Πόσο διαβάζουμε στην εποχή της Τεχν. Νοημοσύνης;

Γράφει ο Χρήστος Τσαντής

Από το τεύχος 14 του περιοδικού Ραδάμανθυς

Cozy living room with open doors leading to a balcony with sea view at sunset

Το θέμα απασχολεί τους δημιουργούς, τους εκδότες και τους αναγνώστες και αποτέλεσε την κεντρική θεματολογία, με πολλές σχετικές συζητήσεις στην πρόσφατη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης, στην οποία συμμετείχαν και οι Εκδόσεις Ραδάμανθυς. Έρευνες υποστηρίζουν ότι εργαλεία ΤΝ μπορούν να καθοδηγήσουν τους φοιτητές σε βαθύτερους τρόπους σκέψης — όπως ανάλυση και αξιολόγηση, ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι με τον χρόνο μπορεί να ενισχυθεί η παθητική ανάγνωση, δηλαδή η ανταλλαγή αυτόματων σχολίων αντί κριτικής κατανόησης. Στις ΗΠΑ το ποσοστό των ατόμων (15+) που διαβάζουν καθημερινά για απόλαυση έπεσε σε 16% το 2023, από 28% το 2003 — πτώση σχεδόν 40% μέσα σε είκοσι χρόνια.

Ποια είναι όμως η κατάσταση στην Ελλάδα και στην Ε.Ε.;

Συγκρίνοντας τις σχετικές έρευνες που έχουν δημοσιευθεί τα τελευταία χρόνια, την πρόσφατη έρευνα του ΟΣΔΕΛ, με παλαιότερα ελληνικά δεδομένα (ΕΚΕΒΙ 2010) και με τρέχουσες ευρωπαϊκές/διεθνείς πηγές (Eurostat, EIBF/RISE, και άλλες) μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα.
Αυτά είναι, σε γενικές γραμμές:
Η Ελλάδα δείχνει να διαθέτει ένα σχετικά σταθερό αναγνωστικό κοινό, το οποίο μετά το 2010 παρουσιάζει μια ελαφρά ανοδική πορεία, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο ως προς το μερίδιο πληθυσμού που διάβασε βιβλίο τους τελευταίους 12 μήνες και ιδίως ως προς τους «εντατικούς αναγνώστες». Η έντυπη μορφή παραμένει κυρίαρχη. Τα e-books κερδίζουν μερίδιο σε νεότερους/ανδρικούς πληθυσμούς, ενώ τα audiobooks κινούνται σε πολύ χαμηλά. Αυτή είναι η τάση και σε επίπεδο ΕΕ.
Οι βασικοί ανασταλτικοί παράγοντες που τονίζουν οι αναγνώστες είναι: η έλλειψη χρόνου και η χαμηλή ελκυστικότητα των βιβλίων. Ενώ οι λόγοι που τους ωθούν να διαβάσουν ένα βιβλίο είναι: η απόλαυση που τους προσφέρει, η δυνατότητα «απόδρασης» από τα καθημερινά, η πληροφόρηση, και οι κοινωνικές συστάσεις.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι γυναίκες και οι νεότεροι σε ηλικία, φαίνεται να είναι οι πιο συστηματικοί αναγνώστες, στοιχείο όμως που παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά χώρα.

1) Ελλάδα: τι δείχνει ο ΟΣΔΕΛ (2021–2022)
Ο ΟΣΔΕΛ πραγματοποίησε πανελλαδική έρευνα, με θέμα: «Αναγνώσεις, αναγνώστες και αναγνώστριες: Το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα» (επιστ. ευθύνη Ν. Παναγιωτόπουλος, πεδ. Metron Analysis), που αποτέλεσε και την πρώτη συστηματική αποτύπωση μετά το ΕΚΕΒΙ (2010). Με βάση αυτή την έρευνα κατηγοριοποιήθηκε ο πληθυσμός σε μη αναγνώστες, μη εντατικοί, και εντατικοί αναγνώστες (με τους μη αναγνώστες γύρω στο 1/3). Κυρίαρχο παραμένει το βιβλίο σε έντυπη μορφή, ενώ e-books/αudiobooks φαίνεται πως έχουν μία διείσδυση σε νεότερους. Η έρευνα δείχνει επίσης ότι οι προσωπικές συστάσεις και η επαφή με το φυσικό βιβλίο επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την επιλογή του αναγνώστη.

2) Παλαιότερο σημείο αναφοράς (ΕΚΕΒΙ 2010)
Το ΕΚΕΒΙ χαρτογράφησε πρακτικές ανάγνωσης/πολιτισμικής συμμετοχής και τα στοιχεία του χρησιμεύουν ως «βάση» για σύγκριση. Τα ποσοστά ανάγνωσης το 2010 ήταν αισθητά χαμηλότερα από τα σημερινά της μετα-κρίσης περιόδου, με ευρήματα για ισχυρή εξάρτηση από μορφωτικό επίπεδο/οικογενειακό πε-ριβάλλον.
Το 2021, το 65% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι διάβασε τουλάχιστον ένα βιβλίο σε έναν χρόνο (περιλαμβάνονται έντυπα, e-books και audiobooks), σε σύγκριση με 43% το 2010 και 38% το 2004, δείχνοντας μια σημαντική άνοδο με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει χαμηλά σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ όσο αφορά τα χρήματα που δαπανώνται ανά κάτοικο για βιβλία. Ποσοστό 7,8% των Ελλήνων (ηλικίες 25–64) ανήκουν στην κατηγορία των «συστηματικών αναγνωστών» (διάβασαν πάνω από 10 βιβλία το χρόνο)—ένας από τους πιο χαμηλούς δείκτες στην Ευρώπη. Μόνο το 37,8% των Ελλήνων δήλωσε ότι είχε διαβάσει τουλάχιστον ένα βιβλίο τον τελευταίο χρόνο, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο σε σύγκριση με όμοιες χώρες της Βόρειας Ευρώπης.
Μέσος όρος αναγνωσμένων βιβλίων ανά άτομο κατά έτος: περίπου 6,4 βιβλία.

