συνοδεία των ανέμων, σελίδες», Εκδόσεις Ραδάμανθυς, 2025

Από το τεύχος 15 του περιοδικού «Ραδάμανθυς»

Στον Λασιθιώτη ποιητή Μιχάλη Πατεράκη (1956-2025), η λέξη «ποιητής» λαμβάνει την μέγιστή της σημασία. Όχι μόνο γιατί «η ποίηση του ξεφεύγει από όσα έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα και – θα τολμήσω να το αναφέρω – «συνομιλεί» με τους μεγάλους μας ποιητές», όπως αναφέρει στο επίμετρο του βιβλίου η κα Μαρία Βουζουνεράκη, αλλά και γιατί δύσκολα θα συναντήσετε ένα βιβλίο ζωής, ολάκερης ζωής, από την αρχή ως το τέλος. Ίσως να πρέπει να προχωρήσω ακόμα παραπέρα, καθώς όχι μόνο καταγράφεται μια ολόκληρη ζωή, μα καταγράφεται και η ουσία της ζωής αυτής: Οι μνήμες, η ευωδιά της αγάπης, η οικογένεια, η απώλεια -συνοδεία της πτώσης-, η στήριξη, η αναζήτηση της ελπίδας, η ποίηση, η επιστροφή στο φως…

Συνεπώς αν σε τούτο το βιβλίο καταγράφονται τα ουσιώδη μιας ολόκληρης ζωής, αν τούτο το βιβλίο χαρακτηρίζεται από μια ποιητική αρτιότητα, τότε εξηγείται γιατί στην ανάγνωσή του ακούμε διαπεραστικούς ήχους και γιατί μας κατακλύζουν απόκοσμες μυρωδιές, σαν τις σελίδες του γυρνάμε..

Ο ποιητής δηλώνει εξ αρχής την ταυτότητα του στο ποίημα «Ποιος εγώ»:

Ακροβατώ σε σκοινί τεντωμένο. Αιωρούμαι σε βάραθρο σκοτεινό.

Στην κυριολεξία, ανάμεσα και στην ανάσα των στίχων.

Ζυμωμένος με πέτρα. Σταγόνες βροχής και πηλό.

Μ’ ανασεμιά αγέρα βουνήσιου. Με το βλέμμα στραμμένο

στο γαλάζιο βαθύ του πελάγου το ανέγγιχτο (…)

και στο προοίμιο του βιβλίου:

Ζώντας σε πολιτείες πολύβουες, λίγο, απ’ τη χαμένη μας νιότη,

ζητάμε να βρούμε…. Ανοχύρωτες πόλεις κι εμείς…

Όσο για την ποιητική του συλλογή αναφέρει, επίσης στο προοίμιο:

Συνοδεία των ανέμων, σελίδες… Μ’ ευωδιά δειλινού ποτισμένες,

και δάκρυ, σαν σταγόνες βροχής θε να ‘ρθούνε σαν λύτρωση…

Ο Μιχάλης Πατεράκης έζησε την αγάπη, με όλα τα αρώματα που απαιτούνται για να κινηθεί η πένα ενός ποιητή. «Στην Βάσω της καρδιάς του» έζησε την αγάπη και μας την συστήνει με καταγεγραμμένα συναισθήματα σε πλήθος των ποιημάτων του:

Στο ποίημα «Εδώ που σ’ αγάπησα»:

Δέντρο εγώ, χώμα εσύ και νερό που με τρέφεις (…)

Να είσαι δέντρο εσύ, χώμα εγώ να σε τρέφω (…)»

Στο ποίημα «Ώρες προσμονής» :

Λιμάνι ασάλευτο εγώ. Πλοίο που χάνεται ΕΣΥ.

Στάχυ τρεμάμενο εγώ. Πνοή τ’ ανέμου ΕΣΥ.

Χιλιάδες σελίδες το βλέμμα σου κι εγώ μονάχα μια λέξη.

Στο ποίημα «Το χαμόγελό σου» :

Δροσιάς ανάσα το χαμόγελο σου

Σε καλοκαίρι αυγουστιάτικό, καυτό (…)

Η άνευ όρων παράδοση στο συναίσθημα ταιριάζει απόλυτα στην ποίηση του.

