Από το τεύχος 15 του περιοδικού των Εκδόσεων Ραδάμανθυς
Η 28η Φεβρουαρίου 2023 δεν ήταν απλώς μια ημερομηνία. Ήταν ένα ρήγμα στον χρόνο της συλλογικής συνείδησης, γράφει ο Χρήστος Τσαντής στον πρόλογο του βιβλίου, και ως τέτοιο ρήγμα προκαλεί συνεχείς και ασταμάτητες σεισμικές δονήσεις με πολλαπλά επίκεντρα, τις ψυχές των ανθρώπων. Τέτοιες δονήσεις είναι και τα πονήματα των συγγραφέων του συλλογικού βιβλίου «Η άνοιξη σταμάτησε στα Τέμπη». Σε αυτό καταγράφονται συλλογικές λογοτεχνικές δονήσεις με μοναδικό σκοπό να ταρακουνηθούν οι ψυχές αλλά και να χάσουν «τη γη κάτω από τα πόδια τους» οι απανταχού ανεύθυνοι υπεύθυνοι.
Το βιβλίο ξεκινά με το κείμενο της Στέλλας Αρώνη, στο οποίο επιχειρείται το αδύνατο. Να περιγράφει σε ένα κείμενο η στιγμή που η μάνα συνειδητοποιεί την απώλεια του παιδιού της. Όμως η υπέρτατη αυτή συναισθηματική έκρηξη (η απώλεια του παιδιού) ήταν αδύνατο να μην την αγγίξει, να μην την ψηλαφήσει, με τίμημα βεβαίως, αναγκαστικά, να δέχεται και η ίδια το σχετικό ηλεκτρικό σοκ. Η συγγραφέας κάνει μια λιτή αναφορά για την «αντίπλευρη όχθη», μια φράση αυτών που δεν μπορούν να νιώσουν τι συμβαίνει. «Θα σας ειδοποιήσουμε, κυρία μου». Ίσως και να ήταν πολλές οι έξι λέξεις που τους χάρισε.
Η Χριστίνα Βεριβάκη αναφέρεται σε Δέκα Βέβηλες Εντολές: Έρεβος, Ματωμένη Δικαιοσύνη, Ολιγωρία, Απάτη, Δωροδοκία, Βία, Χρόνος Άχρονος, Υποσχέσεις, Καλλωπισμένα Ψέματα, Νεόπλαστες φήμες. Τελικά, το μηδέν προκύπτει ανώτερο των φυσικών αριθμών: Μηδέν. Μάνα, θέλω να σε ξαναδώ.. Μηδέν. Παιδί μου, θέλω να σε ξαναδώ. Ο κόσμος άλλαξε. Ακούς; Συσπειρώθηκε, φώναξε, ένωσε τα χέρια και τις γροθιές του. «Εκ μέρους της αξιότιμης Κυβέρνησης, σας ζητάμε συγγνώμη»
Η Μαρία Καλπακίδου αναφέρει στο γλαφυρό ποίημά της: «Πάνω στις ράγες τις μαβιές, μαύρη τέφρα καυτή, βάφει τα μαλλιά σου. Σεντόνι νυφικό, σκεπάζει μάτια μελιά. Άσπρο πουκάμισο ανοιχτό, φουσκώνει στον μαρτιάτικο αγέρα…». Και συνεχίζει η Μαρία Καμηλάκη, διερωτώμενη γιατί εκείνα τα παιδιά αθώα εμπιστεύτηκαν και την ελπίδα με τα όνειρά τους στη λασπωμένη εξουσία και τους σάπιους μιζαδόρους. Τι νόημα έχει τώρα η ζωή, αναρωτιέται συντετριμμένη και αναφωνεί «Ποτέ πια!!» και «Όπου βγει!!».
Ο Γιώργος Κατσαντώνης, στο κείμενό του, παρουσιάζει το δράμα να απασχολεί τη Φύση ως τόσο σημαντικό θέμα. Ο ευκάλυπτος, η ελιά, τα πουλιά, δεν αντέχουν αυτό που συμβαίνει και παροτρύνουν: «Τώρα η υποχρέωσή μας είναι να δυναμώσουμε τη βουβή κραυγή των μανάδων που επιτέλους ενώθηκε με το βρυχηθμό του ανέμου. Στους καρπούς μας να φυτέψουμε τις προκηρύξεις, τα ουρλιαχτά των αδικοχαμένων παιδιών. Να μαζέψουμε ευλαβικά την οργή και τα κλάματα των μανάδων, που ο σπαραγμός γέρασε τις καρδιές τους μέσα σε μια νύχτα. Να φορτώσουμε πάνω στη ράχη του αγέρα τον πόνο τους, και έτσι πηχτός, ανελέητος, να σαρώσει τις συνειδήσεις όσων κοιμούνται ακόμα ανυποψίαστοι ή ένοχοι», θα πρόσθετα κι εγώ.