Οι αγαπημένες κατηγορίες είναι:
Ελληνικό μυθιστόρημα (35 %)
Ξένο μυθιστόρημα (23 %)
Διηγήματα/νουβέλες (20 %)
Ιστορικά βιβλία (13 %)
Κριτήρια επιλογής βιβλίων:
61 % – το θέμα του βιβλίου
32 % – συστάσεις φίλων/γνωστών
27 % – περίληψη στο οπισθόφυλλο
24 % – ο συγγραφέας
17 % – κριτικές

3) Ευρώπη & διεθνείς συγκρίσεις
Η έρευνα της Eurostat (EU-SILC, 2022): έδειξε ότι το 52,8% των κατοίκων 16+ στην ΕΕ δήλωσαν ότι διάβασαν βιβλίο τους τελευταίους 12 μήνες. Νεότεροι (16–29) και γυναίκες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά.
Στις online αγορές, το έντυπο βιβλίο εξακολουθεί να υπερτερεί των ψηφιακών μέσων (e-books/audiobooks) σε επίπεδο ΕΕ (2024 αγορά μέσα στους τελευταίους 3 μήνες). Γενικά όμως παρουσιάζονται μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε. στη συχνότητα αγοράς και ανάγνωσης, καθώς και σε προτιμήσεις των καναλιών απ’ όπου προμηθεύονται βιβλία (π.χ., ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία, online).

Η Τεχνητή Νοημοσύνη σίγουρα αλλάζει την αναγνωστική πραγματικότητα — δημιουργεί νέες ατομικές εμπειρίες, διευκολύνει αλλά και διηγείται, μπορεί να εμπνεύσει αλλά μπορεί και να αποδιοργανώσει. Η επίδρασή της δεν είναι μονοδιάστατη, σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο χρήσης και ενσωματώνει ταξικές και άλλες διαφοροποιήσεις που προϋπάρχουν, τις οποίες και εντείνει, αλλά αυτό θα μπορούσε να είναι το κεντρικό θέμα μιας άλλης εκδήλωσης.
Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω ότι η ανάγνωση δεν αποτελεί μόνο πηγή γνώσης και πολιτισμικής καλλιέργειας, αλλά και ένα βαθιά θεραπευτικό εργαλείο για τον ψυχισμό του ανθρώπου. Πλήθος ερευνών τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει ότι η επαφή με το βιβλίο μειώνει τα επίπεδα άγχους, βελτιώνει τη διάθεση και ενισχύει τη συγκέντρωση. Ακόμη και λίγα λεπτά ανάγνωσης την ημέρα μπορούν να μειώσουν τον καρδιακό ρυθμό και να συμβάλουν στην πνευματική χαλάρωση, λειτουργώντας σαν «παύση» μέσα στον ταχύ ρυθμό της σύγχρονης ζωής.

Η λογοτεχνία, ειδικά, προσφέρει ένα μοναδικό πεδίο ταύτισης και κατανόησης του εαυτού και των άλλων. Μέσα από τις ιστορίες και τους χαρακτήρες, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με συναισθήματα, καταστάσεις και ερωτήματα που ενισχύουν την ενσυναίσθηση και την ψυχολογική ανθεκτικότητα. Η ανάγνωση λειτουργεί, έτσι, ως μια μορφή «ήπιας ψυχοθεραπείας» — χωρίς τεχνικές, αλλά με δύναμη αφήγησης και φαντασίας.

Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης και αποσπασμένης προσοχής, το βιβλίο υπενθυμίζει τη σημασία της σιωπής και της εσωτερικότητας. Η σχέση του αναγνώστη με το κείμενο γίνεται μια πράξη αυτογνωσίας, μια μορφή αντίστασης απέναντι στην επιφανειακή κατανάλωση περιεχομένου. Κάθε σελίδα που διαβάζεται είναι μια μικρή άσκηση συγκέντρωσης, υπομονής και δημιουργικής σκέψης, αρετές που συνδέονται άμεσα με την ψυχική ευεξία και την ποιότητα ζωής.

Πηγές

-ΟΣΔΕΛ: «Αναγνώσεις, αναγνώστες και αναγνώστριες – Το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα», 2021–22 (στήσιμο/μεθοδολογία & βασικά ευρήματα). (Osdel)
-ΕΚΕΒΙ (2010) – σύνοψη/αποτύπωση αναγνωστικών πρακτικών (Σελιδοδείκτες). (selidodeiktes.greek-language.gr)
-Eurostat (EU-SILC 2022): «Younger people and women in the EU read more books». (European Commission)
-Eurostat (2025): Online αγορές βιβλίων (έντυπο vs ψηφιακές λήψεις). (Euro-pean Commission)
-EIBF/RISE (2024): διακρατική σύγκριση αγοράς/ανάγνωσης (19 χώρες). (euro-peanbooksellers.eu, RISE Bookselling)

Χρήστος Τσαντής

Περιοδικό Ραδάμανθυς τεύχος 14

Σχολιάστε