«Εσύ»:

Βυθίζομαι μες το γκρεμό σου δίχως φόβο.

Δεν θέλω από κάπου να πιαστώ.

Αφήνομαι σε ποτάμι να κυλήσω βαθύ.

Μονάχος μου προορισμός, εσύ.

Θάλασσά μου, εσύ. Τρικυμία μου, εσύ.

Πέλαγο βαθύ των ματιών σου. Εσύ.

Στο ποίημα «Ο ερχομός σου» αναφέρει:

Προμήνυμα ανοιξιάτικης μέρας το χαμόγελο σου.

(…) Ρούχο ζεστό η ματιά σου(…)

Αιώνες κλεισμένοι στο βαθύ φιλί σου, εκεί, όπου σε ζώ.

Και κλείνει ο συγγραφέας την ωδή στην αγάπη, με την κοινή προσπάθεια στους πρώτους στίχους των ποιημάτων «Γέννηση» και «Με το βλέμμα πίσω» :

Κινήσαμε κι οι δύο για τ’ ανηφόρι χέρι με χέρι.

Χωρούσα στη μια σου παλάμη στίχος μικρός στις σελίδες σου.

(…)

Ήταν εκείνο τ’ αγιόκλημα, που στόλιζε το δειλινό τα μαλλιά σου.

Χτίζαμε κάτω απ’ τα φύλλα του τότε τα όνειρά μας.

(…) Τώρα ξέρω, το ξέρεις κι εσύ,

γιατί φυτέψαμε ένα αγιόκλημα στον κήπο μας (…)

Ακολουθεί η απώλεια. Η παρουσίαση της είναι συγκλονιστική, όπως αρμόζει στα αληθινά και ειλικρινή συναισθήματα. Η Βάσω αφήνει την τελευταία της πνοή το 2023 στην αρχή μιας άνοιξης που μετατράπηκε βίαια σε χειμώνα ή,- όπως αναφέρει ο ποιητής-, «Κόπηκε η Άνοιξη στα δυο μήνας Μάρτης, σαν χάθηκες[1]» . Πλέον έχουν χαθεί τα πάντα. Αδυνατεί στην φάση αυτή να διαχειριστεί τον πόνο και μοναδικό του στήριγμα, μοναδική ελπίδα, οι δικοί του άνθρωποι και τα παιδιά του. Αλήθεια πως μπορούσε να περιγράψει τι ακριβώς ένιωθε, αν δεν υπήρχε το λιμάνι της ψυχής δηλαδή αν δεν υπήρχε η ποίηση;

Απρόσμενη μπόρα

Πώς να μιλήσω; Γύρω μου πέτρινο τείχος.

Χλωμά πρόσωπα, απρόσιτα.

Μυρωδιά ιωδίου και φορμόλης

σε κρύες αίθουσες χειρουργείου, αφιλόξενες.

Πώς να μ’ ακούσεις;

(..) Οι λέξεις, περιστέρια νεκρά χωρίς την πνοή τους.

Κι ήθελα, αλήθεια, τόσα να σου πω για το φεγγάρι.

Πώς να μιλήσω; Δεν θα μ’ ακούσεις.

(..) Απρόσμενη μπόρα.

Σαν έφυγες

Απόγευμα, ζύγωνε η νύχτα.

Φόρεσε η μέρα το βλέμμα σου στο φευγιό της.

Έγειρε αθόρυβα στου ήλιου την αγκαλιά να ξαποστάσει.

Έκλεισε τα μάτια βαθιά, να σφαλίξει το γέλιο σου.

(..) Δεν ήσουν δική μας απόψε

δεν θα ‘σαι δική μας μόνο, ποτέ ξανά.

‘Έγινες άστρο, φεγγάρι ολόγιομο,

να φωτίζεις τις νύχτες μας. Εκεί ψηλά, σαν είχες φύγει…

Ο ποιητής συνεχίζει να παρουσιάζει το πόνο της απώλειας σε όλες του τις διαστάσεις:

Κι αν τη φωνάξεις με τ’ όνομα της δεν θα σ’ ακούσει ποτέ.

Γιατί σε χώρα μακρινή, τ’ ονείρου, ζει.

(..) Τι κι αν φωνάξεις; Δε θα σ’ ακούσει ποτέ.

