Ημερολόγιο από στάχτες και όνειρα

Γράφει η Φωτεινή Μπομπολάκη

Από το τεύχος 14 του περιοδικού «Ραδάμανθυς»

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Καθώς σου γράφω, σκέφτομαι πόσο εύκολα μπορούν να επηρεαστούν τα όνειρά μας και να αλλάξουν, ανάλογα με τις συνθήκες γύρω μας. Εγώ, για παράδειγμα, από παιδάκι ονειρευόμουν, όταν μεγαλώσω, να γίνω ηθοποιός, για να κάνω τους άλλους να χαμογελούν και να ταξιδέψω σε όσες περισσότερες χώρες μπορώ. Τώρα, απλώς ονειρεύομαι τη ζωή μου πριν από αυτόν τον εφιάλτη. Τον εφιάλτη του πολέμου.
Κάθε βράδυ, καθώς τα βλέφαρά μου βαραίνουν και βυθίζομαι στον κόσμο των ονείρων, βρίσκομαι ξανά στο σχολείο μου ανάμεσα στους συμμαθητές μου και τη γλυκιά κυρία Νουρ, κάθομαι με την οικογένειά μου γύρω από το τραπέζι με το λευκό τραπεζομάντηλο και τρώμε το Μουσάχχαν, τρέχω στο κοντινό παρκάκι με τον Ομάρ και τον Καρίμ και παίζουμε μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς γελώντας και νιώθοντας ξέγνοιαστη, και περπατώ με τη μαμά στην πολυσύχναστη Αγορά αλ-Ζαουία.
Αχ! Ακόμα μπορώ να νιώσω στη μύτη μου τη γαργαλιστική μυρωδιά της κανέλας, του κύμινου, αλλά και των άλλων μπαχαρικών, που ήταν τοποθετημένα στη σειρά σε μεγάλους σάκους έξω από τα μαγαζιά και στα ακροδάχτυλα μου την απαλότητα των διάφορων μεταξένιων υφασμάτων, σκορπισμένων ανάκατα στις βιτρίνες των καταστημάτων, που τα ακουμπούσα προσεκτικά και τα χάζευα, περιμένοντας τη μαμά να αποφασίσει ποιο νήμα για πλέξιμο θα αγοράσει. Πόσο παράταιρα μακρινή μοιάζει εκείνη η ζωή, που στη θύμησή της με κάνει να χαμογελώ ακόμα και μέσα στον ύπνο μου.
Μόνο που αυτές οι όμορφες εικόνες, που έρχονται σαν γιατρικό στην ψυχή μου, θαμπώνουν όταν ξυπνώ και πρέπει να αντιμετωπίσω τη σκληρή πραγματικότητα. Θέλοντας, λοιπόν, να βρω μια γωνιά να κρυφτώ έστω και για λίγο, ανακάλυψα τυχαία το δικό μου ιδιωτικό «κρησφύγετο»: στο εσωτερικό μιας μεγάλης ντουλάπας, μέσα σε μια αποθηκούλα, όπου είναι τοποθετημένες σκούπες, σφουγγαρίστρες και διάφορα καθαριστικά. Είναι σε έναν όροφο που κανείς δεν πατάει πια. Καθώς διασχίζω τους διαδρόμους του νοσοκομείου, για να πάω εκεί, από το δωμάτιο που φιλοξενεί εμένα αλλά και άλλα ορφανά παιδιά, βλέπω ανθρώπους στοιβαγμένους, τραυματισμένους και με βλέμμα που έχει ακριβώς την ίδια έκφραση: αυτή της απόγνωσης. Ο αποπνικτικός καπνός, που μπαίνει απρόσκλητος μέσα από τα σπασμένα παράθυρα, μου κόβει την ανάσα, ενώ η μυρωδιά και η θέα του αίματος, μού φέρνουν έντονη ναυτία. Τότε, πιάνω τον τοίχο για να μην λιποθυμήσω, κάτι που δεν είναι δύσκολο να συμβεί, λόγω της πείνας και της δίψας που νιώθω, αφού ούτε που ξέρω από πότε έχω να βάλω στο στομάχι μου πραγματικό φαγητό, πέρα από ένα ξερό, μουχλιασμένο ψωμί.

River winding through lush landscape towards ocean with mountains in background at sunset

