Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δ. ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ – ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ «ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ»

Οι ιδεολογικές πατρίδες τον Καζαντζακικού μυθιστορήματος

«…Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη και χορεύομε γύρω της, με δέος νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο! Ό,τι νιώθεις στην έκσταση, ποτέ δεν θα μπορέσεις να το πεις. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το πεις. Πολέμα με μύθους, με παρομοιώσεις, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξεις, με κραυγές, με γέλια, με κλάματα να το πεις. Όμοια κάνει κι ο Θεός, ο μέγας Εκστατικός. Μιλάει, μάχεται να μιλήσει με παρομοιώσεις, με φυτά, με ζά και με ανθρώπους, με ιδέες και με σώματα, με φτερά, με χρώματα, με κέρατα, με νύχια, με φύλλα, με καρπούς, όπως μπορεί για να στερεώσει, την έκσταση του…», Νίκος Καζαντζάκης – «ΑΣΚΗΤΙΚΗ».

Καζαντζάκης

Λίγοι είναι οι σύγχρονοι δημιουργοί που τυραννίστηκαν τόσο από τις ιδέες, όσο ο Νίκος Καζαντζάκης. Και πολύ λιγότεροι εκείνοι που ενέγραψαν στο έργο τους τόσο ενσυνείδητα τις ιδέες τους όσο ο εκστατικός της «Ασκητικής». Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει έργο του μυαλού χωρίς ιδέες, αλλά οι ιδέες αυτές δεν είναι καθόλου απαραίτητο να ανήκουν στο δημιουργό, δηλαδή να είναι συνειδητοποιημένες απ’ αυτόν. Είναι ιδέες που σταθμεύουν κάτω από εγκαθιδρυμένα σχήματα ζωής, ή το αρνητικό τους, εξαιτίας τής φθοράς αυτών των σχημάτων. Στην περίπτωση του Καζαντζάκη όμως, εκείνο που χαρακτηρίζει πρωταρχικά το μυθιστοριογραφικό και ολόκληρο το έργο του, είναι ακριβώς αυτή η τυραννία των ιδεών που αγωνίζεται να μεταμορφωθεί σε ζωή.

Ψάχνοντας να βρει κανείς ένα κλειδί που θα τον εισαγάγει στο «φαινόμενο Καζαντζάκη», είναι το πιθανότερο ότι θα κάνει γρήγορα πρώτη αυτή την διαπίστωση. Ολόκληρος ο Καζαντζάκης, ζωή – έργο, είναι ολάνοιχτος στην έρευνα, γιατί διέπεται από μια βαθιά συνέπεια, ακόμα και στην ασυνέπειά του. Ό,τι είναι κλειστό, σκοτεινό, αντιφατικό εκεί μέσα ανήκει στον ίδιο τον ιδεαλισμό του, και χρειάζεται άλλος τόσος ιδεαλισμός για να συσκοτιστούν τα πράγματα. Χρειάζεται όμως και απίθανη δογματική αυταρέσκεια για να απλοποιηθούν τα πράγματα σε μια άρνηση οποιοσδήποτε αξίας στο καζαντζακικό έργο. Δυστυχώς, η μεταβατική εποχή μας διαθέτει και από τα δυο σε μεγάλη ποσότητα. Έτσι είδαμε τις πιο απροσδόκητες εκτιμήσεις, την θρησκειοποίηση από τη μια και από την άλλη την πυρά του αιρετικού, την αστόχαστη πολιτική οικειοποίηση ή τα βασανιστήρια της πιο μηχανιστικής κριτικής.

Του καταλογίστηκε η ενσυνείδητη νοθεία της ποίησης, μίσος κατά της ζωής ή υψηλός ουμανισμός και ισοθέωση του ανθρώπου. Ο καζαντζακικός ήρωας χαρακτηρίστηκε hom- muculus ή υπεράνθρωπος, «υπερπραγματικός », η ηθική αξία του έργου του μηδενίστηκε ή εγκωμιάστηκε δυσανάλογα. Κάθε άλλο παρά νομίζουμε ότι θα πούμε την τελευταία λέξη, ότι η κρίση μας είναι τελειωμένη και ασάλευτη. Σήμερα δεν είναι επείγουσα ούτε δυνατή μια οριστική αξιολόγηση, γιατί αυτή θα είχε αναγκαστικά μεγάλο ποσοστό δογματικότητας. Η ψυχοδιανοητική έκταση και ένταση του έργου δεν έχει βρει ακόμα το αντίστοιχό της — αυτό άλλωστε το αποδείχνουν οι τελείως διαφορετικές απηχήσεις του σε διάφορους αποδέκτες, ακόμα και της ίδιας ιδεολογίας και καλλιέργειας. Δε σημαίνει βέβαια ότι πρέπει να περιμένουμε τη «δοκιμασία του χρόνου», όλη αυτή τη διαδικασία που θα άρει κάθε υποκειμενική αντιμετώπιση με την αποδεικτική της δύναμη.

