Όταν το απαρτχάιντ βαφτίζεται “στρατηγική συμμαχία”

Γράφει ο Χρήστος Τσαντής

Ο ισχυρισμός της κυβέρνησης του Benjamin Netanyahu περί «νόμιμου ναυτικού αποκλεισμού» της Γάζας δεν αντέχει σε σοβαρή νομική εξέταση. Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο είναι σαφές:

-Η συλλογική τιμωρία απαγορεύεται (Άρθρο 33 της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης).

-Η πείνα ως μέθοδος πολέμου απαγορεύεται ρητά (Πρόσθετο Πρωτόκολλο Ι, Άρθρο 54).

-Η παρεμπόδιση ανθρωπιστικής βοήθειας συνιστά παραβίαση διεθνούς δικαίου.

Ένας αποκλεισμός μπορεί να θεωρηθεί νόμιμος μόνο εφόσον: είναι στρατιωτικά αναγκαίος, είναι αναλογικός, και εάν δεν πλήττει δυσανάλογα τον άμαχο πληθυσμό. Στη Γάζα δεν ισχύει τίποτα από αυτά. Όταν ένας αποκλεισμός οδηγεί: σε λιμό, σε κατάρρευση νοσοκομείων και όλων των υποδομών που αφορούν τη ζωή των ανθρώπων, καθώς και σε μαζικούς θανάτους αμάχων, τότε δεν είναι «αποκλεισμός». Είναι μία καλά οργανωμένη μέθοδος εξόντωσης και εθνοκάθαρσης. Όταν η πείνα βαφτίζεται «άμυνα», όταν η κατοχή βαφτίζεται «ασφάλεια», και η πειρατεία βαφτίζεται «επιβολή της τάξης», τότε δεν μιλάμε για διεθνή τάξη και Δίκαιο, αλλά για την πλήρη κατάρρευσή τους.

Η νομική βάση της ρητορικής των υποστηρικτών της κυβέρνησης Netanyahu καταρρέει πλήρως όταν ληφθεί υπόψη ότι η Παλαιστίνη είναι ζώνη κατοχής από το Ισραήλ, όπως τεκμηριώνεται μέσα από τις αποφάσεις του ΟΗΕ.* Η έννοια της «αυτοάμυνας» λοιπόν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από μια δύναμη κατοχής απέναντι στον πληθυσμό που τελεί υπό τον έλεγχό της. Κάτι τέτοιο, έχει την ίδια αξία με τη ρητορική των ανακοινώσεων των ΕΣ-ΕΣ κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα και αλλού, που δικαιολογούσε τα φρικιαστικά τους εγκλήματα με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα που σήμερα χρησιμοποιούν οι υποστηρικτές  της κυβέρνησης Netanyahu.

Αυτό που εφαρμόζεται δεν είναι άμυνα, ούτε καν μία συμμετρική σύγκρουση, είναι καθεστώς κατοχής με χαρακτηριστικά απαρτχάιντ, όπως έχει επισημανθεί από διεθνείς οργανισμούς, από πολλές ξένες κυβερνήσεις και από πλήθος νομικών αναλύσεων. Ποια «ασφάλεια» επιτυγχάνεται με τη δολοφονία αμάχων, με την καταστροφή νοσοκομείων, με τη δολοφονία δημοσιογράφων, με τη μετατροπή της πείνας σε όπλο; Όταν στρατιώτες εκπαιδεύονται να αντιμετωπίζουν έναν ολόκληρο πληθυσμό ως «μη ανθρώπινο», δεν μιλάμε πλέον για πόλεμο. Μιλάμε για μια μορφή σύγχρονου απαρτχάιντ.

Από τις επιθέσεις των ισραηλινών δυνάμεων στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, στον Λίβανο, στη Συρία και στο Ιράν, η ίδια λογική επεκτείνεται: στρατιωτική ισχύς χωρίς όρια, και το διεθνές δίκαιο στα αζήτητα. Η πρόσφατη «πειρατεία» σε διεθνή ύδατα απέναντι σε αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας δεν είναι εξαίρεση. Είναι συνέχεια αυτής της πολιτικής.

Night attack on aid boats in Mediterranean

Η στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη

Η στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από διπλωματικές διατυπώσεις. Όταν αποδέχεσαι την πειρατεία σε βάρος ανθρωπιστικών αποστολών και την αρπαγή ακτιβιστών, όταν διατηρείς στρατηγικές και στρατιωτικές συνεργασίες, όταν αξιοποιείς τεχνολογίες επιτήρησης και υποκλοπών, όταν παρέχεις πολιτική κάλυψη, τότε δεν είσαι ουδέτερος. Είσαι μέρος της αλυσίδας.

Η μετατροπή της Ελλάδας σε «στρατηγικό βάθος» του ισραηλινού κράτους δεν είναι θεωρία, είναι πολιτική επιλογή. Και είναι μια επιλογή που αγγίζει τα όρια της εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας.

