Γράφει η Ιωάννα Κατζούνη
Από το τεύχος 14 του περιοδικού «Ραδάμανθυς»
Όποιος έχει πει ότι ο χρόνος τα σβήνει όλα, έχει κάνει μεγάλο λάθος. Ο χρόνος δεν σβήνει τίποτα. Εμείς σβήνουμε. Εμείς ξεχνάμε. Και εμείς θυμόμαστε. Και το τι επιλέγουμε να κρατήσουμε και τι να αφήσουμε είναι που μας κάνουν αυτό που είμαστε. Καλό ή κακό, όμορφο ή άσχημο, ό,τι κι αν είναι. Γίνεται όμως να είμαστε μόνο καλοί και μόνο όμορφοι ή μόνο κακοί και άσχημοι; Κάποιοι συνωμοτούν στα δικά μου μάτια λέγοντας πως όλες οι αρετές πάνε πακέτο. Δε θέλω να υποδυθώ κάποιον «επαναστάτη χωρίς αιτία», αλλά μάλλον θα χρειαστεί να διαφωνήσω και πάλι… Όχι για κάποιον περίεργο, σοφιστικέ και ακαταλαβίστικο λόγο, αλλά γιατί απλώς έχω γνωρίσει έναν άνθρωπο που τα συνδυάζει όλα. Έναν άνθρωπο που σαν τον ήλιο σε φωτίζει, αν και κάποιες φορές μεταμορφώνεται σε «ήλιο με δόντια». Έναν άνθρωπο που είναι η ίδια η ζωή.
Μεγάλωσε σε μια μικρή γειτονιά και το ίδιο μικρές ήταν και οι απαιτήσεις της. Πάντα όμως πίστευε ότι άλλο πράγμα είναι οι απαιτήσεις και άλλο τα όνειρα. Το να έχεις πολλές απαιτήσεις, λέει, σε κάνει να φαίνεσαι μεγάλος, ενώ τα όνειρα σε κάνουν να είσαι. Έτσι, όνειρό της ήταν να πετύχει όλα όσα οι άλλοι θεωρούσαν απλά και ποτέ δεν κατάφερναν να κάνουν. Γιατί πάντα ήθελε να ξεχωρίζει. Αν ήταν πίνακας, θα ήταν ό,τι πιο χρωματιστό υπάρχει. Ανέμελες πινελιές δεξιά και αριστερά και στη μέση εκείνη, με τον απίστευτο δυναμισμό της. Αποφασιστική καθώς είναι, θα επέβαλε σίγουρα στο ζωγράφο τα χρώματα του πορτραίτου της. Κόκκινο για το πάθος της, γαλάζιο του ουρανού για την αιώνια ελπίδα της, κίτρινο γιατί μερικές φορές γίνεται ζηλιάρα, πράσινο γιατί λατρεύει τη φύση και φυσικά λευκό… Λευκό, γιατί τόσο αθώα ψυχή είναι αδύνατον κανείς να βρει όσο κι αν ψάξει.
Ξύπνησε σήμερα το πρωί (αμφιβάλλω, βέβαια, αν είχε κοιμηθεί και καθόλου το προηγούμενο βράδυ, καθώς με τον ύπνο δεν είναι και οι καλύτεροι φίλοι), έκανε την προσευχή της, όπως συνηθίζει κάθε μέρα πριν οι πατούσες της φωλιάσουν στις παντόφλες με τα σκυλάκια στο φόντο, και σηκώθηκε να πάει στον πόλεμο, που δεν ήταν και τόσο μακριά. Μέσα στον διάλογο-ρουτίνα που ακολουθεί μεταξύ εκείνης και του συζύγου της, τύπου: «Γιατί, βρε Γιάννη, έχεις πάλι τόσο δυνατά την τηλεόραση;» και «Τι να μαγειρέψω σήμερα για τα παιδιά;», αρχίζουν να περνούν απ’ το μυαλό της χίλιες μύριες σκέψεις. Σίγουρα πάντως δεν είναι αυτό που λέμε «δεύτερες σκέψεις». Είναι από τους ανθρώπους που δεν έχουν τέτοιες. Όχι γιατί είναι επιπόλαιη. Όχι, όχι, σε καμιά περίπτωση. Απλά είναι απόλυτα συμφιλιωμένη με τις επιλογές της. Αναγνωρίζει ποια είναι τα λάθη της, χωρίς φυσικά να το παραδεχτεί σε κανέναν, και ποια είναι τα σωστά μονοπάτια που αυτοβούλως ακολούθησε. Και κάπου εκεί αρχίζει ο εσωτερικός της μονόλογος. « Ίσως να μην έπρεπε να έχω παντρευτεί τόσο νωρίς, ίσως αν δεν είχα βιαστεί τόσο, τα πράγματα να ήταν εντελώς διαφορετικά. Μα, Θάλεια, τι ασυναρτησίες είναι αυτές επιτέλους;;; Μπορεί όντως η υπεύθυνη ζωή να ξεκίνησε για σένα κάπως νωρίς, αλλά όλα είναι όπως τα είχες ονειρευτεί. Όπως τα είχες σχεδιάσει και τότε που έπαιζες με τις κούκλες σου μικρή. Με τις κούκλες που μόνη σου είχες φτιάξει με πανιά και υφάσματα και άμμο. Τα παιδιά σου είναι καλοί και έντιμοι άνθρωποι και κανείς δεν έχει να πει κακό λόγο για την οικογένειά σου. Σύνελθε πια!». Και αφού τέλειωσε αυτή η εσωτερική αντάρα του μυαλού της, πέφτει με τα μούτρα στις δουλειές του σπιτιού.
