ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Γράφει ο Θεοχάρης Φραγκιουδάκης

Από το τεύχος 14 του περιοδικού των Εκδόσεων Ραδάμανθυς

Η Μάχη της Κρήτης στον ελλαδικό και διεθνή Τύπο

Σαν σήμερα, 30 Απριλίου 1941, ολοκληρωνόταν η κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας από τα στρατεύματα τής Βέρμαχτ κι ορκιζόταν η πρώτη κατοχική κυβέρνηση των δωσιλόγων. Ο δρόμος για την ολοκλήρωση της επιχείρησης «Ελλάδα» περνούσε πλέον από την Κρήτη…

«Δεν θα τελειώσουμε ποτέ με τη δεκαετία του σαράντα!». Αυτή η συγκεφαλαιωτική φράση μού ήρθε στο μυαλό παίρνοντας στα χέρια μου και ξεκινώντας την περιδιάβαση στις συναρπαστικά αποκαλυπτικές σελίδες του βιβλίου τής Μαρίνας Μπάντιου, το οποίο σήμερα παρουσιάζουμε. Το γιατί ενδιαφέρει σε τόσο μεγάλο βαθμό, τόσο τους ερευνητές, όσο και το αναγνωστικό κοινό ο Β΄Π.Π. είναι νομίζω εύκολο να το αντιληφθεί κανείς. Θα μπορούσε επιγραμματικά να χαρακτηρίσει κανείς το ιστορικό παλίμψηστο αντίσταση-κατοχή-εμφύλιος ως αυτό το οποίο κατά κύριο λόγο καθόρισε την ελληνική ζωή τα τελευταία 85 χρόνια.

Η ματιά της συγγραφέως είναι μια φρέσκια ματιά σε παλιά γεγονότα. Ένας θεωρητικός προβολέας φωτίζει τις ξεθωριασμένες αποτυπώσεις των εφημερίδων σχεδόν όλου του κόσμου, μέρα προς μέρα, από τις 21 έως και λίγο μετά τις 30 Μαΐου 1941, ημέρα της τελικής επικράτησης των Γερμανών. Ένα προϋπάρχον γενικό συμπέρασμα, το οποίο επιστημολογικά τεκμηριώνει η έρευνα τής Μπάντιου είναι ότι η Μάχη της Κρήτης, την ώρα που διεξαγόταν, δεν αντιμετωπίστηκε ως ένα και τόσο σημαίνον μέτωπο του Β΄Π.Π. – τουλάχιστον στο μέγεθος το οποίο του αποδόθηκε από τον μεταγενέστερο ιστοριολογικό τοπικισμό.

Για τον βρετανικό τύπο η θάλασσα που προέχει εκείνη την εποχή είναι η Μάγχη. Η υπεράσπιση τής Κρήτης προβάλλεται ως μάχη του Αιγαίου, ως ικανότητα μιας ναυτικής αυτοκρατορίας να πολεμά ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα, χαρακτηριστικό προσόν το οποίο είχε επισημάνει και για την Αθηναϊκή υπερδύναμη του 5ου αιώνα π.Χ. ο Θουκυδίδης στον Περικλέους Επιτάφιον. Η συγγραφέας, μέσα από την εξονυχιστική της έρευνα επί των βρετανικών εφημερίδων εκείνης της εποχής επιτυγχάνει να αναδείξει μια αντιφατικότητα στις σχέσεις της Γηραιάς Αλβιόνος με τον ζωτικό χώρο τον οποίο υπερασπίζεται για δέκα μέρες, εκεί, στην μπροστινή αυλή της Ανατολικής Μεσογείου. Το ίδιο το βιβλίο μάς κάνει ν’ αναρωτηθούμε τι είναι εκείνη την εποχή η Κρήτη για την βρετανική εξωτερική πολιτική: βρετανικό έδαφος, απλό προγεφύρωμα – προανάκρουσμα γι’ αυτό που περιμένει και την Κύπρο ή, απλά, εναπομείναν συμμαχικό έδαφος προς υπεράσπισιν ολίγων ημερών και, κατόπιν, ένδοξον υποχώρησιν; Και η Μάχη της Κρήτης; πόλεμος φθοράς, μάχη γοήτρου ή ευκαιρία προβολής των αρετών της Κοινοπολιτείας;