Η κριτική της άμεσης περιόδου του έργου πρέπει ν’ αφήνει περιθώρια για τα πιθανότατα λάθη των εκτιμήσεών της. Κι αυτά τα περιθώρια δεν είναι καμιά παραχώρηση στην «ασύλληπτη ουσία» της δημιουργίας, αλλά γεγονός της ανησυχίας της μπροστά σ’ ένα φαινόμενο εξαιρετικά πολύπλοκο, όπως η δημιουργία. Πρέπει ν’ αρχίσει από τη διερεύνηση των βασικών στοιχείων του έργου συνθετικά και στα κα9έκαστά τους με σκοπό να επισημάνει και όχι να σημάνει. Ιδιαίτερα στην περίοδο που περνάμε είναι απαραίτητο αυτό.

Η ματεριαλιστική κριτική βρίσκεται σ’ ένα στάδιο διευκρίνισης των θέσεων του ρεαλισμού και των σχέσεων περιεχομένου και μορφής. Δίχως άλλο πολλά έχει να ωφεληθεί από τη συντελούμενη απόρριψη των άκαμπτων και δογματικών συνταγών του παρελθόντος, συνταγών που οδήγησαν συχνά στη διάσπαση μορφής και περιεχομένου κι έγιναν θερμοκήπιο ενάρετων τεράτων. Η ιδεαλιστική κριτική, βέβαια, από την ιδιοσυστασία της, δεν μπορεί να δώσει παρά ένα υποκειμενικό συναίσθημα που στην καλύτερη περίπτωση επαναλαμβάνει απλώς τη συναισθηματική δόνηση του έργου.

Νίκος ΚαζαντζάκηςΚαι, για να επανέλθουμε, η έρευνα του καζαντζακικού μύθου μόλις έχει αρχίσει, ενώ έχουν εξαντληθεί κιόλας οι τελικές τοποθετήσεις. Στις τοποθετήσεις αυτές παραγνωρίστηκε η πολυεδρικότητα του πνευματικού φαινομένου Καζαντζάκη με όλα τα ζητήματα που συμπλέκει: Αξία της αγωνίας του στοχασμού του και απήχηση του έργου, η καταγωγή και εξέλιξη της μεταφυσικής του, ρεαλισμός και ντεκανταντισμός, έξαρση και απαισιοδοξία, νατουραλισμός και υπερβατικότητα, κριτική της ηθικής του διδασκαλίας…  κι ένα καινούργιο ζήτημα: γνήσια ή παραπλανητική ελληνικότητα. Αλλά η περιεχομενολογία ειδικά, δεν σκοτίστηκε καθόλου με το πρόβλημα: ποια είναι η σχέση της ιδεολογίας του Καζαντζάκη με το ποιητικό της ισοδύναμο, ποια είναι δηλαδή η μορφολογική σημασία του λογοτεχνικού του έργου. Και ένα συναφές πρόβλημα: ως ποιο σημείο το δημιούργημα ξεφεύγει από τις προθέσεις του δημιουργού και απαιτεί ανεξάρτητη οντότητα και αξία;

Καταδικασμένος στην αιώνια αγωνία της αυτογνωσίας

Στον Καζαντζάκη πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε αμέσως μερικές βασικές πνευματικές αρετές: ειλικρίνεια, ευθύτητα, συνέπεια — όχι στην ιδέα αλλά στην έρευνα— ένταση στοχασμού, μυθοποιητική Ικανότητα. Εκείνο που τον χαρακτηρίζει είναι η βαθιά του πνευματική αγωνία μπροστά στα κεντρικά προβλήματα της ύπαρξης και της γνώσης. Μια ψυχή που κατασπαράχτηκε από τις ιδέες, σχεδόν από όλες τις ιδέες του καιρού, που ασκήτεψε, αιώνια δόκιμη και αποστάτισσα και νοσταλγός σε κάθε πίστη, που άγγιξε τη σκοτεινή νύχτα[1] των μεγάλων μυστικιστών. Ποια σημασία έχει αυτό; Όχι βέβαια πως ξέφυγε στο τέλος από τη γοητεία του μυστικισμού. Ίσα-ίσα αυτό ήταν το δράμα του, η επίγνωση πως ήταν καταδικασμένος στην αιώνια αγωνία της αυτογνωσίας, πέρα από ό,τι μπορεί να χωρέσει ο λόγος, ένας λιμασμένος για την απόλυτη αλήθεια. Κι αυτή του η βασική σύγκρουση θα πάρει διάφορες μορφές: πάλη με τις αισθήσεις, μίσος του κορμιού, άσκηση, μελέτη θανάτου. Κι όταν η δίψα του για τη Μεγάλη Πράξη θα τον οδηγήσει σε μια τίμια θέα της Επανάστασης,[2] η αμφιβολία θα ‘χει ριζώσει πια μέσα του για πάντα και δεν θα βρει τη λύτρωση, γιατί ιδιοσυγκρασιακή προδιάθεση και εποχιακές συγχύσεις τον έδεναν στις μαγγανείες της μεταφυσικής.