Μονάχα η σιωπή σε βαραίνει.[2]

[~~~]

(..) Δεν ήταν που χάσαμε το δρόμο για την Ιθάκη.

Ήταν που η Ιθάκη δεν θα υπάρξει για μας πια.[3]

[~~~]

(..) Αναδύεσαι, χάνεσαι, στον αχό των κυμάτων.

Στις διπλωμένες τέντες, σε καφενεία κλειστά

απ’ την αλμύρα δαρμένα. Έρημη βάρκα σ’ ακρογιαλιά

κι ένα αβέβαιο πέταγμα γλάρου λευκού, να σε θυμίζουν.[4]

Ξέρετε η απώλεια, έχει άρωμα και ο ποιητής το γνωρίζει:

(..) Να μην χαθεί ούτε σταγόνα απ’ το άρωμα σου.

(..) Σ’ ακολουθώ, ένα βήμα μπροστά μου εσύ,

ξοπίσω εγώ, να σ’ ανασαίνω. [5]

[~~~]

(..) Τι όμορφο που σ’ ανασαίνω μες τη βροχή !

Φτάνει που υπήρξες, φτάνει που υπάρχεις, εκεί,

στο μονοπάτι για τ’ αστέρι της νύχτας.

Ανεβαίνεις αργά, σκορπώντας αρώματα γεφυρώνεις το χάος.

Μη με ξεχνάς και πίσω φέρνε με.

Η προσμονή σου βάλσαμο ψυχής, ανάσα αγέρα.[6]

Την απώλεια ακολουθούν, οι απέλπιδες προσπάθειες ανάκαμψης. «Έρχεται κάποτε η ώρα των απολογισμών» αναφέρει ο ποιητής στο ποίημα «Έλα μαζί μου, με φόρεμα άλλο». Νιώθει ν΄ ατενίζει τον ήλιο ξανά όμως απαιτείται υπεράνθρωπη προσπάθεια, και χωρίς την βοήθεια των ανθρώπων που τον αγαπούν και τον περιβάλλουν θα ήταν ακατόρθωτη.

          Αφιερωμένο στην Μαρία, το «Ανέμου Πνοή»:

(…) Χτυπάς τη πόρτα δειλά, «σήκω» μου λες.

«Πάμε μια βόλτα στο φως»

Δεν αντέχω το φως, θα σου πω, κάνει κρύο.

(…) «Κοίταξε με» μου λες,

(…) Σ’ ακολουθώ, κάνω δύο βήματα εγώ

κι ένα εσύ να σε προφτάσω.

Πνοή μου δίνεις, ανάσα, δρόμους μου ανοίγεις για να διαβώ.

Σ’ ευχαριστώ.

          Αμέσως μετά, αφιερωμένο στα παιδιά του το «Μπορείς»:

Κι όμως μπορείς.

(…) Μ’ ευωδιές και μ’ αρώματα σπέρνοντας

τ’ ουρανού τα περιβόλια ν’ ανθίσουν (…)

          Ο ίδιος στο «Μετέωρος άνθρωπος» αναφέρει:

«Άσε την σπίθα της ψυχής φωτιά να γίνει, ασίγαστη φλόγα.

Με μανιασμένο φύσημα αγέρα μέσα σου πυρκαγιά ν’ απλώσει.

(…) Πάλεψε την πόλη να σώσεις απ’ τη βουή.

(…) Άπλωσε το χέρι στον διπλανό σου. Βγες στους δρόμους ξανά (…)

Λίγες σταγόνες νερού μες τις φούχτες σου καθαρό, μιαν ελπίδα.

Ακολουθεί λίγα ποιήματα μετά «Η ανάσα των στίχων, όπου ο ποιητής γράφει:

(…) Τυφλός ήσουν, σαν δεν μπορούσες

να διακρίνεις στο χάραμα,

τις χρυσές ανταύγειες στις ρώγες των σταφυλιών

στο φεύγα τ΄ Αυγούστου.

Το κοφτό των χελιδονιών ψαλίδισμα,

που έκοβαν σε κομμάτια την σιωπή του ανέμου.

Το πρόσωπο της μέρας, φρεσκοπλυμένο στο ανοικτό παράθυρο.

