Το κύμα της δημιουργικότητας – Γιώργος Ηλιάδης

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα

«Ο ΜΠΑΜΠΗΣ Ο ΠΛΑΣΙΕ»

του Γιώργου Ηλιάδη

Γιώργος Ηλιάδης – Ο Μπάμπης ο πλασιέ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

 

ΘΑ ΠΗΓΑΙΝΑ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΩ στην ένωση, σαν πτυχιούχος πια συγγραφέας, με τρία βιβλία στο ενεργητικό μου. Άλλοι βέβαια το ‘χαν πετύχει με την πρώτη γιατί έγραψαν “παπάδες”, δεν είμαστε βέβαια όλοι όμοιοι. Όλα τα πτυχία είναι καλά, αρκεί να τα ‘χεις μαζεμένα σε κάποιο συρτάρι, να τσιμπήσεις αυτό που χρειάζεσαι, να το παρουσιάσεις, την ώρα που πρέπει, σ’ αυτόν που το ζητά. Δύσκολο μεν πράμα το γράψιμο, αλλά όμορφο, γιατί κατά κάποιο μαγικό τρόπο, αν δεν έχεις άρρωστα κίνητρα, το γράψιμο σε γεμίζει σαν άνθρωπο. Σου δημιουργεί μία διάθεση προσφοράς, κοινωνικού ακτιβισμού. Αν θες βέβαια, γιατί… αν δεν θες… “πέρα βρέχει”. Καθώς η γραφή σου από τη μία βελτιώνεται μέρα με τη μέρα, το χέρι γράφει, σβήνει, διορθώνει, προχωρά, ανακαλύπτει – και είναι έτοιμο να πάθει τενοντίτιδα από τη συνεχή χρήση ή απλά σύνδρομο πηχυαίου σωλήνα, από την άλλη ήδη έχουν αρχίσει οι μεγάλες δυσκολίες με τη θεματολογία, γιατί δεν είναι εύκολο να τσιμπήσεις ένα θέμα να το κάνεις βιβλίο. Ρωτήστε τους καθ’ ύλην αρμόδιους επαγγελματίες συγγραφείς – όχι εμάς τους ευκαιριακούς και εποχιακούς – να σας εξηγήσουν τι σόι λούκια περνάνε και πού καταφεύγουν όταν τους εγκαταλείπει ή μούσα τους!

Ήταν 6.30 η ώρα, εκείνο το Αυγουστιάτικο απόγευμα, με τον αέρα να λυσσομανά με ένταση κοντά στα 8 μποφόρ, ν’ απειλεί να ξεσκίσει τις τέντες στο μπαλκόνι, να πετάξει τις γλάστρες στη διπλανή ταράτσα. Γκρέμισε το τεράστιο γιούκα 3 φορές, μέχρι να αποφασίσω να το δέσω στα κάγκελα μ’ ένα κομμάτι σκοινί από την απλώστρα των ρούχων. Όταν αποφασίσει να φυσήξει ο βοριάς, στον κόλπο του Μιραμπέλλου και κατοικείς σε σπίτι με ανοιγμένες τέντες για προστασία από τον ήλιο ή τη βροχή, νοιώθεις σα να είσαι σε ιστιοπλοϊκό, μεσοπέλαγα κι ο αέρας είναι έτοιμος να το τουμπάρει.

Μακριά από το βάθος του ορίζοντα ένα κρις-κραφτ ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα προς την παραλία, τραβώντας μερικά πιτσιρίκια που ούρλιαζαν από χαρά και φόβο, δεμένα πάνω σε μία μπανάνα. Ο ήλιος βρισκόταν ακόμη ψηλά, ο αέρας σφύριζε καθώς ακουμπούσε τα καλώδια της Δ.Ε.Η., ενώ ο «σερίφης» (η γυναίκα μου) περίμενε ανυπόμονα εκείνη την ώρα πίσω από την πλάτη μου, για να μπει στο κομπιούτερ, να δει τα δικά του email, να σιγουρευτεί αν τελικά θα γινόμασταν για 7η φορά “φόστερ πάρεντς” ενός μπασταρδεμένου Τσιχουάουα, της Σούζι, που θα της έστελνε ένα μέλος της φιλοζωικής του Ηρακλείου, η Πηνελόπη η Μαρή. Αν θα γινόμασταν δηλαδή “θετοί γονείς“, για ένα κουτάβι τριών μηνών, μέχρι η φιλοζωική να εξασφαλίσει κανονικούς γονείς στην Ολλανδία ή στη Σκωτία, που θ’ αναλάμβαναν τα έξοδα στείρωσης, τοποθέτησης μικροτσίπ και διαβατηρίου μεταφοράς για το σκυλάκι. Κατά διαστήματα μου είχε κουβαλήσει στο σπίτι άλλα έξι κουτάβια – διαφόρων ηλικιών, ράτσας, χρωμάτων και μεγεθών – που φιλοξενήθηκαν από είκοσι μέρες μέχρι πέντε μήνες.

