Γράφει ο Χρήστος Τσαντής
Από το τεύχος 14 του περιοδικού Ραδάμανθυς
Τα Χανιά αλλάζουν πρόσωπο και πίσω από τις ανακαινισμένες προσόψεις και τα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα για τουριστική εκμετάλλευση (περισσότερα από 2.200 μόνο για βραχυχρόνια μίσθωση), απλώνεται μια σιωπή που δεν είναι του τουρίστα· είναι του κατοίκου της πόλης που δεν βρίσκει σπίτι να μείνει. Παράλληλα, νέοι, εργαζόμενοι, οικογένειες εγκαταλείπουν την πόλη γιατί δεν αντέχουν το κόστος ζωής.
Στοιχεία από άρθρα το διαδίκτυο αναφέρουν πως οι κλίνες Airbnb αυξήθηκαν το 2023 κατά περίπου 45% σε σχέση με το 2019, χρονιά στην οποία εκλέχτηκε για πρώτη φορά ο σημερινός δήμαρχος. Το πρόβλημα λοιπόν, δεν είναι ούτε άγνωστο ούτε καινούργιο. Τώρα όμως έχει οξυνθεί σε τρομερό βαθμό, καθώς η δημοτική αρχή – ακολουθώντας την κυβερνητική πολιτική στο συγκεκριμένο ζήτημα – αφήνει την αγορά ανεξέλεγκτη, με συνέπεια τα προβλήματα να μεγεθύνονται. Η συζήτηση που έγινε πρόσφατα στο Δημοτικό Συμβούλιο αποκάλυψε αυτό που όλοι βλέπουν: η κρίση στα Χανιά έχει πάρει διαστάσεις κοινωνικής αποσάθρωσης. Και ενώ το πρόβλημα είναι ορατό, η δημοτική αρχή περιορίζεται σε δηλώσεις «αναρμοδιότητας». Ο Δήμος Χανίων όμως διαθέτει πάνω από 1.000 ακίνητα, εκ των οποίων 309 στη Δημοτική Ενότητα Χανίων και 166 στο Ακρωτήρι. Πρόκειται για σημαντικό απόθεμα δημόσιας περιουσίας, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για πολιτικές κοινωνικής κατοικίας, φιλοξενίας νέων ή στήριξης ευάλωτων ομάδων. Αντ’ αυτού, μεγάλο μέρος παραμένει ανενεργό. Κτίρια εγκαταλελειμμένα, οικόπεδα αναξιοποίητα, ενώ προγράμματα όπως το «Στέγαση και Εργασία» ή η μίσθωση δέκα κατοικιών για αστέγους — παρότι θετικά βήματα — καλύπτουν ένα απειροελάχιστο ποσοστό των πραγματικών αναγκών. Η υπόθεση του παλιού Ψυχιατρείου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένας χώρος που θα μπορούσε να μετατραπεί σε σημείο κοινωνικής επανένταξης, στέγασης ή πολιτιστικής δημιουργίας, παραμένει χωρίς σαφή προοπτική.
Η δημοτική αρχή επικαλείται θεσμικά εμπόδια για την αλλαγή χρήσεων — όμως η επίκληση εμποδίων δεν είναι πολιτική στάση· είναι δικαιολογία για την αδράνεια και έλλειψη βούλησης. Κάθε μέρα που περνά, η απραξία μεταφράζεται σε απώλεια: στην αξία των ακινήτων, στην κοινωνική συνοχή, στην ίδια την ψυχή της πόλης.
Οι δυνατότητες παρεμβάσεων της Δημοτικής αρχής
Η τουριστική ανάπτυξη, χωρίς πλαίσιο και ρυθμίσεις, αλλοιώνει την πόλη εκ των έσω. Κάθε τουριστική επένδυση χωρίς κοινωνικό αντίβαρο είναι μια μικρή μετατόπιση του ορίου ανάμεσα στην πόλη των κατοίκων και στην πόλη-βιτρίνα. Παρότι η Δημοτική Αρχή δεν έχει άμεση νομοθετική αρμοδιότητα για να «απαγορεύσει» ή να «περιορίσει» τις βραχυχρόνιες μισθώσεις καθολικά, διαθέτει μια σειρά από εργαλεία θεσμικά, κανονιστικά, πολεοδομικά και πολιτικά που μπορούν να λειτουργήσουν ρυθμιστικά και προστατευτικά για τις γειτονιές. Μια συζήτηση με μηχανικούς των Χανίων, μπορεί να δώσει πολλές ιδέες για τρόπους παρέμβασης. Η δημοτική αρχή δεν είναι αναρμόδια, έχει περιθώρια δράσης, τόσο νομικά όσο και πολιτικά. Η αδράνεια είναι επιλογή προτεραιοτήτων και η ρύθμιση της τουριστικοποίησης δεν απαιτεί κατάργηση του τουρισμού· απαιτεί ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος στην κατοικία και της οικονομικής δραστηριότητας.
