Μιχάλης Καρπαθάκης – «Καπετάν Σκοπελίτης»

Από το βιβλίο του Μιχάλη Καρπαθάκη «Θαλασσόλυκοι του Αιγαίου»

Μιχάλης Καρπαθάκης – Θαλασσόλυκοι του Αιγαίου

ΜΙΚΡΕΣ  ΚΥΚΛΑΔΕΣ

ΑΓΟΝΗ  ΓΡΑΜΜΗ

…Ένας άλλος  υπέροχος άνθρωπος, ένας καταξιωμένος θαλασσόλυκος, ο θρυλικός καπετάν Δημήτρης Σκοπελίτης. Γέννημα θρέμμα Αμοργιανός, παιδί της θάλασσας από τα γεννοφάσκια του. Δεν μπορούσε να γίνει τίποτε άλλο, εκτός από ψαράς. Πού να βρει όμως χρήματα για να αγοράσει τη δική του ψαρόβαρκα, όπως ονειρευόταν από μικρός;

Μόλις έκλεισε τα δεκαπέντε, μπαρκάρισε κι’ αυτός στα ποντοπόρα. Έμεινε λίγα χρόνια και μόλις απέκτησε κάποιο μικρό κομπόδεμα, επέστρεψε στο νησί και αγόρασε το πρώτο του ψαροκάικο, το θρυλικό ΠΑΝΟΡΜΙΤΗ. Ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Πρώτος από όλους έφευγε για ψάρεμα και επέστρεφε τελευταίος. Είδε πολύ νωρίς το πρόβλημα διάθεσης των ψαριών και είναι από τους πρώτους που με το ψαροκάικο του, κάθε φορά που είχε καλή ψαριά και δεν μπορούσε να τη διαθέσει επειδή δεν φάνηκε το πλοίο της άγονης γραμμής, αψηφώντας τους κακούς καιρούς και τη μανία της θάλασσας, πήγαινε μέχρι τη Νάξο και πουλούσε τα ψάρια του. Γνώριζε τους όρμους και τους κάβους, ήξερε πού και πότε έπρεπε να πάει να κρυφτεί για να αποφύγει το χοντρό κύμα. Τα κανόνιζε με τη θάλασσα λες και είχε κάνει κάποια κρυφή συμφωνία μαζί της. Είναι ο πρώτος που άρχισε να κάνει το δρομολόγιο μέχρι τη Νάξο, αρχικά για να πουλήσει τα ψάρια τα δικά του, αλλά και των άλλων ψαράδων των νησιών.

 Το 1958, τα Ελληνικά ταχυδρομεία, του πρότειναν να μεταφέρει το ταχυδρομείο από τη Νάξο στην Ηρακλειά – Σχοινούσα – Άνω Κουφονήσι – Δονούσα – Αμοργό και αντίστροφα, δύο φορές την εβδομάδα. Με μεγάλη χαρά το δέχτηκε ο καπετάνιος, μια και τις υπόλοιπες ημέρες μπορούσε να ψαρεύει όπως και πρώτα. Σε κάθε του ταξίδι έπαιρνε και όσους νησιώτες ήθελαν να πάνε στην Νάξο για δουλειές ή σε άλλα διπλανά νησιά για οποιοδήποτε λόγο. Φόρτωνε στον Πανορμίτη, εκτός από το ταχυδρομείο, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, εμπορεύματα, τρόφιμα, φάρμακα, σακιά τσιμέντο, σίδερα, οικοδομικά υλικά, οτιδήποτε χρειάζεται ένα μικρό χωριό για να ζήσει. Από αμοιβή; Όλοι οι νησιώτες εντελώς δωρεάν. «Μου αρκούν όσα μου δίνουν τα ταχυδρομεία», έλεγε σε όσους ήθελαν να τον πληρώσουν.