Τότε λοιπόν ποια είναι η αξία της αγωνίας του; Όχι βέβαια το ότι έδωσε μια ποιητική εγκυκλοπαίδεια μεταφυσικών απόψεων, αναζητώντας ένα σωσίβιο για τον άνθρωπο και καταλήγοντας στο Χριστιανισμό. Η αισθητική αξία της δεν πηγάζει από το περιεχόμενό της αλλά από το πάθος της, την μοναδική έντασή της, την πειθαρχία της. Ο Καζαντζάκης υπήρξε πρώτα απ’ όλα στοχαστής, όχι όμως και θεωρητικός. Καθώς ο θεός του, στοχάζεται όχι με αφαιρέσεις, αλλά με εικόνες, «με μύθους, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξεις, με κραυγή, με γέλια, με κλάματα…» — είναι τα ίδια του τα λόγια.

Πρέπει να θυμηθούμε αυτή τη διαπίστωση για τη γνησιότητα του πνευματικού πάθους του Καζαντζάκη γιατί θα φτάσουμε παρακάτω σε μια προσωρινή αντίφαση. Εκείνο που θα πούμε τώρα είναι άλλο. Ανεξάρτητα από το Ιδεολογικό του φόντο, το έργο του Καζαντζάκη περιέχει αλήθεια. Αυτό συμβαίνει συχνά σε μυστικιστές που προσπαθούν να «στεριώσουν την έκστασή τους» με μύθους και παρομοιώσεις, «με ζά και με ανθρώπους, με ιδέες και με σώματα», όπως λ.χ. οι προφήτες του Ισραήλ, ο Κομφούκιος, ο Βούδας, ο Ζαρατούστρας, ο Χριστός — όλοι λίγο ή πολύ επηρέασαν τον Καζαντζάκη. Αλλά ο ασκητής της Αντίμπ είχε μέσα του το φαρμάκι της αμφιβολίας, το «δαίμονα».

Με σπαρακτική αγωνία ρωτάει τον ουρανό, τα χώματα, τα μάτια των ζώων και των ανθρώπων, ζητάει πρώτα πρώτα από τους ήρωές του να τον βεβαιώσουν για τη στερεότητα του οράματός του. Έτσι, μεταβιβάζοντας σ’ αυτούς την αγωνία του ατομισμού του, τον πολλαπλασιάζει σε ολόκληρη πολιτεία. Όμως ενδιαφέρεται για μια απάντηση αληθινή και όχι για την ηχώ της ίδιας του της φωνής. Τότε προσπαθεί να δώσει στα πρόσωπά του μια αντικειμενική οντότητα, ζητάει με το αρπαχτικό του μάτι τις αχόρταγες ψυχές, ανθρώπους από τα κρητικά χώματα, τους δοκιμάζει πάνω στη συσσωρευμένη εμπειρία του, τους παρακολουθεί κάποτε με άπειρη χαρά να του ξεφεύγουν και να κάνουν τη ζωή τους. Ε λοιπόν, σε όσο βαθμό αυτά τα πρόσωπα, οι παρατηρήσεις, τα χρώματα, η μουσική του, παύσουν να είναι ιδεοκρατούμενα, έχουν κάποια ανεξαρτησία, ο ρεαλισμός κερδίζει μια νίκη. Κι αυτό στο μυθιστοριογραφικό έργο του κυριότερα — κι εδώ είναι η μια αιτία της μεγάλης του απήχησης.