Η αναχαίτιση στολίσκων ανθρωπιστικής βοήθειας σε διεθνή ύδατα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί νομικά. Το δίκαιο της θάλασσας επιτρέπει παρεμβάσεις μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (π.χ. πειρατεία, δουλεμπόριο). Η μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας δεν ανήκει σε αυτές τις κατηγορίες. Άρα πρόκειται για παράνομη χρήση βίας εκτός εθνικής δικαιοδοσίας, και για επικίνδυνο προηγούμενο διεθνούς αυθαιρεσίας, που καταπατά κάθε αρχή.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να δικαιολογήσει τη στρατηγική της σύμπλευση με το Ισραήλ με ένα γνώριμο επιχείρημα: την αντιπαράθεση με την Τουρκία. Όμως αυτό το επιχείρημα είναι γεωπολιτικά έωλο. Οι σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας δεν καθορίζονται από μόνιμη αντιπαλότητα, αλλά από τακτικές εντάσεις που εξομαλύνονται στο πλαίσιο της συμμαχίας υπό τις ΗΠΑ, οι οποίες δεν έχουν κανένα συμφέρον να αφήσουν δύο κρίσιμους συμμάχους τους να συγκρουστούν ανεξέλεγκτα, ενώ διατηρούν διαχρονικά δίαυλους και με τις δύο πλευρές. Άρα η χώρα μας δεν αποκτά κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα, αλλά αντίθετα επενδύει σε μια ψευδαίσθηση γεωπολιτικής προστασίας. Μία πρακτική όμως που τη φέρνει απέναντι στους παραδοσιακούς μας συμμάχους στον Αραβικό κόσμο και στη Μέση Ανατολή και την καθιστά μέρος του προβλήματος.

Εδώ αναδεικνύεται μια ακόμη, και βαθύτερη, αντίφαση. Η Ελλάδα καταγγέλλει την τουρκική κατοχή στην Κύπρο, ταυτόχρονα όμως, ευθυγραμμίζεται με ένα κράτος που διατηρεί, σύμφωνα με αποφάσεις του ΟΗΕ, καθεστώς κατοχής σε παλαιστινιακά εδάφη και προβαίνει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις σε γειτονικές χώρες. Αυτή η στάση υπονομεύει το ηθικό και νομικό επιχείρημα της ελληνικής διπλωματίας και προσφέρει στην Τουρκία ένα έτοιμο αντεπιχείρημα: «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Με απλά λόγια η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη πυροβολεί τα πόδια της ελληνικής διπλωματίας.

Αυτό που διαμορφώνεται σήμερα στη σχέση Ελλάδας-Ισραήλ δεν είναι ισότιμη συνεργασία. Είναι μια σταδιακή μετατροπή της χώρας σε «στρατηγικό βάθος» και σε «ενδοχώρα» επιχειρησιακής διευκόλυνσης της επεκτατικής στρατηγικής της κυβέρνησης Netanyahu. Η πρόσφατη εξέλιξη με την επίθεση στο στολίσκο ανοιχτά της Κρήτης, θέτει πλέον και ζητήματα εθνικής κυριαρχίας.

Και μια που μιλάμε για την Κρήτη, υπάρχει ζήτημα και με τη στάση των τοπικών παραγόντων της περιοχής. Η σιωπή εδώ δεν είναι χρυσός και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, όπως και οι φορείς του νησιού πρέπει να πάρουν θέση. Στην Κρήτη υπάρχει και ένας ακόμη λόγος να ακούσουμε τη στάση των τοπικών φορέων, καθώς με τη χρήση της βάσης της Σούδας, το νησί βρίσκεται στο στόχαστρο και είναι εκτεθειμένο σε πολύ σοβαρούς κινδύνους. Όσο για τα επιχειρήματα περί ασφάλειας που προσφέρει η αμερικανική βάση της Σούδας, ας δει κανείς πόση βοήθεια έδωσαν οι βάσεις των ΗΠΑ στις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Οι επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι ολέθριες: Αποδυναμώνουν τη χώρα και την αξιοπιστία της ως φορέα διεθνούς δικαίου, ενισχύουν τη δυσπιστία από πολλές χώρες που καταδικάζουν την ανθρωπιστική καταστροφή στη Γάζα, ενώ ταυτόχρονα, περιορίζουν τα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών σε μια ήδη εύθραυστη περιοχή.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από διπλωματικές ισορροπίες: είτε θα υπερασπιστεί συνεκτικά το διεθνές δίκαιο, σε όλα τα πεδία και χωρίς αστερίσκους, είτε θα αποδεχθεί ότι το επικαλείται επιλεκτικά, με όποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτό για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι γεωπολιτικό. Είναι βαθιά πολιτικό και ιστορικό: η χώρα μας θα είναι μέρος της λύσης ή μέρος του προβλήματος;

*Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει τη Δυτική Όχθη (συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ) και τη Λωρίδα της Γάζας ως κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, ιδιαίτερα μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Συγκεκριμένα: Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με αποφάσεις όπως η 242 (1967) και η 338 (1973) ζητά την αποχώρηση του Ισραήλ από εδάφη που κατέλαβε στον πόλεμο. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και διεθνή δικαστήρια έχουν επανειλημμένα χρησιμοποιήσει τον όρο «κατοχή». Το 2004, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έκρινε ότι το τείχος που κατασκευάζει το Ισραήλ στη Δυτική Όχθη παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και αναφέρθηκε ρητά σε «κατεχόμενο παλαιστινιακό έδαφος».

Χρήστος Τσαντής

Χρήστος Τσαντής – Δεδομένος σύμμαχος

Σχολιάστε