Τυφλός ήσουν. Άσε τον ήλιο στην καρδιά σου να κρυφτεί,

τους ποιητές μην αρνηθείς, (…)

Βάλσαμο ο λόγος τους στην ψυχή σου.

Μιχάλης Πατεράκης – Συνοδειά των ανέμων, σελίδες

Ο Μιχάλης Πατεράκης, κλείνει με ένα ποίημα αφιερωμένο στον ίδιο τον εαυτό του, με τίτλο, «Έμεινες Όρθιος», ένας τίτλος ίσος με χίλιες λέξεις. ΖΩΗ ΞΑΝΑ ΛΟΙΠΟΝ! Ζωή όμως με γνώση των συνθηκών. Ζωή ξανά, ακουμπώντας συχνά, όχι πυκνά, τις πληγές, για να θυμηθεί τον πόνο, κι αμέσως μετά το βλέμμα μπροστά, το βλέμμα στο ήλιο. Στο ομώνυμο κεφάλαιο «Ζωή ξανά» γράφει:

Υπόσχεση

(…) Θα μείνω εδώ, στα δύσβατα μονοπάτια της λεύτερης ψυχής μου

να γκρεμίζομαι, να ματώνω, ν΄ αντιστέκομαι, να ορθώνομαι,

ν’ ατενίζω τον ήλιο.

(…) Ανοίγοντας τα παράθυρα σαν άλλοτε διάπλατα,

τότε που ερχόσουν σαν χάδι, με βήματα ανάλαφρα (…)

Σε διαδρομές άλλες

 Ψυχή μου. (..) έμαθες να υπομένεις στην μέρα,

χαράζοντας νέα πορεία στον χάρτη.

(…) Έμαθες αψηφώντας τον άνεμο και την μπόρα,

τείχος βαρύ επιβλητικό να υψώνεις στη μοναξιά σου(..)

Έμαθες, (…) να μαζεύεις τα ψίχουλα απ’ το τραπέζι των χορτασμένων

για τα πουλιά.

(…) Έμαθες με το δάκρυ σου, σταγόνα ακριβή, άγονη γη να δροσίζεις.

(…) Έμαθες, στη μέρα να ζεις…

Ο Μιχάλης Πατεράκης στον επίλογο της συλλογής του, απονέμει τα δέοντα στην ποίηση, σε αυτό το «άνθος γιασεμιού το λευκό»:

Ζωή ξανά.

Στην αχλή της καινούργιας μέρας,

ορθώσαμε το ανάστημά μας στην οσμή του θανάτου.

Ανοίξαμε τα παλιά μας βιβλία, με την ίδια απορία σαν άλλοτε (…)

Συλλαβίσαμε λέξεις καινούργιες, άγνωστες,

Θα-λα-σ-σα, ου-ρα-νός, α-πε-ρα-ντο-σύ-νη,

και χτίσαμε τ’ όνειρο μας, ξανά,

σε μυρωμένους κήπους της Άνοιξης.

(…) Ω, ποίηση !

Εσύ, σε πρωταντίκρισα σαν άνθος γιασεμιού λευκό

σε γέλιο κοριτσιού στην απαρχή τ’ ονείρου (…)

Κι όμως…

Ο Μιχάλης Πατεράκης, ακόμα και αν νίκησε τους δαίμονες, άφησε την τελευταία του πνοή, δύο χρόνια μετά την απώλεια της αγαπημένης του Βάσως, αφήνοντας την μοναδική ποιητική του συλλογή «Συνοδεία των ανέμων, σελίδες» ως παρακαταθήκη στους ποιητές εκείνους που θέλουν να ξέρουν τι σημαίνουν 123 σελίδες να χωρούν μια ολόκληρη ζωή. Αυτή είναι η ποίηση, φίλε αναγνώστη.


[1] «Εποχές χαμένες» σελ. 34

[2] Απόσπασμα από το ποίημα «Χαρμολύπη» Σελ. 32

[3] Απόσπασμα από το ποίημα «Η απουσία» Σελ.33

[4] Απόσπασμα από το ποίημα «Πέταγμα γλάρου» Σελ. 38

[5] Απόσπασμα από το ποίημα «Τις νύχτες σε ζω» Σελ. 39

[6] Απόσπασμα από το ποίημα «Μη με ξεχνάς» Σελ. 42

Σχολιάστε