Είναι κλισέ, αλλά πρέπει να ειπωθεί, ότι το πρώτο θύμα ενός πολέμου είναι η αλήθεια. Μην περιμένουμε λοιπόν να μάθουμε τι έγινε στη Μάχη της Κρήτης στηριζόμενοι μόνο στις εφημερίδες μιας εποχής ή μιας χώρας ή ενός καθεστώτος, καθώς αυτές είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, «στρατευμένες» (κυριολεκτικά και μεταφορικά) σε σκοπούς πέραν της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών και των ειδήσεων. Το παρουσιαζόμενο απόψε βιβλίο, όμως, αυτό καταφέρνει: να δώσει μια σφαιρική εικόνα σ’ εμάς που το διαβάζουμε, παραθέτοντάς μας δημοσιογραφικά δεδομένα με πολλές διαφορετικές προελεύσεις και καλώντας μας να τα δούμε συνθετικά, αποφλοιωμένα από όποιες ιδεολογικές ή ιδεαλιστικές προεξαρτήσεις.

Κάποιοι λένε πως ο αντικειμενικός ιστοριοδίφης δεν πρέπει να έχει συναισθηματική ηθική. Η χρονική απόσταση τής έρευνας τής Μπάντιου από τα γεγονότα, αλλά και η θεωρητική της κατάρτιση είναι στοιχεία τα οποία επιτρέπουν να θιγούν με τρόπο ψύχραιμο, μα όχι ψυχρό, τα ηθικά και νομικά θέματα που προβάλλει ο Τύπος τής κάθε χώρας για τη Μάχη τής Κρήτης. Έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει στην αντίσταση των κρητικών το προαιώνιο ιδανικό της ανυποχώρητης αξιοπρέπειας να συγκρούεται με το αλλοτριωμένο και διαστρεβλωμένο από τον ναζισμό στρατοκρατικό πρωσικό πνεύμα, το οποίο επικαλούνται και οι ελεγχόμενες από το γερμανικό Υπουργείο Προπαγάνδας εφημερίδες των κατεχόμενων Αθηνών.

Το βιβλίο της κυρίας Μαρίνας Μπάντιου έχει και αυτό το προσόν: Δεν «τσουβαλιάζει» όλες τις εκφάνσεις του Τύπου ως εξίσου καθοδηγούμενες από τα ένθεν κακείθεν καθεστώτα˙ απεναντίας καταφέρνει να καταδείξει βαθμίδες μικρών, συχνά ανεπαίσθητων διαφοροποιήσεων από έντυπο σε έντυπο, ανάλογα και με τον βαθμό συμμετοχής τής χώρας προέλευσης στον Β΄Π.Π. τη στιγμή που συμβαίνουν τα γεγονότα. Ο Αμερικανικός Τύπος για παράδειγμα, αντιμετωπίζει με μια μεγαλύτερη δόση αντικειμενικότητας την περιπτωσιολογία της δεκαήμερης μάχης, μάλλον επειδή ο πόλεμος για τις Η.Π.Α. είναι (λίγους μήνες μόνο πριν το Περλ Χάρμπορ) ακόμη κάτι «πολύ ευρωπαϊκό»…

Αποτελεί μοναδικό προσόν του βιβλίου, λοιπόν η ανάδειξη της δημοσιογραφικής χαρακτηριολογίας των εφημερίδων της κάθε χώρας: Ο βρετανικός Τύπος με τη χρήση ευφημιστικών επιθέτων προσπαθεί να χρυσώσει το χάπι της διαφαινόμενης ήττας στην Κρήτη. Ο γερμανικός Τύπος, ειρωνικός, προσπαθεί ν’ απαξιώσει τον αντίπαλο και να αποκαλύψει τον όποιο «υπονομευτικό» ρόλο της Βρετανίας εις βάρος της Ελλάδος. Ο ελλαδικός Τύπος είναι ο κατεξοχήν ανελεύθερος, όμηρος του σχιζοφρενικού δυϊσμού, από τη μια δηλ. να εκθειάζει τον γερμανικό στρατό κι από την άλλη να προσπαθεί να μη θίγει τον ελληνικό πατριωτισμό. Οι εφημερίδες των «δύο Γαλλιών», της κατεχόμενης και αυτής του Βισύ, αγωνίζονται να μη γράψουν κάτι αρνητικό για τον Άξονα, ενώ τα ιταλικά φύλλα είχαν συνηθίσει για χρόνια να λειτουργούν σε καθεστώς λογοκρισίας, ως όργανα της μουσολινικής προπαγάνδας. Όσο για τη μεταβολή της αμερικανικής δημοσιογραφικής αφήγησης, αυτή έχει ακόμη έξι μήνες μπροστά της μέχρι να υιοθετήσει πλήρως τη ρητορική της εμπόλεμης χώρας.