Όσο ο Καζαντζάκης αναζήτησε τις απαντήσεις του στις αρπαχτικές ψυχές της Ιστορίας, στους μεγάλους κουρσάρους της πράξης και του πάθους, αυτό το φαινόμενο λιγότερο εμφανίστηκε. Κάποτε είδε στο συμβολισμό του Οδυσσέα, τον Καραβοκύρη της Ελλάδας, «που πλάθει μύθους και χαίρεται το ψέμα σαν έργο τέχνης αρπαχτάρης, πεισματάρης, συγκερνώντας μαστορικά του ανθρώπου τη φρονιμάδα με τη θεία παραφροσύνη»,[3] ένα μεγάλο στήριγμα. Ήταν η καθαυτό θητεία του στην Ελλάδα, μια Ελλάδα που συγκέντρωνε στη διάρκειά της όλη την αγωνία του ανθρώπου. Η χαρά του ήταν μεγάλη πάνω στη λάβρα της έμπνευσής του που πίστευε ότι συνέλαβε την τέλεια μορφή του αγωνιζόμενου ανθρώπου και πέταξε την κραυγή: «Γεια σου, μωρέ άνθρωπε, δίποδο μαδημένο πετειναράκι! Είναι αλήθεια, και μην ακούς, αν δε λαλήσεις εσύ το πρωί, ήλιος δε βγαίνει».

Άλλοτε έκανε τραγωδίες με αφορμές το Νικηφόρο Φωκά, το Χριστό, τον Ιουλιανό, τον Καποδίστρια… Οι συλλήψεις του ήταν εκλεκτικές, η μορφή που τους έδωσε αριστοκρατική. Τα ταξίδια του ήταν μια άλλη έξοδος για την αναζήτηση της γης της Επαγγελίας. Τώρα πια αντί για κιτάπια — που ήταν το σαράκι της ζωής του — είχε μπροστά του πολιτείες, ζωντανούς ανθρώπους, λαό με ζωγραφισμένη πάνω στα πρόσωπα, στη γη, στα μνημεία του την πείρα του. Αλλά ο Μεγαλοκαστρινός κουβαλούσε μέσα στις αποσκευές του όλη τη σκόνη των θεωριών, η μοναξιά τον είχε σημαδέψει. Οπωσδήποτε είδε μεγάλο καλό στις περιπλανήσεις του, κι ως την τελευταία ώρα της ζωής του ξαναγύριζε σ’ αυτές για να πάρει κάποια απάντηση. Έβαλε επιτέλους τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων της εποχής του, ζήτησε να εξανθρωπίσει τους θεούς τους, η πρόζα του βγήκε ζεστή, πολύχυμη. Μα όχι, πάλι δεν ήταν ο «ακέραιος λόγος», πάλι δεν είχε φτάσει την ποθούμενη ένταση της κραυγής.

Από την «Ασκητική» στα μυθιστορήματα 

Νίκος Καζαζντάκης και Παντελής Πρεβελάκης 1932 Φωτογραφία Ε.Κ.

Νίκος Καζαντζάκης και Παντελής Πρεβελάκης 1932 Φωτογραφία Ε.Κ.

Τα χρόνια περνούσαν κι ακόμα το μεγάλο όραμα δεν είχε γίνει λόχος. Ο πόλεμος, σαν πράξη που αρνιέται κι επιβεβαιώνει όλες τις θεωρίες, έτρεφε τώρα την αγωνία του σε αληθινό μαρτύριο. Η καινούργια πείρα από τη μεγάλη έφοδο του θανάτου ήταν ασύγκριτα πιο δραματική από κάθε προηγούμενη. Η απαισιοδοξία της «Ασκητικής» και το μεταφυσικό υπερθάρρος της έπαιρναν μέσα του εκρηκτικές διαστάσεις. Το φορτίο το ψυχοδιανοητικό ήταν πολλαπλάσια μεγάλο και η εκτόνωση του έπρεπε να γίνει σε ευρύτερο χώρο. Ο συγγραφέας αναζήτησε το παγκόσμιο κοινό, την πιο κατάλληλη γλώσσα για να του μιλήσει. Και δέχτηκε την πειθαρχία του μυθιστορήματος. Αλλά πέρα κι απ’ αυτό, η αγωνία του δεν έχει να βρει πια καμιά απάντηση στην Ιστορία, στην αφηρημένη σκέψη. Ό,τι ζήτησε από κει το είχε πάρει από καιρό. Τώρα του χρειαζόταν το νόημα της πράξης, της ζωής, του αγώνα για περισσότερη ελευθερία και του θανάτου του ανθρώπου που είναι αγνός από θεωρίες, που δεν διαθέτει παρά την εμπειρία του. Αναζήτησε το νόημα ή προσπάθησε να τοποθετήσει ένα νόημα όπως το είχε συλλάβει στην έκσταση των οραματισμών του; Και τα δυο. Σ’ όποιο βαθμό του το πρόσφερε από μόνη της η ζωή — ξαναλέμε — το έργο του έχει πλευρές διάρκειας.