Κάποια μέρα που έπρεπε να κάνει το προκαθορισμένο του δρομολόγιο, ο καιρός ήταν πάρα πολύ άσχημος. Αποφάσισε να το αναβάλει για την επομένη το πρωί, που οι καιρικές συνθήκες θα ήταν καλύτερες. Σιγούρεψε με περισσότερα σχοινιά το καΐκι του και ξεκίνησε για τον καφενέ του λιμανιού, που λόγω της φουρτούνας ήταν γεμάτος από τους ψαράδες του νησιού. Κανένας δεν είχε τολμήσει να βγει για δουλειά με τέτοια κακοκαιρία. Κάθισε ο καπετάν Μήτσος σε κάποια παρέα και παρήγγειλε το πρώτο του τσίπουρο. Δεν είχε προλάβει να το βάλει στο στόμα του και εισβάλλει σαν σίφουνας μέσα στο μαγαζί ο Σπύρος, κάποιος νεαρός ψαράς μόλις εικοσιπέντε χρονών, που πριν από ένα χρόνο είχε παντρευτεί τη μόλις είκοσι δύο χρονών αγαπημένη του γυναίκα. Ο γάμος τους άφησε εποχή στο νησί. Τώρα περίμεναν γεννητούρια μέρα με την ημέρα.

-Καπετάν Μήτσο, στο Θεό και τα χέρια σου. Η γυναίκα μου έχει αιμορραγία. Ο γιατρός έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά δεν κατάφερε να σταματήσει το αίμα. Πρέπει, λέει, να μεταφερθεί αμέσως στο νοσοκομείο, στη Νάξο, διαφορετικά κινδυνεύει να πεθάνει και αυτή και το παιδί που θα γεννήσει. Κρίμα και άδικο να πάθουμε τέτοιο κακό.

Απόλυτη σιωπή επικράτησε μέσα στο μαγαζί. Όλοι οι θαμώνες ψαράδες κρεμάστηκαν από το στόμα του καπετάν Μήτσου και περίμεναν να ακούσουν τι θα πει. Δύσκολη απόφαση. Η θάλασσα έξω στο μπουγάζι λυσσομανούσε. Ο καπετάν Μήτσος δεν περίμενε να το ακούσει δεύτερη φορά.  Πολλά τα ρίσκα. Από την άλλη μεριά, δεν μπορούσε να αφήσει δυο ψυχές να πεθαίνουν και αυτός να βρίσκεται στην ασφάλεια του καφενέ.

-Τι περιμένεις, μωρέ, και με κοιτάς σαν χαζός; Τρέξε να φέρεις τη γυναίκα σου. Πες και του γιατρού να έλθει μαζί μας. Ξεκινάμε αμέσως. Ο Θεός θα μας βοηθήσει. Ο Αϊ-Νικόλας στην πλώρη μας.

Κάνοντας τον σταυρό του, έτρεξε για το καΐκι του. Κινητοποιήθηκε όλο το νησί. Σε λίγα λεπτά άνδρες και γυναίκες κατέβηκαν στο μουράγιο να κατευοδώσουν τον Πανορμίτη σε αυτό το τόσο επικίνδυνο αλλά και σωτήριο ταξίδι του.

Πολύ γρήγορα η αιμορραγούσα γυναίκα με τη συνοδεία του γιατρού και του συζύγου της, μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε στο μοναδικό κρεβάτι που διέθετε το καΐκι. Ο καπετάν Δημήτρης ξεκίνησε αμέσως. Δεν ήξερε αν θα τα καταφέρει να φθάσει στη Νάξο. Ήλπιζε όμως, και η ελπίδα σου δίνει δυνάμεις. Γνώριζε τη διαδρομή, ήξερε τα περάσματα, το σκάφος του, αν και μικρό σε μήκος μόλις δεκατέσσερα μέτρα, είναι γερό σκαρί και άριστα συντηρημένο. Έπρεπε να ξεγελάσει τη θάλασσα. Να την κοροϊδέψει. Μέχρι να πιάσει τον κάβο της Σχοινούσας. Τότε θα είχε περάσει τα δύσκολα. Σε όλη τη διαδρομή, γαντζωμένος στο δοιάκι του τιμονιού, βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο από τα αλλεπάλληλα κύματα που τον χτυπούσαν, προσπαθούσε να αντιμετωπίσει το κάθε κύμα χωριστά. Να δει εγκαίρως το μέγεθός του, να υπολογίσει τη δύναμή του και ανάλογα να στρίψει το τιμόνι δεξιά ή αριστερά και να αυξήσει ή να μειώσει τις στροφές της μηχανής του. Το είχε ξανακάνει και άλλες φορές, και πάντοτε έβρισκε τον τρόπο να φτάνει στο λιμάνι, ταλαιπωρημένος και κουρασμένος, αλλά σώος και αβλαβής.