Το «Χρονικό των Δέκα Ημερών» θα μπορούσε να είναι ο εναλλακτικός τίτλος του βιβλίου. Στη συγγραφέα, όμως, δεν αρέσει η ασάφεια. Με υποδειγματική επιστημοσύνη και μεθοδικότητα θέτει εξ αρχής σαφείς περιορισμούς στο πεδίο της έρευνάς της. Από την εισαγωγή, λοιπόν, ξεκαθαρίζει με τι θα ασχοληθεί και με τι όχι. Η εξαντλητική εξέταση των άμεσων πηγών και η αξιοποίηση μιας εκτεταμένης και πολυφωνικής βιβλιογραφίας καταδεικνύουν τον βαθμό του μόχθου τον οποίο χρειάστηκε να καταβάλει σε παράλληλα και επάλληλα επίπεδα: α) Τη συλλογή των πληροφοριών, όπου ήταν αναγκαίο με επιτόπου επίσκεψη σε ιδιωτικά και δημόσια αρχεία. β) Την κατάρτιση μιας εύληπτης και παρακολουθήσιμης αρχιτεκτονικής για το βιβλίο. γ) Την ορθολογική παράθεση, αντιπαράθεση και σύνθεση των πληροφοριών με την εξαγωγή μη βεβιασμένων συμπερασμάτων, αναλογικά τοποθετημένων, όχι μόνο στο τελευταίο μέρος.

Η συγγραφέας γνωρίζει εξαρχής την δυσκολία τής αποστολής της: αναλαμβάνει να τιθασεύσει τον συναισθηματικά φορτισμένο εμπόλεμο δημοσιογραφικό λόγο και να σφαιρικοποιήσει τη μονοδιάστατη οπτική των καταγραφέων τής ταυτόχρονης αναμετάδοσης των περιστατικών. Η συγγραφέας γνωρίζει ότι η χρονική απόσταση από μόνη της δεν της είναι αρκετή, ότι έχει να αποδεσμεύσει την έρευνά της από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, χωρίς, ωστόσο, να προσχωρεί ούτε κατ’ ελάχιστον στο στρατόπεδο του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού. Η Μπάντιου εισάγει μεν στο θέμα «Μάχη της Κρήτης» μια σύγχρονη επιστημονική μεθοδολογία, ωστόσο φωνάζει ένα βροντερό «όχι» στο ξαναγράψιμο της ιστορίας από κάποιους που έχουν τη διάθεση και την πρόθεση να «κατανοήσουν» τα ναζιστικά εγκλήματα.

Διαβάζοντας το βιβλίο μπορεί εύκολα κανείς να καταλάβει ότι αυτό διαθέτει και μια ακόμη αρετή: την αβίαστη αναγωγή της σκέψης τού αναγνώστη στην επικαιρότητα. Πολλές ένοπλες συγκρούσεις ανά τον κόσμο σήμερα δεν πληρούν (όπως και κατά τη Μάχη της Κρήτης πριν ογδόντα τέσσερα χρόνια) τα χαρακτηριστικά που διαχρονικά έχουν οι πόλεμοι μεταξύ κρατών. Ακήρυχτοι πόλεμοι, πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων, πόλεμοι ενός κράτους από τη μια κι ενός μη κράτους από την άλλη. Η προσέγγιση της Μπάντιου μάς βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημερινή σύνθετη πραγματικότητα των ασύμμετρων αντιπαραθέσεων ισχύος κοντά ή μακριά από την Ελλάδα.

Το παρουσιαζόμενο πόνημα για τη Μάχη της Κρήτης λειτουργεί ως προτζέκτορας. Ο προβολέας του είναι η Κρήτη του 1941, η φωτεινή δέσμη είναι ο μεθοδολογικός δρόμος – το υπόδειγμα μιας σωστής αξιοποίησης του Τύπου ως ιστορικής πηγής και, τέλος, ο πίνακας προβολής είναι το ευμετάβλητο σήμερα που όλοι βιώνουμε. Όπως τότε, έτσι και στις μέρες μας, όλοι επικαλούνται το Διεθνές Δίκαιο, το δίκαιο του πολέμου, τις προληπτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις ένοπλες επεμβάσεις με ανθρωπιστικό σκοπό. Στην ουσία όλοι προσπαθούν να εδραιώσουν μια θέση στο διεθνές σύστημα: οι δυνατοί να ισχυροποιηθούν ακόμα περισσότερο και οι παρίες να λάβουν αυτό που στερούνται και δικαιούνται…

Θεοχάρης Ι. Φραγκιουδάκης

Περιοδικό Ραδάμανθυς τεύχος 14

Σχολιάστε