Το μυθιστόρημα το είχαν προαναγγείλει τα ταξιδιωτικά του, είπαμε. Αλλά είχε προηγηθεί το «Salvatores dei», η «Ασκητική» που γράφτηκε το 1923 στη Γερμανία, όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας προλογίζοντας τη δημοσίευσή της στο περιοδικό «Αναγέννηση» του Δ. Γληνού το 1927, «για να διατυπώσει την ψυχική αγωνία και τις ελπίδες ενός κομμουνιστικού κύκλου από Γερμανούς, Πολωνούς, Ρούσους, που δε μπορούσαν ν’ αναπνεύσουν άνετα μέσα στη στενή, καθυστερημένη, υλιστική αντίληψη της Κομμουνιστικής Ιδέας».

Η «Ασκητική» τώρα αποχτούσε τα πρόσωπά της. Δεν υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες στο να αναγάγει κανείς τους ήρωες του Καζαντζάκη σ’ αυτή τη λυρική απόπειρα διατύπωσης των απόψεων των μεταφυσικών «κομμουνιστών» σ’ ένα «μετακομμουνιστικό ΠΙΣΤΕΥΩ». Αλλά αν θελήσει κανείς να ερευνήσει την ιδεολογική τους καταγωγή, πολύ αρχαιότερες πατρίδες θα τους διεκδικήσουν. Ο ιδεαλισμός άλλωστε δεν έχει σχεδόν αλλάξει σ’ όλη του τη διαδρομή παρά συνδυασμούς απόψεων, γιατί σε τελευταία ανάλυση, κάθε ιδεαλιστικό σύστημα απόψεων δεν ενδιαφέρεται παρά για την τυπική αλληλουχία των συλλογισμών του και όχι για την πραγματικότητα, οπότε οι αποδείξεις αυτής τής πραγματικότητας δεν το ενδιαφέρουν άμεσα.

Ο Μπέρξον

Κυρίαρχη επίδραση στη διαμόρφωση αυτής τής ιδεολογίας έπαιξε η ενορατική διδασκαλία του Μπέρξον, που ιδιαίτερα βαθιά είναι τα ίχνη της στο καζαντζακικό μυθιστόρημα. Η επίδραση του Μπέρξον είναι ομολογημένη από τον ίδιο τον Καζαντζάκη, μαζί με του Ομήρου, του Νίτσε και του Ζορμπά στον πρόλογο του πρώτου του μυθιστορήματος («Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που γράφτηκε στα 1941). Η πνευματική διάθεση του Καζαντζάκη, το κλίμα του, είναι ο μυστικισμός, ο υπερβατισμός. Όπως, κατά τον Μπέρξον, ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ έδωσε νέες ιδιότητες στο όρος με τις παρατηρήσεις του, έτσι και ο Καζαντζάκης θέλησε να δώσει μια μεταφυσική Κρήτη, με ψυχή και αισθήσεις, σύμβολο της αγωνίας του, πότε Εκάβη λυσίκομη και πότε Ιθάκη, παγίδα της θαλασσινής ψυχής του.

Η νιτσεϊκή ιδεολογία της δύναμης δεν έπαιξε μικρό ρόλο στην πνευματική του πορεία. Σχεδόν σ’ όποια σελίδα του Καζαντζάκη ανοίξουμε, θα τη βρούμε. «Οι σωστοί, οι τίμιοι λογισμοί — λέει ο Ζορμπάς, το alter ego του Καζαντζάκη — θέλουν ησυχία, γεράματα, φαφουταρία. Όταν είσαι φαφούτης εύκολο είναι να λες: «Ντροπή, παιδιά, μη δαγκάνετε!». Μα όταν έχεις και τα τριάντα δυο σου τα δόντια… θεριό είναι ο άνθρωπος στα νιάτα του, θεριό ανήμερο και τρώει ανθρώπους!». Και παρακάτω: «Μυστήριο! μουρμούρισε, μυστήριο μεγάλο! Για να ‘ρθει λοιπόν η λευτεριά στον κόσμο χρειάζουνται τόσα φονικά και τόσες ατιμίες;»

Και ο ίδιος ο Καζαντζάκης: «Τι να καταλάβω; Τι να του πω; Ή δεν υπάρχει αυτό που λέμε θεός ή ο θεός αγαπάει τα φονικά και τις ατιμίες ή αυτά που λέμε φονικά κι ατιμίες είναι απαραίτητα στον αγώνα και στην αγωνία του κόσμου…».

