Γράφει ο Χρήστος Τσαντής
Από το τεύχος 14 του περιοδικού Ραδάμανθυς
Να ξεκαθαρίσουμε ξεκινώντας ως εξής: Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται – και αν μοιάζει έτσι, θα πρόκειται για τραγωδία ή για φάρσα, όπως εύστοχα είχε πει ο Μαρξ. Όμως, οι συγκρίσεις με το παρελθόν, μας βοηθούν ίσως να καταλάβουμε καλύτερα το παρόν. Ίσως να αποτελούν και τροχιοδεικτικές βολές για το μέλλον. Μας δίνουν τη γνώση, έτσι ώστε να γίνουμε ικανοί να ενώσουμε τα κομμάτια του σύνθετου γεωοπολιτικού παζλ. Δεν ανατρέχουμε στην ιστορία για να φορέσουμε τα φθαρμένα της κουρέλια στο παρόν, αλλά για να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα την καταγωγή των υλικών με την οποία ντύνονται σήμερα τα γεγονότα. Για παράδειγμα:
- Το πλαίσιο των πολεμικών συγκρούσεων που σήμερα μαστίζουν τον πλανήτη, ίσως αποδίδεται καλύτερα από έναν αρχαίο Αθηναίο στρατηγό και ιστορικό:
Η περίφημη «Θουκυδίδεια παγίδα» που λέει ότι: Όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να αντικαταστήσει μια κυρίαρχη, ο πόλεμος γίνεται πιθανός.
Η παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας, η σταδιακή επικράτηση της Κίνας στον οικονομικό ανταγωνισμό, η ενδυνάμωση της Ρωσίας μετά από την επικράτηση του Πούτιν, η ανάδυση νέων δυνάμεων στο γεωοπολιτικό περιβάλλον, ίσως να είναι το καλύτερο τοπίο για την εφαρμογή της παγίδας στην οποία αναφέρεται ο Θουκυδίδης.
«Η αύξηση της δύναμης των Αθηναίων και ο φόβος που προκάλεσε το γεγονός αυτό στους Σπαρτιάτες ήταν η πραγματική αιτία του πολέμου», λέει ο Θουκυδίδης.
Φόβος για την αλλαγή των ισορροπιών, η επίδειξη δύναμης ώστε να μη φανεί ότι υποχωρεί η υπερδύναμη και πάνω απ’ όλα το συμφέρον: να πως φωτίζονται από την αρχαιότητα οι αιτίες του σύγχρονου πολέμου, του Τρίτου Παγκόσμιου που έχει ήδη ξεκινήσει. - Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, του Μαρξ, ίσως αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο το πολιτικό περιβάλλον που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάδυση σε παγκόσμιο επίπεδο πολιτικών σαλτιμπάγκων, πρόθυμων υπαλλήλων των εταιριών του πολέμου και ανιστόρητων ηγετών. Η ομιχλώδης Γαλλία που περιγράφει ο Μαρξ, το 1850, αδυνατεί να δεχτεί την ήττα και ο ανιψιός του Ναπολέοντα, ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης διαδέχεται στην εξουσία το «Κόμμα της Τάξης», κάνοντας πραξικόπημα. Ο ίδιος θέλει να κάνει τη Γαλλία ξανά μεγάλη, έχει ισχυρή επιρροή στα λαϊκά και μικροαστικά στρώματα, και ο δρόμος του έχει στρωθεί με ροδοπέταλα από αυτούς που υποτίθεται ότι τον πολεμούσαν.
Πώς συνδέεται όμως ο Τραμπ με τον βοναπαρτισμό;
Ο βοναπαρτισμός (όπως τον περιγράφει ο Μαρξ) είναι ένα φαινόμενο όπου:
-Ένας «σωτήρας» που έρχεται «άνωθεν», παρουσιάζεται ως υπεράνω των κομμάτων, δηλώσει «outsider», όχι πολιτικός.
-Στηρίζεται στις μάζες, όχι στην παραδοσιακή ελίτ (με αύξηση μάλιστα της συμμετοχής, όπως έγινε στις αμερικανικές εκλογές και αντίστοιχη βέβαια αύξηση των μηχανισμών χειραγώγησης)
-Ασκεί εξουσία με αυταρχικά χαρακτηριστικά, συχνά υπερβαίνοντας το θεσμικό πλαίσιο.
-Επικαλείται το «έθνος», τη «τάξη», την «ασφάλεια».