Ο Δήμος μπορεί να ορίσει ζώνες κατοικίας, τουρισμού, μικτών χρήσεων κ.λπ. και να εισαγάγει όρια χρήσης. Αν μια περιοχή χαρακτηριστεί ως “καθαρά κατοικίας”, μπορούν να τεθούν περιορισμοί στην επαγγελματική/τουριστική εκμετάλλευση των κατοικιών. Στην Κρήτη ήδη υπάρχουν παραδείγματα (π.χ. Ρέθυμνο, Ηράκλειο) όπου στο στάδιο διαβούλευσης τέθηκε το ζήτημα αποτροπής νέων τουριστικών καταλυμάτων σε περιοχές αστικής πίεσης. Άρα, τα νέα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια Χανίων μπορούν να προβλέψουν “ζώνες κορεσμού Airbnb”, όπως ήδη έχει συμβεί πιλοτικά στην Αθήνα. Για παράδειγμα: Ο Δήμος Αθηναίων έχει ζητήσει τη θέσπιση περιορισμών σε συγκεκριμένες πολυκατοικίες ή περιοχές (π.χ. Κουκάκι, Ψυρρή) μέσω θεσμοθέτησης Ζωνών Ειδικού Καθεστώτος Χρήσεων. Ο Δήμος Χανίων γιατί δεν κάνει κάτι αντίστοιχο;
Επίσης, ο Δήμος έχει το δικαίωμα να θεσπίζει κανονιστικές αποφάσεις που ρυθμίζουν τη χρήση δημοτικών υποδομών και την ομαλή λειτουργία των γειτονιών:
-Να θέσει περιορισμούς στην ηχορύπανση, τη στάθμευση, τη διαχείριση απορριμμάτων, τη λειτουργία κοινοχρήστων χώρων από καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης.
-Να απαιτεί εγγραφή ή δήλωση καταλύματος σε Δημοτικό Μητρώο (όπως έχει γίνει στη Βαρκελώνη ή στο Παρίσι, με βάση δημοτικά μητρώα).
-Επιβολή τοπικών τελών (π.χ. καθαριότητας, φωτισμού) προσαρμοσμένων στα τουριστικά ακίνητα, με αντίστοιχη μείωση τελών στους κατοίκους και στους επαγγελματίες. Πολιτική βούληση χρειάζεται και τεκμηρίωση ώστε να περάσει από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση.
Ο Δήμος μπορεί να ζητήσει επίσημα από το Υπουργεία Τουρισμού και Οικονομικών να θεσμοθετήσει όρια ανά περιοχή για τη βραχυχρόνια μίσθωση, εφόσον υπάρχει “κίνδυνος αλλοίωσης του οικιστικού χαρακτήρα”, όπως προβλέπεται από το θεσμικό πλαίσιο (Ν. 4446/2016 και Ν. 4472/2017). Άρα, ο Δήμος Χανίων μπορεί να συντάξει τεχνική μελέτη που να αποδεικνύει “κορεσμό” σε ορισμένες περιοχές (π.χ. Παλιά Πόλη, Χαλέπα, Νέα Χώρα), και να υποβάλει επίσημο αίτημα στο Υπουργείο για έκδοση ΚΥΑ περιορισμού βραχυχρόνιας μίσθωσης. Αυτό είναι ένα εργαλείο που ήδη εξετάζεται για τις περιοχές στην Αθήνα και για Σαντορίνη–Μύκονο.
Ο Δήμος μπορεί ακόμα να ιδρύσει ένα Παρατηρητήριο που θα παρακολουθεί τη σχέση τουρισμού–κατοικίας (πλήθος Airbnb, τιμές ενοικίων, εγκατάλειψη μόνιμων κατοίκων), θα παρέχει δεδομένα και θα υποστηρίζει τη χάραξη πολιτικής (όπως έκανε ο Δήμος Βαρκελώνης με το Observatori del Turisme). Ένα τέτοιο παρατηρητήριο μπορεί να λειτουργήσει σχετικά εύκολα στα Χανιά, σε συνεργασία με το Πολυτεχνείο Κρήτης.
Παράλληλα, ο Δήμος μπορεί να παρέμβει με θετικό τρόπο:
-Να διαθέσει μέρος των δημοτικών ακινήτων (πάνω από 1.000 διαθέτει) για κοινωνική κατοικία ή μακροχρόνια ενοικίαση σε χαμηλές τιμές,
-Να δημιουργήσει πρόγραμμα κινήτρων για ιδιοκτήτες που προτιμούν μακροχρόνια αντί βραχυχρόνια μίσθωση,
-Να αναπτύξει συνεργασία με συνεταιρισμούς κατοικίας.
Τέλος, με αποφάσεις Δημοτικού Συμβουλίου, θα μπορούσε ο Δήμος Χανίων να διεκδικήσει θεσμικά εργαλεία από την Πολιτεία, π.χ. να ζητήσει να ενταχθεί η πόλη στις “πιεσμένες περιοχές” που θα ρυθμιστούν με νέες διατάξεις. Παράλληλα, μπορεί να πρωτοστατήσει στη συγκρότηση δικτύου Δήμων με παρόμοια προβλήματα (όπως Ηράκλειο, Ρέθυμνο, αλλά και Κέρκυρα, Ρόδος κ.λπ.) για κοινές παρεμβάσεις.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν είναι παρατηρητής των εξελίξεων στην πόλη. Όταν μια δημοτική αρχή δηλώνει «αναρμόδια» για τη στέγαση, για ένα από τα πιο θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, ουσιαστικά αποσύρεται από τον πυρήνα του ρόλου της: να μεριμνά για την πόλη και τους ανθρώπους της. Και όταν διαθέτει σημαντική ακίνητη περιουσία αλλά δεν την αξιοποιεί, τότε η αδράνεια γίνεται επιλογή και όχι ατύχημα. Η ευθύνη δεν μεταβιβάζεται στο κράτος. Ο Δήμος οφείλει να πρωτοστατήσει: να διεκδικήσει προγράμματα, να αξιοποιήσει χώρους, να πιέσει για θεσμικές αλλαγές.
Χρήστος Τσαντής