Αυτές οι απορίες, ο ατομικιστικός ανηθικισμός διατυπωμένος ερωτηματικά και καταφατικά, ο δρόμος προς τη λύτρωση πέρα απ’ το καλό και το κακό είναι άλλωστε διατυπωμένα επιγραμματικά στην «Ασκητική».

green wooden chair on white surface

«Καθένας από μας έχει το δρόμο τον εδικό του, που τόνε φέρνει στη λύτρωση — ο ένας την αρετή, ο άλλος την κακία. Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωσή σου είναι η αρρώστια, η ψευτιά, η ατιμία, χρέος σου να βυθιστείς στην αρρώστια, στην ψευτιά, στην ατιμία, για να τις νικήσεις. Αλλιώς δε σώζεσαι. Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωσή σου είναι η αρετή, η χαρά, η αλήθεια, χρέος σου να βυθιστείς στην αρετή, στη χαρά, στην αλήθεια, για να τις νικήσεις, να τις αφήσεις πίσω σου. Αλλιώς δε σώζεσαι. Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμική, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Μα με άλλα σφοδρότερα πάθη. Αφήνομε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία…».

Κοιτώντας την άβυσσο

Ο υπερανθρωπισμός αυτός είναι μηδενιστικός; Σε μεγάλο βαθμό, είναι. Αλλά ο μηδενισμός του Καζαντζάκη δεν είναι οριστικός, είναι περισσότερο αισθηματικός παρά ηθικός, έκφραση της αγωνίας του απέναντι στο μη απόλυτο των ιδεών, δεν έχει την επιθετικότητα της δύναμης. Αυτή την αμφιβολία θα την ενσαρκώσει σε κάμποσους ζωϊστές — χωρίς όμως το σοδομισμό του Ζορμπά και το φαταλισμό του — ήρωες του έργου του, ιδιαίτερα του «Καπετάν Μιχάλη». Θα την ενσαρκώσει πάλι, σε αντίθετο τύπο, στους έκστατικούς του ήρωες, τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, το Μανωλιό το Χριστό του «Τελευταίου Πειρασμού», σ’ όλους αυτούς που ζήτησαν να σώσουν το μαχόμενο θεό τουτη Γη, τον άνθρωπο, τη Ζωή — από τον άλλο δρόμο: της αρετής, της θυσίας. Το πώς ο Καζαντζάκης συνένωσε τους δυο δρόμους στο ίδιο τέρμα είναι ακατανόητο για έναν μη μυστικιστή.

Η μεγάλη του ένταση είναι στην προσπάθεια να πλάσει —να συμβάλει στο πλάσιμο — του «νέου σύγχρονου προσώπου του Θεού μας» με τη «σάρκα και με το αίμα» του. Πώς θα τον πλάσουμε; Αφού σκύψουμε και κοιτάξουμε μέσα μας την «Άβυσσο» που έμεινε από τη συντριβή του «παλιού προσωπείου» που δε χωρούσε πια το Θεό — του υπεροικοδομήματος του Πολιτισμού, θα λέγαμε — του παλιού «ρυθμού» που έβαλαν άλλες εποχές στην «αναρχία» τους. Η ουσία τώρα του θεού του είναι ο αγώνας. Δεν είναι ο πόνος, ούτε η ελπίδα, η χαρά, η νίκη. Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα; Αλλά η Μεγάλη Πνοή — μας απαντάει στην «Ασκητική» —δεν δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο χρόνο τόπο κι αιτιότητα. Το χρέος όμως του ανθρώπου είναι να δώσει «ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινο αγώνα».

birds flying under cloudy sky

Ο Καζαντζάκης αναγνωρίζει πάλι τη σημασία της εποχής: «Μέσα στον πύρινο τούτο κύκλο της θεότητας χρέος έχομε να ξεχωρίσομε και να συλλάβομε καθαρά το μικρό πύρινο τόξο της εποχής μας. Απάνου στην αδιόρατη τούτη φλόγινη καμπύλη, βαθιά, μυστικά νογώντας την ορμή αλάκερου του κύκλου, ζευόμαστε και μοχτούμε. Έτσι η εφήμερη πράξη μας συνειδητά ακολουθώντας και σπρώχνοντας τον παγκόσμιο ρυθμό, δεν πεθαίνει μαζί μας. Δε χάνεται σε μυστική έκσταση αλάκερου του κύκλου, δεν καταφρονάει την άγια ταπεινή, καθημερινή ανάγκη».

 Ο Καζαντζάκης πίστευε στην ατομική ευθύνη. Το άτομο έχει συνολική ευθύνη στο απειροελάχιστο τμήμα του τόξου που του έλαχε να σώσει το Θεό, τον πύρινο χορό του Σύμπαντος, το ματωμένο σώμα του Θεού που «παραπατάει σε κάθε ζωντανό» και που δεν είναι βέβαιος ότι θα νικήσει, δεν είναι παντοδύναμος, πάνσοφος, πανάγαθος. Αυτή η αβεβαιότητα για την τελική νίκη, είναι η ανώτερη ευγένεια της αρετής. Οι δύο ανώτερες αρετές της ηθικής είναι — μας λέει — η ευθύνη και η θυσία.