-Η άρχουσα τάξη τον ανέχεται ή τον χρησιμοποιεί
Ο Μαρξ τονίζει πώς ο Βοναπάρτης χρησιμοποίησε το «όνομα Ναπολέων» για να δημιουργήσει νομιμοποίηση.
Ο Τραμπ χρησιμοποίησε την επωνυμία του ως brand εξουσίας, συνδεδεμένη με επιτυχία, δύναμη, ο «αυτοδημιούργητος» ηγέτης.
Ορισμένοι, όπως ο πολιτικός φιλόσοφος Enzo Traverso έχει χαρακτηρίσει τον Τραμπ και παρόμοιες μορφές ως μεταμοντέρνους βοναπαρτιστές ή παραμορφωμένα είδωλα αυταρχικού λαϊκισμού. Άλλοι, βλέπουν στον Τραμπ την απόδειξη ότι η αστική τάξη είναι πρόθυμη να ανεχθεί «ανορθολογικούς» ηγέτες, αν εξυπηρετούν τα οικονομικά της συμφέροντα.
Το σημαντικότερο όμως είναι το σε ποιες συνθήκες επωάζεται ο «βοναπαρτισμός»:
Σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης επέλασης, διάλυσης του κοινωνικού κράτους, και οπισθοδρόμησης σε όλα τα πεδία, τα «κόμματα της τάξης» σε όλο τον κόσμο στρώνουν το έδαφος σε τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ ισχύει το ρητό: και ο γιαλός είναι στραβός και στραβά αρμενίζουμε.
Ο κλάδος των βιομηχανιών του πολέμου ου περιλαμβάνει εταιρείες όπως Lockheed Martin, Northrop Grumman, RTX (Raytheon), General Dynamics κ.ά. – έχει δωρίσει περίπου 100 εκατ. $ στον πολιτικό κόσμο των ΗΠΑ, την περίοδο 2020-2024, με αύξηση της χρηματοδότησης προς τους Δημοκρατικούς. Το 2020 έδωσαν περισσότερα στους Ρεπουμπλικάνους και το 2024 έδωσαν πιο πολλά στους Δημοκρατικούς.
Για την Ευρώπη δεν υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία, καθώς υπάρχουν σο-βαροί περιορισμοί στη διαφάνεια για ιδιωτικές δωρεές προς τα κόμματα.
Σύμφωνα με γερμανικά μέσα, εταιρείες οπλικών συστημάτων (π.χ. θυγατρικές Rheinmetall, όπως Blackned, ή drone startup Helsing) κατέβαλαν χρηματικά ποσά σε βουλευτές, ειδικά σε μονάδες που αποφασίζουν για προμήθειες και εξαγωγές όπλων. Το 2023, αξιωματούχοι της Rheinmetall έκαναν “μεταφορές κεφαλαίων” σε βουλευτές, πιθανώς για να επηρεάσουν αποφάσεις προμηθειών αξίας δισεκατομμυρίων. Έρευνα της Greenpeace (2021) καταγράφει ότι από το 2005 έως το 2021 η αμυντική βιομηχανία έχει δωρίσει τουλάχιστον 1,83 εκ. € σε γερμανικά κόμματα.
Ταυτόχρονα παρατηρείται αρκετοί εξέχοντες πολιτικοί τα τελευταία 30 χρόνια διατηρούν ή διατηρούσαν στενές σχέσεις με τη βιομηχανία όπλων:
-Ο Φρίντριχ Μέρτς, Γερμανός Καγκελάριος, διετέλεσε πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της BlackRock από το 2016 έως το 2020. Η BlackRock είναι ο μεγαλύτερος διαχειριστής κεφαλαίου στον κόσμο, με τεράστια εισροή σε πολ-λούς τομείς, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας. H BlackRock διατηρεί έναν ισχυρό «revolving door» με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, απασχολώντας πολλούς πρώην αξιωματούχους—όχι μόνο πολιτικούς, αλλά και κορυφαία στελέχη σε ομοσπονδιακές υπηρεσίες.
Το φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας»: Ανώτεροι δημόσιοι αξιωματούχοι ή στρατιωτικοί μετακινούνται στις εταιρείες όπλων (σε θέσεις συμβούλων, Δ.Σ., ή ως lobbyists), και/ή το αντίστροφο — στελέχη από τη βιομηχανία αναλαμβάνουν κρατικές θέσεις που επηρεάζουν τις πολιτικές, προμήθειες, ή ρύθμιση όπλων.