Τα κατάφερε και αυτή τη φορά ο καπετάν Δημήτρης. Με το που μπήκε στο λιμάνι της Νάξου και μεταφέρθηκε η γυναίκα στο νοσοκομείο, έτρεξε στο τηλέφωνο να ειδοποιήσει στο νησί ότι όλα πήγαν καλά. Την επομένη που θα πέσει ο καιρός, θα επιστρέψει με το ταχυδρομείο και ό,τι άλλες παραγγελίες θα του έδιναν οι νησιώτες από τα πέντε νησιά που θα έπιανε επιστρέφοντας. 

Η δεύτερη αγάπη μετά από τη θάλασσα, ήταν το βιολί του. Εκτός από άριστος καπετάνιος, ήταν και άριστος μουσικός. Αυτοδίδακτος βέβαια, αλλά σε όλα τα πανηγύρια, τα γλέντια και τους γάμους, το βιολί του καπετάν Μήτσου ήταν παρόν. Έπαιζε με πάθος όλα τα νησιώτικα τραγούδια και σκοπούς. Στα πανηγύρια και στους γάμους, πρώτος ο καπετάν Μήτσος με το βιολί του, χωρίς ποτέ να πάρει έστω και μία δραχμή για τις τόσο σημαντικές υπηρεσίες που προσέφερε στους κατοίκους αυτών των νησιών. Αρκούνταν στα χρήματα που έπαιρνε από τα Ελληνικά ταχυδρομεία και πολύ αργότερα από τη μικρή κρατική επιδότηση, μια που μετέφερε όλους τους νησιώτες τσάμπα.

Ο καπετάν Μήτσος και το καΐκι του, ήταν ανάσα ζωής για τους κατοίκους των νησιών αυτών, ήταν το οξυγόνο τους για να ζήσουν και πολύ γρήγορα κυκλοφόρησε και το τραγούδι:

«Μες στ’ αφρισμένα κύματα περνά ο Πανορμίτης

και καπετάνιος με καρδιά ο Μήτσος Σκοπελίτης».

Μετά από δύο χρόνια, διαπίστωσε ότι ο Πανορμίτης δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις αυξημένες ανάγκες των νησιών και το 1960 αγόρασε ένα μεγαλύτερο φορτηγό καΐκι, μήκος εικοσιένα μέτρων. Το ονόμασε ΧΟΖΟΒΙΩΤΙΣΣΑ, για χάρη  του ονομαστού και θαυματουργού μοναστηριού της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, το οποίο είναι χτισμένο στη νότια μεριά του νησιού. Με το νέο του καΐκι, έγινε πια ο σίγουρος και ασφαλής σύνδεσμος των νησιών αυτών, όχι μόνο με τη Νάξο, αλλά και με αρκετά άλλα νησιά.