«Όλοι είμαστε ένα, όλοι είμαστε κιντυνεύουσα ουσία. Μια ψυχή στην άκρα του κόσμου, που ξεπέφτει, σέρνει στον ξεπεσμό και την ψυχή μας. Ένα μυαλό στην άκρα του κόσμου, που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομίζει το κρανίο μας με σκοτάδι… Να γιατί η σωτηρία του όλου είναι και δική μας σωτηρία, κι η αλληλεγγύη με τους ανθρώπους δεν είναι πια αισθηματική Ιδεολογία, μήτε μυστηριώδικη εντολή — είναι ανάγκη». Κι ο κάθε αγώνας για την καλυτερέψει του ανθρώπου, «η ομορφιά, η γνώση, η ανατροφή, ο οικονομικός αγώνας, οι καθημερινές ασήμαντες έγνοιες», αποχτάνε «καινούργια αγιότητα». Γιατί μέσα σ’ όλα αυτά, «νογούμε μια πνοή σκλαβωμένη να μάχεται για λευτεριά».

Από τη νιτσεϊκή ιδεολογία λοιπόν ο Καζαντζάκης κράτησε τη συναισθηματική κλίση προς το μεγάλο, την επική διάθεση. «Η ανώτατη αρετή δεν είναι να ‘σαι λεύτερος, μα να μάχεσαι για λευτεριά». Αυτή την αρετή έχουν όλοι οι ήρωες του Καζαντζάκη, τα πρόσωπα της «Ασκητικής». Κανένα από τα πρόσωπα αυτά, απ’ όσα τουλάχιστον έχουν ανάστημα, δεν ξεφεύγει τη θυσία. Αλλά και κανένα δεν την αποδέχεται παθητικά, χωρίς αντίσταση.

Στον πρόλογο του «Τελευταίου Πειρασμού» θα μας επαναλάβει μια από τις αγαπημένες του σκέψεις: «Το Πνέμα θέλει να ’χει να παλέψει με δυνατή, γεμάτη αντίσταση σάρκα. Είναι πουλί σαρκοβόρο, που ακατάπαυτα πεινάει, τρώει σάρκα και την εξαφανίζει αφομοιώνοντάς τη».

Ο κάθε εκστατικός του έχει τους πειρασμούς του, που τους κατανικάει με άγρια πόλη, με το μαστίγωμα της ψυχής του ή του κορμιού του: Ο Φτωχούλης του θεού τον επηρεασμό όλων των ασκητών. «Θεέ μου, γιατί να ‘ναι η σάρκα τόσο δυνατή; τόσο ακατάλυτη; τη μαστιγώνεις, δεν της δίνεις να φάει, δεν την αφήνεις να κοιμηθεί, τη βουλιάζεις στα χιόνια να ξεπαγιάσει, την κάνεις μια φτυαριά λάσπη — κι αυτή αμέρωτη, απροσκύνητη, κρατάει αψηλά την κόκκινη παντιγέρα και φωνάζει».

Ο Καπετάν Μιχάλης τον έρωτα για την αλόπιστη και γυναίκα του «αδερφοχτού» του Νουρήμπεη, την Εμινέ. Ο παρθένος Μανωλιός την Κατερίνα – Μαγδαληνή, ο Ιησούς τη Μαγδαληνή, το όνειρο του «κολλημένου αντρόγυνου» που καραδοκεί τη στράτα του προς την εξαΰλωση, και το στερνό πειρασμό μπροστά στα λιποθυμισμένα του, μάτια τις «ανθισμένες παγίδες της γης». Αιματηρή είναι η πάλη τους, φτάνει στη ντοστογιεφσκική αποδοχή του πόνου: Ο Φραγκίσκος μαστιγώνεται συχνά και βάζει τον φράτε Λεόνε να τον μαστιγώνει. «Άρχισα να τον μαστιγώνω με το κομποσκοίνι, να μαστιγώνομαι κι εγώ — διηγείται ο Φράτε Λεόνε — στην αρχή χτυπούσα το Φραγκίσκο ανάλαφρα, μα αυτός θύμωνε, πιο δυνατό, πιο δυνατά! φώναζε, τη σάρκα την πόρνη λυπάσαι; Χτυπούσα κι εγώ πιο δυνατά, μια το Φραγκίσκο, δυο τον εαυτό μου, κι όσο χτυπούσα, χωρίς να το θέλω η λύσσα μου πλήθαινε παράξενο μεθύσι με συνεπήρε, πονούσα, κι όσο πονούσα, κάποιος μέσα μου χαίρουνταν».