Η Μαίρη Κορφιάτη, στο υπέροχο ποίημά της, γράφει: «Βαθιά, στο χώμα μέσα, κατρακυλούν όνειρα πλάνα. Κανένας αποχαιρετισμός. Πέταξαν οι πεταλούδες σκόρπια, χωρίς λουλούδια, χρώματα, αρώματα…». Και παρακάτω αναφέρει: «Η παιδοκτόνος χώρα, στη νεότερη αρχαία τραγωδία, κατηγορείται για φόνο εξ αμελείας, από πρόθεση, 57 επιβατών στο τρένο της μεγάλης σφαγής. Το μέλλον δεν θα έρθει αύριο μέχρι την απόδοση της δικαιοσύνης». Η Αγγελική Λυγινού, με γράμμα του θύματος προς τη μητέρα του, δηλαδή προς το πρόσωπο που εναποθέτει κάθε ελπίδα, λέει το παράπονο της νιότης του: «Πού πήγαν τόσα όνειρα, πού εξανεμίστηκαν οι ελπίδες; Δεν είναι ώρα μου να φύγω ακόμα! Ακούς;»
«Μάνα, γενναία όπως με δίδαξες, μα δεν αρκούσε» και παραγγέλνει: «Μην επιτρέψεις να γενώ αποκαΐδι στης λήθης τον άνεμο. Ούρλιαξε, μάνα, ούρλιαξε, Ερινύα γίνε και πνίξε το άδικο που ντύθηκε υποκριτικές σιωπές και κενές υποσχέσεις. Ξανά και ξανά, φώναξε δυνατά τ’ όνομά μου για να μην ξεχαστώ»… «Κάνε με παιδί όλων…»
Στο διήγημα της Εύας Μαζοκοπάκη εντείνεται ο πόνος στην πραγματική του διάσταση. Μέσα από τις νεανικές συμπεριφορές του χρόνου που προηγείται, λίγο πριν τη σύγκρουση, οδηγεί, αμέσως μετά, σε μια βίαιη συναισθηματική έκρηξη. Όσο βίαια εμφανίζονται τα γεγονότα, τόσο αβίαστα βγαίνει ο λυγμός και το δάκρυ από την άριστη γραφή της συγγραφέως. Ο Μιχάλης Μαραγκάκης μεταφέρει στον αναγνώστη εικόνα της αίθουσας εντατικής. Αναπόφευκτα, η εικόνα αναταράσσει συγγραφέα και αναγνώστη. Η αναμονή του γονέα στην αίθουσα αυτή, για τη ζωή του παιδιού του, μοιάζει σαν φλόγα κεριού που τρεμοπαίζει. Θα σβήσει; Δεν θα σβήσει; Όλα τα υπόλοιπα τοποθετούνται σε χρόνο κενό.
Η Φαίη Μπομπολάκη, συγγραφέας του επόμενου διηγήματος, μας μεταφέρει στην εικόνα εισόδου των θυμάτων στις Πύλες τ’ Ουρανού. Κατά την είσοδο γίνεται η αναγκαία καταγραφή: Μπουρνάζης Παναγιώτης, ετών 15, Παπαγγελή Αναστασία, ετών 19, Πλακιά Χρυσή, ετών 20… Σιωπή. Ένα στόμα ξεστομίζει κραυγή: «Θέλω να γυρίσω πίσω τώρα! Με ακούτε;» Και τότε ακούγονται κι άλλες φωνές. Πολλές φωνές. Κι εγώ! Κι εγώ! Κι εγώ!
Ο Παπαδάκης Ηρακλής παρουσιάζει το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας, η οποία βρίσκει ενδιαφέρον σε ανούσια και απασχολείται μονάχα με τα σημαντικά της τσέπης της και της τσέπης των ασκεριών της. Ποια τύχη μπορεί να έχει σε τέτοιες συνθήκες ο κοσμάκης; Μονάχα ατυχίες ωσάν αυτή των Τεμπών. Στο κείμενό του ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την υπερβολή, αλλά αν ο αναγνώστης εμβαθύνει στο νόημα του κειμένου, ίσως και να αναθεωρήσει αυτόν τον χαρακτηρισμό της υπερβολής. Η Χρυσούλα Πατεράκη συνδέει τη λαχτάρα επιστροφής του παιδιού στη μάνα, ανάγκη η οποία μπορεί να ανακοπεί από μια δύναμη μονάχα: τον θάνατο. Συνδετικός κρίκος των συναισθημάτων που αναβλύζουν στο κείμενο της συγγραφέως, το σπασμένο μπουκάλι αρώματος δίπλα στο ξεψυχισμένο κορμί της κόρης, το δώρο που ήθελε να δώσει στη μητέρα της. Τώρα, το άρωμα αυτό διασκορπίζεται σε κάθε γωνιά του άδικου αυτού κόσμου, για να το μυρίζουν όλοι και να θυμούνται.
Στο τελευταίο βαγόνι του βιβλίου ο Χρήστος Τσαντής μεταφέρει τον προβληματισμό του αναγνώστη στο πεδίο των ΜΜΕ και του ρόλου τους κατά την παρουσίαση σοβαρών γεγονότων που ενέχουν πολιτικές ευθύνες. Εκφοβισμοί, απειλές, απολύσεις σε κείνους που θα προσπαθήσουν να καταγράψουν την αλήθεια. Ο συγγραφέας αναζητεί την υπέρβαση του δημοσιογράφου, καθώς γνωρίζει πως όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, η αλήθεια δεν μπορεί να μείνει θαμμένη.
Τα κείμενα του Συλλογικού Αφιερώματος «Η άνοιξη σταμάτησε στα Τέμπη» κοιτάζουν άπαντα στην ίδια πλευρά, δακρύζουν το ίδιο, φωνάζουν το ίδιο, συστρατεύονται για έναν σκοπό. Να μην ξαναγίνει το κακό. Τα παιδιά θάφτηκαν και δεν γίνεται τούτο να αλλάξει. Όμως, προς Θεού, η αλήθεια να μην μείνει θαμμένη. Να μην ξαναγίνει ετούτο το κακό.