-Sigmar Gabriel – πρώην αντικαγκελάριος της Γερμανίας και υπουργός εξωτερικών. Από το 2025 κατέχει έδρα στο Δ.Σ. της Rheinmetall, κορυφαίας γερμανικής εταιρείας όπλων.
-Dirk Niebel, πρώην υπουργός (FDP), μετακινήθηκε το 2015 ως σύμβουλος στη Rheinmetall.
-Franz Josef Jung, πρώην Υπ. Άμυνας, εντάχθηκε το 2017 στο Δ.Σ. της Rheinmetall.
-Karl-Theodor zu Guttenberg, πρώην Υπ. Άμυνας, ακολούθησε πολιτική καριέρα στο εξωτερικό, αλλά αναδείχθηκε ως παράδειγμα revolving door προς τον ιδιωτικό τομέα σε σύγχρονα think tanks, αν και η θητεία του δεν προχώρησε σε εταιρία όπλων άμεσα .
-Christopher Pyne – Υπουργός Άμυνας στην Αυστραλία (2009–2017). Μετά την αποχώρησή του από την πολιτική το 2019, το ίδιο καλοκαίρι ανέλαβε θέση συμβούλου στη βιομηχανία άμυνας.
-Ben Wallace – Πρώην Υπουργός Άμυνας στη Μεγάλη Βρετανία (2019–2023), από το 2024 εργάζεται ως συνεταίρος στην Boka Group, εταιρεία επενδύσεων στους χώρους της αμυντικής τεχνολογίας.
-Michael Fallon – Υπουργός Άμυνας στη Μεγάλη Βρετανία 2014–2017. Κατηγορήθηκε για στενές σχέσεις με εταιρείες όπλων και για ελαστική στάση στις ε-ξαγωγές προς τη Σαουδική Αραβία.
-Μία έκθεση του Γραφείου Λογοδοσίας (GAO) των ΗΠΑ, διαπίστωσε ότι περίπου 1.700 υψηλόβαθμοι κρατικοί αξιωματούχοι μεταπήδησαν στη βιομηχανία όπλων μέσα στα τελευταία 5 έτη.
-Περισσότερο από 80 % των απόστρατων στρατηγών και των ναυάρχων των ΗΠΑ εργάζονται πλέον σε εταιρείες όπως Lockheed Martin και Raytheon.
-Το 2022, οι κορυφαίοι 20 κατασκευαστές όπλων απασχόλησαν 672 πρώην κυβερνητικούς/στρατιωτικούς.
-Επίσης, μεγάλο ποσοστό μελών του Κογκρέσου υπηρετούν ως σύμβουλοι – ειδικά σε θέματα πυρηνικής στρατηγικής, όπως ο Jon Kyl και ο Franklin Miller.
-Στη Μεγάλη Βρετανία, Πρωθυπουργοί και υπουργικοί κύκλοι συναντήθηκαν περισσότερες φορές με BAE Systems, παρά με οποιαδήποτε άλλη εταιρεία από το 2012 έως 2023.
Ο πόλεμος γίνεται αναγκαίο μέσο για να αυγατίσουν τα κέρδη τους οι πολυεθνικές των όπλων. Το προσωπικό τους σε καίριες θέσεις μέσα σε κρατικούς θεσμούς και σε κυβερνήσεις έρχεται να υποστηρίξει αυτή τη στρατηγική. Η απουσία ηγετικών προσωπικοτήτων στην πολιτική ευνοεί την επικράτησή τους.
Κάθε αύξηση των αμυντικών δαπανών προϋποθέτει ακόμη περισσότερες περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες (παιδεία, υγεία, συντάξεις, μισθοί κ.λπ.
Το 2021 οι πολεμικές δαπάνες σε παγκόσμιο επίπεδο ξεπέρασαν το ρεκόρ των 2,1 τρις δολαρίων. Μπορεί να αναλογιστεί κανείς πόσα ζητήματα θα μπορούσαν να λυθούν σε παγκόσμιο επίπεδο, με αυτά τα χρήματα.
Από το 2021 έως και το 2024 οι πολεμικές βιομηχανίες των ΗΠΑ ανέβασαν τις αξίες των μετοχών πάνω από 80%. Ανάλογα μεγάλα και τα κέρδη των ευρωπαϊκών.
Το ίδιο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ καταγράφει για το 2023 στοιχεία αύξησης της συνολικής αξίας πώλησης προϊόντων της πολεμικής βιομηχανίας κατά 56% σε σχέση με το 2022.