Καθημερινά λοιπόν, παρατηρώ εικόνες δράματος να ξετυλίγονται μπροστά μου. Όμως αυτό που θα μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη μου είναι η στιγμή που πέρασα δίπλα από ένα μικρό αγόρι, που κοίταζε με βλέμμα λες και ήταν από γυαλί το κενό, χωμένο στην αγκαλιά των γονιών του. Κοιτώντας τους καλύτερα, διαπίστωσα ότι και οι δυο τους ήταν νεκροί. Το πλησίασα, έσκυψα αργά δίπλα του και του χαμογέλασα. Εκείνο με κοίταξε φοβισμένο και έκρυψε το πρόσωπό του για να αποφύγει το βλέμμα μου. Ποιος ξέρει πόσες ώρες ήταν εκεί, σε αυτή τη συνθήκη, και κανείς, μα κανείς, δεν νοιάστηκε να το προσέξει, να του απλώσει ένα «χέρι βοηθείας». Τότε κατάλαβα ότι αυτό το φοβισμένο παιδάκι μου θύμισε εμένα. Και για μια στιγμή, αν και γύρω μου επικρατούσε χάος, μια βαριά σιωπή, πιο εκκωφαντική από τις φωνές, με τύλιξε· η σιωπή της απώλειας και της αβέβαιης επόμενης μέρας. Για εκείνο, για εμένα, για όλους. Και τότε, ένας κρότος ακούστηκε πέρα μακριά.
Στην αρχή, όταν ακουγόταν ένας τέτοιος θόρυβος, πεταγόμουν πάνω αλαφιασμένη και έτρεχα στην αγκαλιά της μαμάς μου να κουλουριαστώ δίπλα της στο στρώμα όπου ήταν ξαπλωμένη. Το έκανα προσεκτικά, για να μην την ξυπνήσω, καθώς ο μπαμπάς μου μού υπενθύμιζε συνεχώς: «Είναι άρρωστη και χρειάζεται ηρεμία για να γίνει καλά!». Τώρα πια, μήνες μετά, κανείς από τους δυο τους δεν βρίσκεται πλέον κοντά μου. Η αρρώστια νίκησε τη μαμά μου, που δεν άντεξε άλλο χωρίς νερό και φαγητό, και λίγες μέρες μετά την ακολούθησε και ο μπαμπάς μου, αφού η ψυχή του αποφάσισε να πορευτεί μαζί με εκείνη της αγαπημένης του στο αιώνιο ταξίδι.
Η μόνη μου παρηγοριά, εκτός από σένα φυσικά, αγαπημένο μου ημερολόγιο και το «κρησφύγετό» μου είναι η πάνινη κούκλα μου. Ο μοναδικός θησαυρός που κατάφερα να αρπάξω βιαστικά, την ώρα που ο πατέρας μου μπήκε αλαφιασμένος στο δωμάτιό μου, με σήκωσε από το κρεβάτι και τρέχοντας βγήκαμε από το σπίτι μας εκείνο το μοιραίο βράδυ. Η μαμά ήταν ήδη έξω και φώναζε πανικόβλητη τα ονόματά μας. Λίγο μετά, από την «ασφάλεια» του καταφυγίου και με τις εκρήξεις να σκίζουν τον αέρα σε διάφορα σημεία της πόλης, συνειδητοποιήσαμε την πικρή αλήθεια: πλέον δεν είχαμε σπίτι και ίσως σύντομα να μην είχαμε ούτε ζωή.
Πολλές φορές, τις ατελείωτες ώρες που κάθομαι ακουμπισμένη στους ψυχρούς, λευκούς τοίχους του νοσοκομείου, που έχει γίνει το νέο μου σπίτι, κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι πως βρίσκομαι μπροστά σε ένα μαγικό μικρόφωνο. Ένα μικρόφωνο με το οποίο θα μπορούσα να ακουστώ σε όλη τη Γη και με όλο μου το είναι να βροντοφωνάξω:
«Ξυπνήστε και σταματήστε τους πολέμους πια! Κανένας πόλεμος ποτέ δεν έφερε λύσεις! Μόνο θάνατο και καταστροφή! Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε τον πλανήτη μας ένα ασφαλές μέρος, όπου θα επικρατεί η ειρήνη, η υγεία, η αφθονία και η δημιουργία σε όλες τις εκφάνσεις της, τόσο για εμάς, τα παιδιά του σήμερα, όσο και για τις επόμενες γενιές που θα έρθουν μετά από εμάς».
Ύστερα ανοίγω τα μάτια μου και συνειδητοποιώ ότι αυτό θα παραμείνει μια φαντασίωση. Ότι δεν υπάρχει αυτό το μαγικό μικρόφωνο. Και τότε, με δάκρυα στα μάτια, για να παρηγορηθώ, αρχίζω να σιγομουρμουρίζω, σχεδόν από μέσα μου, το ρεφρέν από το αγαπημένο τραγούδι μου, το «Imagine» του John Lennon που μου το είχε μάθει η μαμά μου από όταν ήμουν σχεδόν νήπιο και πάει κάπως έτσι:
Εσύ…
Εσύ μπορείς να πεις πως είμαι ονειροπόλος
Αλλά δεν είμαι ο μοναδικός
Ελπίζω κάποια μέρα να μας συνοδέψεις
Και ο κόσμος θα γίνει ένα.

Φαντάσου καμία ιδιοκτησία
Αναρωτιέμαι αν μπορείς
Καμία ανάγκη για απληστία ή πείνα
Η δική μας αδελφότητα ανθρώπων
Φαντάσου όλους τους ανθρώπους
Να μοιράζονται όλο τον κόσμο

Και ο κόσμος θα ζει σαν ένα!!!

Φωτεινή Μπομπολάκη

Σχολιάστε