Γρήγορα συνειδητοποιεί ότι έχει παραλείψει κάτι πολύ σημαντικό. Κάτι που τα ξεπερνάει όλα. Να πάρει τα παιδιά τηλέφωνο. Είναι όλοι τους καλά; Πώς ξύπνησαν; Μετά τα παιδιά, σειρά έχουν τα εγγόνια. Η χαρά της είναι να πει το πρώτο «Καλημέρα!» στη μικρή της φοιτήτρια, που όσο σκληρή κι αν φαίνεται εξωτερικά, τόσο «γυαλί» είναι εσωτερικά, και μάλιστα θρυμματισμένο. Το ξέρω ότι αυτό την στεναχωρεί, αλλά κάτι μου λέει ότι δε θα το πει ποτέ στη μικρή της, ή στο «αστεράκι» της, όπως τη φωνάζει. Μόλις βεβαιωθεί ότι όλα κυλάνε ρολόι, συνεχίζει τα πράγματα από εκεί που τα είχε αφήσει. Και είναι πάλι τόσα πολλά. Είναι πάντα τόσα πολλά. Και εκείνη ασταμάτητη όμως σαν τυφώνας. Ό,τι πιο γρήγορο έχω δει…
Σ’ ένα της μικρό διάλειμμα, κάθεται να παρακολουθήσει για λίγο τις ειδήσεις. Και πάντα αυτό το «λίγο» για εκείνη παραμένει λίγο. Ένα από τα πράγματα που δεν αντέχει αυτή η γυναίκα είναι να βλέπει τη δυστυχία και να μη μπορεί να κάνει τίποτα για να την αλλάξει. Βλέπει τους πολιτικούς να παρελαύνουν αδιάφορα από εκπομπή σε εκπομπή και να λένε οτιδήποτε μπορεί να κατεβάσει ο ανθρώπινος νους. Όμως εκείνη δε θέλει λόγια, θέλει πράξεις. Δε θέλει αδιαφορία, θέλει την αγάπη, γιατί ξέρει ότι το πρώτο είναι εύκολο ενώ το δεύτερο πονάει. Προτιμάει, λοιπόν, να πονέσει η ίδια παρά να πονούν οι άλλοι γύρω της. Κάθε μέρα, προσεύχεται στον φύλακα-άγγελό της, την Παναγία, για ένα καλύτερο σήμερα και ένα ακόμα καλύτερο αύριο. Ποτέ δε χάνει την πίστη της. Γι’ αυτό και πάντα κερδίζει.
Ετοιμάζει το μεσημεριανό και χάνεται στις φιλοσοφίες του συζύγου της για όσα έχει ζήσει. Ιστορίες που έχει ακούσει ξανά και ξανά. Αν της ζητούσες να τις διηγηθεί, θα τις έλεγε καλύτερα και απ’ τον ίδιο… Τις ξέρει απ’ έξω και ανακατωτά πια! Αν και συνέχεια του λέει πόσο βαριέται να τις ακούει, πιστεύω πως κατά βάθος της αρέσει. Ω ναι, σίγουρα της αρέσει…
Μετά το τέλος του φαγητού, μαζεύει βιαστικά τα πιάτα και τα πλένει απευθείας. Θα πέσει το απόγευμα στο κρεβάτι και θα χαζέψει στην τηλεόραση. Όντας άνθρωπος που του αρέσει η αλλαγή, δε θα μείνει ποτέ πολλή ώρα στο ίδιο κανάλι. Ό,τι είχαν να πούνε, το είπανε. Ό,τι είχε να ακούσει, το άκουσε. Κλείνει το χαζοκούτι και αποφασίζει να βάλει χαμηλόφωνα το ραδιόφωνο στον αγαπημένο της σταθμό. Πετυχαίνει ένα από τα αγαπημένα της τραγούδια! Την «Ανεμώνα» του Καζαντζίδη. Σιγοτραγουδάει και εκείνη:
«Στης καρδιάς μου τον χειμώνα
φύτρωσε μια ανεμώνα
η δική σου η αγάπη, η χρυσή.
Μα δεν πρόλαβε ν’ ανθίσει
και μαράθηκε πριν ζήσει
γιατί, κρίμα, δεν την πότισες κι εσύ.
Ποια αγάπη να πιστέψω
και σε ποια να εμπιστευτώ,
που φοβάμαι μήπως πάλι προδοθώ.
Ποιο λουλούδι να ποτίσω,
δίχως φόβο στην ψυχή
πως δε θα ’ρθει η στιγμή να μαραθεί.»
Το τραγούδι της θα κρατήσει ως τη νύχτα. Έλα όμως που τη νύχτα τη φοβάται. Είναι από τα λίγα πράγματα που τη φοβίζουν. Θα το ξεπεράσει, το ξέρει. Κι αν κάποια βράδια ξεχνάει ότι μπορεί, θυμάται να το ελπίζει.
Ίσως κάποιοι από εσάς να αναρωτιέστε πως είναι δυνατόν να γνωρίζω τόσα πολλά γι’ αυτήν τη γυναίκα. Εύστοχη απορία. Λοιπόν, είμαι λιγότερο λαμπερή από εκείνη, ποιος άλλωστε μπορεί να συγκριθεί με τον ήλιο…; Ξέρω όμως ότι είμαι το «αστεράκι» της και αυτό μου είναι παραπάνω από αρκετό. Μου είναι αρκετό να αγαπώ και να αγαπιέμαι τόσο πολύ από έναν άνθρωπο που σαν τον ήλιο σε φωτίζει, αν και κάποιες φορές μεταμορφώνεται σε «ήλιο με δόντια». Έναν άνθρωπο που είναι η ίδια η ζωή. Η ίδια η ζωή μου!
Ιωάννα Κατζούνη