Τα δρομολόγια έγιναν καθημερινά, γιατί το απαιτούσαν και το επέβαλλαν οι ανάγκες των νησιών. Πολλές φορές χρειάστηκε να πάει στην Πάρο, στη Σαντορίνη, ακόμα και στη μακρινή Σύρο, μεταφέροντας τραυματίες ή σοβαρά ασθενείς, πάντοτε αφιλοκερδώς, χωρίς ποτέ να εισπράττει αυτά που έπρεπε, ιδιαίτερα από τους ντόπιους   κατοίκους. Με το ΧΟΖΟΒΙΩΤΙΣΣΑ εξυπηρέτησε τα νησιά περίπου άλλα δέκα χρόνια Το 1970, ο καπετάν Δημήτρης έκανε ένα άλμα ακόμα. Πάντοτε για την καλύτερη και ασφαλέστερη εξυπηρέτηση των νησιωτών, πούλησε το καΐκι του και αγόρασε ένα άλλο νεότερο και μεγαλύτερο, μήκους είκοσι εννέα μέτρων και μπορούσε να φορτώσει μέχρι πενήντα τόνους. Το ονόμασε ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, προς τιμήν του Αγίου των θαλασσών και προστάτη των ναυτικών. Οι ανάγκες όμως των νησιών όλο και μεγάλωναν χρόνο με τον χρόνο. Πολύ γρήγορα αντικατέστησε το ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ με το ΧΟΖΟΒΙΩΤΙΣΣΑ 2, φορτηγό ξύλινο σκαρί που μπορούσε να φορτώσει φορτίο έως 180 τόνους, για να το αλλάξει και αυτό με το ΒΑΡΣΑΜΙΤΗ, νεότερο και μεγαλύτερο από το προηγούμενο.

Τον άλλο χρόνο, άφησε τα ξύλινα καΐκια και μεταπήδησε στο σίδερο. Αγόρασε το μότορσιπ ΜΑΡΙΑΝΝΑ, γερό σιδερένιο σκαρί. Διέθετε μερικές καμπίνες, δύο αμπάρια, και μπορούσε να μεταφέρει εκτός από το φορτίο και τα εμπορεύματα, μέχρι εκατό επιβάτες. Το  σκαρί αυτό, αν και μικρό, ήταν πλοίο, αφού μπορούσε να μεταφέρει τόσους επιβάτες και φορτίο. Τα πλοία όμως για να τα κυβερνήσει κάποιος, πρέπει να έχει διπλώματα, άδειες από το κράτος, χαρτιά, πτυχία και ένα σωρό άλλα πράγματα που ο καπετάν Δημήτρης δεν είχε, αλλά ούτε και μπορούσε να αποκτήσει. Είχε βέβαια την τεράστια εμπειρία του. Ακόμα και με κλειστά τα μάτια μπορούσε να κάνει το δρομολόγιο με όλους τους καιρούς. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για το υπουργείο εμπορικής ναυτιλίας. Το ΜΑΡΙΑΝΝΑ δεν μπορεί να το κυβερνήσει κανείς, χωρίς να έχει το αντίστοιχο δίπλωμα. Βέβαια, ο καπετάν Μήτσος τα γνώριζε όλα αυτά πριν το αγοράσει, αλλά είχε φροντίσει και γι’ αυτό. Τότε ακριβώς κλήθηκε ο γιός του ο Γιάννης, να συνεχίσει το έργο του.

Ο Γιάννης, από μικρό παιδί ακολουθούσε και βοηθούσε τον πατέρα του στα δύσκολα ταξίδια του με τα καΐκια.  Μόλις τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, φοίτησε σε ακαδημία εμπορικού ναυτικού. Με το τέλος των σπουδών, έφυγε με τα υπερπόντια φορτηγά και ήδη ταξίδευε ως υποπλοίαρχος. Πάντοτε όμως, είχε την επιθυμία να επιστρέψει στο νησί του και να συνεχίσει το έργο του πατέρα του. Μόλις ο καπετάν Γιάννης ήλθε στο νησί, με υπερηφάνεια και συγκίνηση ο πατέρας παρέδωσε στο γιό του το τιμόνι του ΜΑΡΙΑΝΝΑ.