Λίγες μέρες πριν είχαμε συμφωνήσει, μετά το τελευταίο, ένα διαβολικό κουτάβι που μάσαγε ό,τι έβρισκε στο διάβα του, πατούσες, δάχτυλα ποδιών, παπούτσια, χαλιά, χαλιά, γλάστρες, έπιπλα, μέχρι γυάλινα ποτήρια που είχαν ξεφύγει από κάποιο χέρι και είχαν θρυμματιστεί στα πλακάκια του πατώματος, να μην ξαναφέρει σκυλί “τράνζιτ” στο σπίτι, γιατί θα τσακωνόμασταν άσχημα.         

Πέντε μήνες κράτησε το μαρτύριο, ώσπου τελικά καταφέραμε να το ξεφορτωθούμε και να το φορτωθεί δια βίου, ένα ζευγάρι Ολλανδών, από το Βένλο. Τότε έπεσαν οι διαβεβαιώσεις, ότι δεν θα ξαναγινόμασταν ”φόστερ πάρεντς”. Το τελευταίο διαβολικό κουτάβι, ο Μασητής, φαίνεται της είχε δώσει ένα καλό μάθημα, αφού της μάσησε μία τσάντα Γκούτσι, ένα ζευγάρι μπότες και μία προσθετική “αλογοουρά” φτιαγμένη από φυσικό μαλλί. Επιτέλους συμφώνησε να μην ξανακουβαλήσει άλλο, αφού η ζημιά των τελευταίων τριών μασημάτων του εν λόγω “τέρατος”, εκτός τα άλλα που είχε εξολοθρεύσει ή μισοκαταστρέψει κατά την διάρκεια παραμονής του στο σπίτι, ήταν αρκετά “αλμυρή”. Είχε ανέλθει στα 1.000 ευρώ, (450 η τσάντα, 200 οι μπότες και 350 το ποστίς).

Είχε «συμφωνήσει»… είναι ένας λόγος, γιατί ο σερίφης δεν το έχει διόλου δύσκολο ν’ αλλάξει γνώμη σε ανύποπτο χρόνο, να σε ξαναφέρει προ νέου τετελεσμένου από τη μία στιγμή στην άλλη. Απλά και εύκολα ορκίζεται – με το δικό του μοναδικό τρόπο – όταν με φέρνει εκτός εαυτού, όταν δηλαδή αρχίζω τα μπινελίκια, για τους μπελάδες που μας βάζει η εκάστοτε καινούρια του έμπνευση. Αργότερα βέβαια, ξεχνά τη διαβεβαίωση που μου έχει δώσει, επαναλαμβάνει το σφάλμα, το οποίο μάλιστα βαφτίζει «καθήκον» της. Όταν πάει κάτι στραβά αμολά ένα ”I am sorry, ντεν τα το ξανακάνω, ορκίζομαι”, έτσι θαρρεί πως της δίνω συγχωροχάρτι.

[…] «Αν τες να κατίσω ήσυκη την ώρα που γκράφεις, υποσκέσου πως τα κρατήσουμε το σκυλάκι που στέλνει η Πηνελόπη».

Να και ο εκβιασμός! Δεν είχα διάθεση να τσακωθώ.

«Εντάξει», είπα, ελπίζοντας πως το κουτάβι δεν θα εξελιχτεί σε δεύτερο “μασητή”.

Καθώς αγνάντευα τον ορίζοντα, παρακολουθούσα τα φύλλα του γιασεμιού να χτυπούν με δύναμη στο δεξί δοκάρι της πέργκολας, τα άνθη του να αυτοκτονούν, το ένα μετά το άλλο, πέφτοντας στο μπαλκόνι, τα κλαριά απ’ τα γεράνια να σπάνε και να γκρεμίζονται στην άπονη άσφαλτο, την ολοκόκκινη τριανταφυλλιά να φυλλοροεί – σαν την επανάσταση που ξεκινά δυναμικά, έπειτα αποδεκατίζεται, μετατρεπόμενη σε σέχτες διαφωνιών ή συμφερόντων – τον ήλιο να δύει μες τη ραστώνη του, ενώ η σελήνη υψωνόταν πίσω από δύο συννεφάκια.