Πολεμικές βιομηχανίες όπως η Lockheed Martin, βασίζουν τα κέρδη τους σε κρατικές παραγγελίες και επιδοτήσεις. Το 70% των εσόδων της προέρχεται από το κράτος.
Οι βιομηχανίες όπλων και οπλικών συστημάτων διατηρούν πληθώρα σχέσεων με μέσα ενημέρωσης—από άμεση ιδιοκτησία έως διαφημιστικά σποτάκια, αναλυτές με συμφέροντα και στρατηγική επικοινωνίας—σχηματίζοντας το λεγόμενο “βιομηχανικο-στρατιωτικό και επικοινωνιακό σύμπλεγμα”. Τρανό παράδειγμα είναι η General Electric, ιδιοκτήτρια του NBC, που την εποχή του Πόλεμου του Κόλπου είχε συμβόλαια όπλων (Tomahawk, AWACS). Έχει κανείς αμφιβολία για το είδος των ειδήσεων που προωθούσε;
Οι στρατιωτικοί αναλυτές που εμφανίζονται σε κανάλια ειδήσεων (π.χ. Fox, CNN, NBC) συχνά είχαν θέσεις ή συμβόλαια με εταιρείες όπλων. Μεγάλα think‑tanks που χρηματοδοτούνται από την άμυνα (π.χ. Brookings, Lexington Institute) συχνά δίνουν αναλυτές στα ΜΜΕ—οι οποίοι χωρίς πλήρη αποδοχή των πηγών τους, υποστηρίζουν αυξημένα κονδύλια αμυντικών προ-γραμμάτων. Το Reuters και άλλες πηγές κατέγραψαν ότι τέτοιοι αναλυτές συχνά υπερασπίζονταν εξοπλιστικά προγράμματα χωρίς να αποκαλύπτουν τη χρηματοδότηση των εταιρειών που τους απασχολούν. Τουλάχιστον 85% των αναφορών για τον πόλεμο στην Ουκρανία προέρχονταν από think tanks με δεσμούς με εταιρείες όπλων.
Οι εταιρείες κάνoυν στοχευμένη επιρροή—πχ. η Rheinmetall συμμετέχει σε Ευρωπαϊκά Forums μαζί με Lockheed για να «εμβαθύνουν τους δεσμούς με ΜΜΕ και κοινό». Στρατηγικές εταιρικής επικοινωνίας σε LinkedIn, Instagram, και βιομηχανικά fora για να «τραβήξουν υποψήφιους εργαζόμενους» και «να εξασφαλίσουν ευνοϊκή δημόσια εικόνα». Ακόμα κι αν δεν υπάρχουν οι «εχθροί» θα πρέπει να κατασκευαστούν.
Θα πρέπει να πειστούμε δηλαδή, για παράδειγμα, ότι:
-η Ρωσία, που στη δική της φτηνή ενέργεια στηρίχθηκε το Γερμανικό θαύμα, ξαφνικά έγινε ο νούμερο ένα εχθρός της Ευρώπης,
-ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεκίνησε με τη Ρωσική επέμβαση και όχι το 2014 με την επίθεση που καθοδήγησαν οι ΗΠΑ στο Ντονμπάς και την Οδησσό,
-ότι η γενοκτονία των Παλαιστινίων είναι «αντίποινα» από ένα κράτος που έχει δικαίωμα στην αυτοάμυνα, όπως οι ναζί είχαν «δικαίωμα στην αυτοάμυνα» σφάζοντας και καίγοντας στο Δίστομο, στα Καλάβρυτα, στην Κάνδανο και αλλού.
-ότι δεν ξεκίνησαν όλα με τη παραβίαση των συμφωνιών που υπήρχαν ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, για τη μη επέκταση του ΝΑΤΟ.
-ότι εμείς οι Έλληνες, είμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά έχουμε «ήρεμα νερά» με την Τουρκία και κάνουμε συναντήσεις στα Κατεχόμενα της Κύπρου.
-ότι μπορούμε να παίρνουμε οπλικά συστήματα από τα νησιά και να τα στέλνουμε να βομβαρδίζουν Έλληνες στη Μαριούπολη και στην Ανατολική Ουκρανία.
Πάνω απ’ όλα όμως, θα πρέπει να πειστούμε να στηρίξουμε τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη συμμετοχή της χώρας μας σε αυτόν.
Χρήστος Τσαντής