Ο καπετάν Μήτσος περιορίστηκε στην αρχική του δουλειά το ψάρεμα, με μία μικρή ψαρόβαρκα που είχε κρατήσει για τον εαυτό του. Κάθε βράδυ που το πλοίο του επέστρεφε στα Κατάπολα, από το καθημερινό του δρομολόγιο, με καμάρι παρατηρούσε τις γρήγορες και σωστές μανούβρες του γιού του για την πλαγιοδέτηση του πλοίου. Τα βράδια του τα περνούσε στο καπηλειό του λιμανιού, παρέα με τους άλλους ψαράδες και τους απόμαχους της θάλασσας. Όλοι τους είχαν να διηγηθούν θαλασσινές ιστορίες, αφού όλη τους τη ζωή την είχαν περάσει στη θάλασσα. Αυτές τις  ιστορίες, πάντοτε τις ακούς με ευχαρίστηση και χαρά, ακόμα και αν τις έχεις ακούσει και άλλες φορές. Είχε βέβαια και το βιολί του που δεν το αποχωρίστηκε ποτέ. Όταν το καλούσαν οι περιστάσεις, το γλέντι στηνότανε στο πι και φι με τα Κυκλαδίτικα τραγούδια και οι χοροί κρατούσαν μέχρι το πρωί.   

Ο γιός καπετάν Γιάννης Σκοπελίτης απεδείχθη άξιος συνεχιστής του έργου του πατέρα του. Κράτησε το τιμόνι του ΜΑΡΙΑΝΝΑ περισσότερο από δέκα χρόνια. Καθημερινά δρομολόγια, όπως ακριβώς τα άρχισε ο πατέρας του το 1958, προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες στους κατοίκους των νησιών αυτών. Το 1985 ήλθε το τέλος του ΜΑΡΙΑΝΝΑ. Το αντικατέστησε με κάποιο αμιγώς επιβατικό πλοίο μήκους σαράντα μέτρων και το ονόμασε ΣΚΟΠΕΛΙΤΗ, προς τιμήν του απόμαχου πια πατέρα του. Μπορούσε να μεταφέρει μέχρι τριακόσιους επιβάτες και τρία τέσσερα επιβατικά αυτοκίνητα ή δύο μικρά φορτηγά. Συνεχίστηκε η δωρεάν μεταφορά των μόνιμων κατοίκων των νησιών, που στο σύνολό τους είναι περίπου επτακόσιοι πενήντα. Οι μεταφορές των τραυματιών και των βαριά ασθενών που χρειαζόντουσαν επείγουσα νοσοκομειακή θεραπεία πολλαπλασιάστηκαν, διότι ο ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ μπορούσε να ταξιδέψει με όλους τους καιρούς, με καπετάνιο τον Γιάννη Σκοπελίτη.

Το 1998 αντικατέστησε το πλοίο με άλλο νεότερο, ασφαλέστερο, ταχύτερο και λίγο μεγαλύτερο, το ΕΞΠΡΕΣΣ ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ. Το νέο πλοίο έχει πρωτόκολλο για μεταφορά τριακόσιους πενήντα επιβάτες και δέκα αυτοκίνητα. Με αυτό το πλοίο κάνει τα δρομολόγια μέχρι και σήμερα, αλλά όχι πια μόνος του. Μόλις δρομολογήθηκε το νέο πλοίο ΕΞΠΡΕΣΣ ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ, προσέλαβε για βοηθό του αρχικά και εν συνεχεία συγκυβερνήτη ένα άλλο θρύλο των μικρών Κυκλάδων, τον καπετάν Γιάννη Φωστιέρη. Απόφοιτος ναυτικής ακαδημίας και αυτός, ταξίδευε ως υποπλοίαρχος με τα υπερπόντια φορτηγά, με επιθυμία και σκοπό να επιστρέψει κάποια μέρα στο αγαπημένο του νησί, το Κουφονήσι.

Η χαρά του ήταν απερίγραπτη όταν έλαβε το τηλεφώνημα του καπετάν Γιάννη Σκοπελίτη.

-Έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς. Θα δουλέψομε μαζί το ΕΞΠΡΕΣ ΣΚΟΠΕΛΙΤΗ. Το πλοίο μάς χρειάζεται και τους δύο.

