Από το τεύχος 15 του περιοδικού Ραδάμανθυς


Είναι Μάρτης ξανά. Και εγώ, όσοι ακόμα και να με βρουν πάνω στη γη, ποτέ δεν θα είμαι προετοιμασμένη να γράψω κάτι για εσένα, για τον Μιχάλη της προσφοράς, τον ξεχωριστό, τον Μιχάλη όλων μας. Στο μυαλό μου στριφογυρίζει η ίδια ερώτηση: «…θα μπορέσεις να γράψεις κάτι;», μόνο που τώρα διαφέρει. Τότε, αρχές του μήνα ήταν, θυμάμαι, μου το είχες ζητήσει εσύ, τώρα ο εκδότης σου.
Γιατί εσύ δεν είσαι εδώ! Γιατί κάποιος επέλεξε η ζωή να συνεχίσει χωρίς εσένα. Γιατί το δικό σου αποτύπωμα έπρεπε να ορισθεί με αυτό τον τρόπο!
Ετοιμάζαμε το βιβλίο σου και ήσουν κάτι παραπάνω από ενθουσιασμένος. Και λίγο πριν την επίσημη κυκλοφορία του, κανείς μας δεν μπορούσε να κατευνάσει τον ενθουσιασμό σου. Έγραφα λοιπόν τότε, σε εκείνο το σημείωμα, πως μεγαλώσαμε στα ίδια χώματα, πως εσύ, όπως ήταν αναμενόμενο, έτρεξες γρηγορότερα από εμένα, πως η ζωή ξέρει καλύτερα και άλλα τέτοια. Τώρα έχω μεγάλο θυμό, της κρατάω μούτρα! Μπορεί να συνεχίζω να μεγαλώνω, μα αδυνατώ να καταλάβω γιατί έπρεπε όλα να γίνουν έτσι ή αλλιώς ή όπως Εκείνη ήθελε. Αν με ρωτούσες, θα σου απαντούσα πως είμαι «καλά». Θα ήθελα, όμως, να ξέρεις πως έξω όλα είναι διαφορετικά. Πως η κοινωνία μας κατεβαίνει ένα σκαλί καθημερινά. Πως η ανθρωπότητα βιώνει κάτι πρωτόγνωρο, ξανά. Σε πλήγωναν αυτά, θυμάμαι, μα εγώ θέλω να τα μοιραστώ μαζί σου.
Θα ήθελα ακόμα να ξέρεις πως εμείς εδώ, όλοι εμείς, ετοιμάζουμε κάτι για σένα, χωρίς εσένα. Κάτι πρωτόγνωρο για εμένα αυτή τη φορά, αφού το σώμα σου, το χέρι σου, δεν θα είναι εκεί να υπογράψει τα βιβλία σου. Αφού δεν θα μπορέσω να δω τη λάμψη στα μάτια σου. Τη χαρά σου, σαν τα παιδιά, γιατί αυτή την καρδιά είχες, Μιχάλη μου, και αυτήν μας την άφησες παρακαταθήκη. Και πως ακόμα έχουμε και άλλα σχέδια για σένα, για τις λέξεις σου, για αυτές που δεν πρόλαβες να καμαρώσεις να μεσουρανούν, αφού ένα κρύο δωμάτιο νοσοκομείου σε κράτησε εντελώς ξαφνικά κοντά του, μέχρι το τέλος.
Θα σου ζητήσω, ξέρεις πως ποτέ δεν ζητούσα, να μας οπλίσεις με δύναμη για όλα όσα θα ακολουθήσουν. Να μας προσέχεις και να ακολουθείς τα βήματά μας. Τώρα μπορείς να το κάνεις, αφού από κει ψηλά, έτσι όπως ταξιδεύεις, όπως έγραψε κάποια στιγμή και ο εκδότης σου, η αγκαλιά σου μπορεί να μας χωρέσει όλους. Και να μας βοηθήσεις να επιτύχουμε τον σκοπό μας, Μιχάλη! Να είμαστε όλοι καλά και εδώ, για να μπορέσουμε να κάνουμε εμείς πραγματικότητα την επίσημη πρώτη του βιβλίου σου αντί για σένα. Ίσως εκεί, δίπλα στη θάλασσα που τόσο πολύ αγαπούσες…
– Εδώ που σ’ αγάπησα –
Μιχάλης Πατεράκης
Στη Βάσω της καρδιάς μου
Μου έλεγες πάντα
«ψηλά να πετάς, σαν αητός»
Άπλωσε τα μεγάλα φτερά σου
να μου κρύψεις τον ήλιο,
να με δροσίσεις.
Σου είπα δεν έχω φτερά,
δέντρο είμαι,
έλα στον ίσκιο μου να πλαγιάσεις.
Δέντρο εγώ, χώμα εσύ
και νερό που με τρέφεις.
Ήταν η γη μας,
εδώ που σ΄ αγάπησα.
Ήλιοι, βροχές, καλοκαίρια, χειμώνες
όλα εσύ, όλα οι δυο μας.
Ήθελες άξαφνα φτερά να βγάλεις,
για να χαθείς.
«Δεν αντέχω» μου είπες, «σκουριάζω».
Έλα μαζί μου, ψηλά να χαθούμε
δέντρο εγώ,
ήρθε η ώρα φτερά να βγάλω για να σε βρω.
Σ’ άλλη γη να ριζώσουμε.
Να είσαι δέντρο εσύ,
χώμα εγώ, να σε τρέφω.
Πάλι μαζί.
