Από το τεύχος 15 του περιοδικού «Ραδάμανθυς»
Ραδάμανθυς – Τεύχος 15 – ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ
Μάτια φλογερά και ανοιχτά στόματα
Λαμπερά δόντια
που ανοιγοκλείνουν ανούσια,
η βοή γύρω μου απύθμενη
και καθολική
Σχεδόν τη συνήθισα πια
Το μόνο που νιώθω
είναι το μούδιασμα
από το περπάτημα στα πόδια μου
Το σώμα μου
σαν άδειο πήλινο δοχείο
Ηχούν οι ψίθυροι
κι ωριμάζουν οι κραυγές
Οι αλήθειες
που επιτέλους αποδέχθηκα
Μπλέκονται
και φουντώνουν μέσα μου
Η φυλακή ορθώνεται γύρω μου,
αποπνικτική και κρύα
Και
κάτω από τη σφραγισμένη πόρτα
ακούω ακόμα τη βοή
Τον όχλο
Τις απερίσκεπτες δηλώσεις
και πράξεις
Την ανοησία
που χαρακτηρίζει
την κατάσταση αυτή
Ρίγη κρύα απλώνονται
σαν αδίστακτο χαλάζι πάνω μου
Περιμένω
τις τρομπέτες του ουρανού
ή τα τύμπανα του Άδη
Να σκεπάσουν επιτέλους τη βοή

Κάθεται απάνω στο στήθος μου
Βαρύ, μου κόβει την αναπνοή
Σκεπασμένο
με ένα λεπτό μεταξένιο πέπλο
Έναν ίσκιο
Η μορφή του ξεκάθαρη
Γνωρίζω,
μπορώ να διακρίνω καθαρά τι είναι
Όμως αρνούμαι
Στρέφω αλλού τον νου
και τις σκέψεις μου
Δεν θα τολμήσω να το γυμνώσω
Γιατί έτσι
θα πρέπει να το κοιτάξω κατάματα
Και να βάλω το μαχαίρι
στην καρδιά του
Αλλά όχι, δεν θα το φανερώσω
Βουτάω και βουλιάζω
στους στίχους των τραγουδιών
Στις σελίδες των βιβλίων
και στα στιγμιότυπα των ταινιών
Προσπαθώντας να δραπετεύσω
Να γλιτώσω
Ακόμα κι έτσι,
δεν μπορώ να διαφύγω
Από το βλέμμα αυτών των ματιών
Λεπτών και γερακίσιων
Που γλιστρούν
μέσα από τα κλεισμένα μου βλέφαρα