Οι δύο Γιάννηδες ρίχτηκαν με τα μούτρα στη δουλειά. Έκαναν ακριβώς αυτό που από μικροί ποθούσαν και είχαν στα όνειρά τους να κάνουν. Δουλευτές της θάλασσας, αλλά στον τόπο τους, στη θάλασσα τη δικιά τους. Εκεί που από μικρά παιδιά έκαναν τα πρώτα τους μακροβούτια, εκεί που έριξαν την πρώτη τους πετονιά, εκεί που το θαλάσσιο χειμερινό κύμα σκέπαζε και σκεπάζει ακόμα και σήμερα την αυλή του δημοτικού σχολίου.

Τα δρομολόγια συνεχίστηκαν κανονικά. Ποτέ δεν ακυρώθηκε, ποτέ δε ματαιώθηκε-αναβλήθηκε για οποιοδήποτε λόγο ούτε ένα ταξίδι του ΕΞΠΡΕΣ ΣΚΟΠΕΛΙΤΗ. Ακόμα και με τις χειρότερες καιρικές συνθήκες, όταν τα μποφόρ είναι 9 και βάλε, και ισχύουν τα απαγορευτικά για όλα γενικώς τα πλοία σε όλο το Αιγαίο, το πλοίο, το δρομολόγιό του θα το κάνει. Οι δύο Γιάννηδες ξέρουν τον δρόμο ανάμεσα στα νησιά, ξέρουν τον τρόπο να ταξιδέψουν και να φθάσουν μέχρι τη Νάξο με ασφάλεια  για τους επιβάτες και το πλοίο τους.

Ο καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης, απόμαχος πια, κάθε βράδυ στο μουράγιο στα Κατάπολα, περιμένει με ανυπομονησία να φθάσουν τα καμάρια του. Με περηφάνια καμαρώνει το πλοίο να μπαίνει στον όρμο της Αμοργού και με τις γρήγορες και επιδέξιες κινήσεις του καπετάνιου γιού του, να πλευρίζει στην προβλήτα και να αποβιβάζει επιβάτες και εμπορεύματα.

Κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ με μεγάλη φουσκοθαλασσιά, μπήκε μέσα στο λιμάνι στα Κατάπολα το πλοίο της άγονης γραμμής να αποβιβάσει τους λιγοστούς επιβάτες του. Κατά την αποβίβαση, ο καταπέλτης, λόγω της φουσκοθαλασσιάς, δεν ήταν πατημένος στο τσιμέντο της προβλήτας, όπως θα έπρεπε, αλλά λίγα εκατοστά υψηλότερα. Έκανε μια μικρή διαδρομή δεξιά αριστερά και πάνω κάτω, λόγω της ρεστίας της θάλασσας. Κάποιος νεαρός επιβάτης δεν πρόσεξε τη στιγμή της αποβίβασής του και ο καταπέλτης τον χτύπησε στο πόδι, στο ύψος του αστράγαλου. Μεταφέρθηκε αμέσως στο κοντινό ιατρείο του νησιού. Μόλις ο γιατρός είδε τα τραύμα, διαπίστωσε ότι ο αστράγαλος είχε συντριπτικό κάταγμα και ο τραυματίας έπρεπε να μεταφερθεί αμέσως στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο νοσοκομείο ΚΑΤ. Εν τω μεταξύ το πλοίο της γραμμής είχε αποπλεύσει και όταν ειδοποιήθηκε για το συμβάν, ο πλοίαρχος δήλωσε ότι το πλοίο βρισκόταν ήδη πολύ μακριά και, λόγω κακών καιρικών συνθηκών, αδυνατούσε να επιστρέψει στην Αμοργό.