Τα κύματα της θάλασσας φουσκωμένα, έσπαγαν με φοβερή δύναμη στις ακτές των δύο μικρών νησιών των Αγίων Πάντων, στον κόλπο του Μιραμπέλλου. Ένα σμήνος γλάρων συναντούσε ένα άλλο ψηλά στον αέρα κι όλοι μαζί, αφού συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, πέταξαν προς την βάρκα του Νίκου του Σπανουδάκη, που εκείνη τη στιγμή πλησίαζε το λιμάνι. Οι γλάροι αναγνώριζαν την τράτα, γιατί ο Νίκος τους φίλευε με ψάρια όταν μάζευε τα δίχτυα κι έβλεπε πως υπήρχε περίσσευμα για τα ιπτάμενα φιλαράκια του.

Ξαφνικά ένιωσα το κύμα δημιουργικότητας  να με καταλαμβάνει. Έσπευσα να το προλάβω. Το πληκτρολόγιο πήρε φωτιά, άρπαξα την… συγγραφική σανίδα, έκανα πολλές “απλωτές” και με υπερένταση έπιασα το κύμα την τελευταία στιγμή πριν κατευθυνθεί οργισμένο προς το τεχνητό ακρογιάλι μπροστά στο ξενοδοχείο ΕΡΜΗΣ και σπάσει, λούζοντας σε εκείνο το σημείο τους διερχόμενους διαβάτες, τα μηχανάκια, τα αυτοκίνητα, τον δρόμο απ’ άκρη σ’ άκρη και προπαντών τους πελάτες στην καφετέρια του Νίκου του Δατσέρη – ενός καλού επαγγελματία από τον Κρούστα που σερβίρει ωραία καφεδάκια, αχτύπητους λουκουμάδες, μαζί με “άπαιχτες” κρέπες, στον παραλιακό ανάμεσα στα ξενοδοχεία ΕΡΜΗΣ και ΚΟΡΑΛ.

Ξεκίνησα αποφασιστικά, αν και στο πληκτρολόγιο είχαν μισοσβήσει από την πολλή χρήση κάποια γράμματα, κάτι που δυσκόλευε το όλο εγχείρημα. Σχεδόν μία ώρα είχε περάσει προσπαθώντας να εμπνευστώ, αγναντεύοντας τον υπέροχο ορίζοντα, ακούγοντας το θρόισμα των λουλουδιών στο μπαλκόνι, τα κύματα του Κρητικού πελάγους που έσπαζαν αφρίζοντας πάνω στα βράχια.

Εκείνο το ένα, που τελικά κατάφερα έγκαιρα να καβαλήσω, ήδη έσπρωχνε τη “συγγραφική σερφοσανίδα”. Έτσι γίνονται αυτά, απλά φτιάχνεις τη ζύμη του βιβλίου στο μυαλό, κατόπιν τη ρίχνεις πάνω στο καθαρό τραπέζι της δημιουργίας, την πασπαλίζεις με αλεύρι, πιάνεις τον πλάστη και δώσ’ του άπλωμα. Εξαρτάται πια απ’ το τι είδους φύλλο θέλεις να φτιάξεις: χοντρό για χορτόπιτα, ή λεπτό για μπουγάτσα; Ενδιάμεσα υπάρχουν άλλες 345 παραλλαγές. Απλά διαλέγεις και πλάθεις!


Μετά από τα ιστορικά μυθιστορήματα «Τα δυο πουγκιά» και «Το Μαγκάλι», ο Γιώργος Ηλιάδης μας συστήνει τον «Μπάμπη». «Ο Μπάμπης ο πλασιέ» είναι ένας ιδιαίτερος τύπος της νεοελληνικής κοινωνίας, με φιλοδοξίες που τον φέρνουν στα καζίνο, αλλά και στο κατώφλι της Σκάλας του Μιλάνου! Η περιπέτεια της ζωής του δεν διαφέρει και πολύ από την περιπέτεια κάθε ελεύθερου επαγγελματία που παλεύει μέσα σε αντίξοες συνθήκες για τον επιούσιο. Όμως, ο τρόπος του Μπάμπη, τα ταξίδια και η ιστορία του, έχουν κάτι εξωτικό και μυστηριώδες. Βλέπεις, η λάμψη δεν συνοδεύει πάντα το χρυσό!

Για παραγγελίες του βιβλίου, δείτε εδώ: https://ekdoseis-radamanthys.webnode.gr/products/giorgos-iliadis-o-mpampis-o-plasie/

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s