Μετά από σύντομες διαβουλεύσεις διαπιστώθηκε ότι ο μοναδικός τρόπος για να μεταφερθεί ο τραυματίας στο ΚΑΤ, ήταν να πάει με το ΣΚΟΠΕΛΙΤΗ στη Σαντορίνη που είχε αεροδρόμιο και εν συνεχεία με αεροπλάνο στην Αθήνα. Οι δύο Γιάννηδες χωρίς κανένα δισταγμό επιβίβασαν οι ίδιοι με φορείο τον τραυματία στο πλοίο τους και χωρίς καμία καθυστέρηση απέπλευσαν για τη Σαντορίνη. Σημαία τους πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα η σωτηρία του άτυχου ανθρώπου.

Με το που έφθασε το ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ ΕΞΠΡΕΣ στο λιμάνι της Σαντορίνης, ασθενοφόρο περίμενε στην προβλήτα, παρέλαβε τον τραυματία να τον μεταφέρει στο αεροδρόμιο, για να συνεχίσει το ταξίδι του με το αεροπλάνο μέχρι την Αθήνα.

Την ώρα που οι δύο Γιάννηδες έλυναν τους κάβους για το ταξίδι της επιστροφής τους στην Αμοργό, κατέφθασε ο λιμενάρχης με κακές διαθέσεις.

-Κύριε πλοίαρχε, δεν μπορείτε να φύγετε. Έχετε κάνει παράβαση και πρέπει να έλθετε στο λιμεναρχείο για εξηγήσεις.

-Ποια παράβαση, κύριε λιμενάρχη; Δεν έχω ιδέα. Τα πιστοποιητικά του πλοίου είναι όλα καινούργια και  σε ισχύ.

– Δεν πρόκειται για αυτό. Φύγατε από την Αμοργό και ήλθατε στην Σαντορίνη χωρίς να ζητήσετε και να λάβετε άδεια από καμία λιμενική αρχή. Έπρεπε να είχατε ζητήσει άδεια για το ταξίδι σας αυτό.

-Είναι αδιανόητο αυτό που μου λέτε τώρα. Έκανα τη μεταφορά του τραυματία για να σωθεί το πόδι του, με κίνδυνο της ζωής μου και του πλοίου μου, χωρίς κανένα οικονομικό όφελος και εσείς μου λέτε ότι είμαι και παραβάτης; Δεν θα σας ακολουθήσω στο λιμεναρχείο. Πρέπει να επιστρέψω αμέσως στην Αμοργό για το καθημερινό δρομολόγιο. Ήδη έχω αργήσει αρκετά και δεν πρέπει να καθυστερήσω περισσότερο.

Διέταξε το πλήρωμα να λύσει κάβους πλώρα – πρίμα, και με όλη την ταχύτητα που διέθετε, έφυγε για την Αμοργό, με τον λιμενάρχη στην προβλήτα να ωρύεται και να απειλεί.

-Ας με τιμωρήσουν. Ας με βάλουν φυλακή. Πας να κάνεις το καλό και βρίσκεις τον μπελά σου.

Δε δόθηκε συνέχεια στο επεισόδιο αυτό. Προφανώς οι ανώτεροι του λιμενάρχη αξιωματικοί στο υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας είχαν διαφορετική άποψη και το θέμα έκλεισε. 

Το ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ ΕΞΠΡΕΣ συνεχίζει κανονικά τα δρομολόγια του μέχρι και σήμερα, προσφέροντας τις πολύτιμες υπηρεσίες του στους κατοίκους των νησιών, πάντοτε με καπετάνιους τους δύο Γιάννηδες. Το 2013, αυτή η μικρή ακτοπλοϊκή εταιρεία, με το ένα και μοναδικό πλοίο που διαθέτει, τιμήθηκε στο πρόσωπο του καπετάν Γιάννη Σκοπελίτη και διακρίθηκε ως «η ακτοπλοϊκή εταιρεία της χρονιάς» από τους Lloyd’s του Λονδίνου. Η τιμή και η διάκριση αυτή, νομίζω ότι αντανακλά και συμπεριλαμβάνει όλους τους «ΘΑΛΑΣΣΟΛΥΚΟΥΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ».

Σχολιάστε