Κι η καρδιά του καπετάν Μιχάλη «χτυπούσε θυμωμένη και καταντρόπιαστη. «Εσύ, μωρέ, πολεμάς για λευτεριά, εσύ μωρέ, ο σκλάβος;» φώναζε μέσα του. Άλλα λεν τα χείλια μου, άλλα κάνουν τα χέρια μου, άλλα θέλει η καρδιά μου! Τι βογκάς, ψεύτη καπετάν Μιχάλη, και δέρνεσαι τάχατες για την Κρήτη; Ένας άλλος δαίμονας γαντζώθηκε μέσα σου και σε δυναστεύει, άτιμε! Και να σκοτωθείς στον πόλεμο, και να πατήσεις το Μεγάλο Κάστρο και να λευτερώσεις την Κρήτη, άτιμος είσαι, η καρδιά σου άλλα θέλει κι έχεις αλλού το νου σου».

Πρώτα θα μπήξει το μαχαίρι του στο μερί του για να διώξει ο φυσικός πόνος τη θύμηση της Εμινέ. Στο τέλος θα καρφώσει ως τη λαβή το μαχαίρι του στον άσπρο κόρφο της Εμινέ, για να σκοτώσει — όχι αυτήν — την αδυναμία του, την άρνηση του σκοπού που είναι η λευτεριά της Κρήτης, αυτή την άρνηση που στοίχισε το κάψιμο της Μονής του Αφέντη Χριστού. Ο Μανωλιός θα βρει τη λύτρωση με το μαρτύριο του φρικιαστικού παραμορφώματος του προσώπου του, που θα τον εμποδίσει να πέσει στην παγίδα του κορμιού της χήρας. Στο τέλος, ώριμος πια από τα προετοιμαστικά στάδια του αγώνα του, θα αποδεχτεί το μαρτύριο, παίρνοντας απάνω του «όλα τα κρίματα του λαού».

Ο Ιησούς του «Τελευταίου Πειρασμού» τέλος, μαστιγώνεται με το πέτσινο λουρί του με τα καρφιά για ν’ αποδιώξει τους πειρασμούς της σάρκας. Είναι κι αυτός ένας υπερανθρωπισμός, αλλά που δεν περνάει από το μηδενισμό, δεν επιδιώκει την όλο και μεγαλύτερη δύναμη, αλλά την όλο και μεγαλύτερη αυτοσυνείδηση, την όλο και μεγαλύτερη υποταγή, πνευματοποίηση, ταύτιση με το θεό του Καζαντζάκη, ένα θεό που μοιάζει γενικά με την παγκόσμια συνείδηση του Μπέρξον, τη ζωτική ορμή.

Μια άλλη ματιά στο έργο του

Ο Μπέρξον, θέλοντας να δώσει τις προεκτάσεις της θεωρίας του σαν διδασκαλία ηθικής, κατάληξε στη δυναμική θρησκεία, στη μυστική τάση για θέωση του δυναμικού στοιχείου του ανθρώπου. Η ζωτική ορμή που εξουσιάζει το εσώτερο εγώ του ανθρώπου, είναι δημιουργός εξέλιξη, το σύμπαν είναι μια «μηχανή που κάνει θεούς». Μόνο οι μεγάλοι μυστικιστές, που κατακτούν τη χάρη της ζωτικής ορμής, είναι οι συντελεστές της προόδου, με την ακατανίκητη ακτινοβολία τους στην κοινωνία. Σ’ αυτή τη μεταφυσική ηθική ο Καζαντζάκης προσθέτει την πιο συγκεκριμένη «υπέρτατη ευθύνη» του ατόμου. Αυτή η ευθύνη έγκειται στο ότι ο αγώνας του Θεού για ελευθερία είναι αγώνας που δεν έχει κριθεί, που κρίνεται κάθε στιγμή και η ευθύνη του κάθε ατόμου είναι να τον σώσει. «Ο Θεός κιντυνεύει. Δεν είναι παντοδύναμος να σταυρώνομε τα χέρια, προσδοκώντας τη σίγουρη νίκη του… μέσα στην περιοχή της εφήμερης σάρκας μας, κιντυνεύει όλος. Δεν μπορεί να σωθεί, αν εμείς με τον αγώνα μας, δεν τόνε σώσομε. Δεν μπορούμε να σωθούμε αν αυτός δε σωθεί». Πώς θα σωθεί ο Θεός; Ο Θεός λευτερώνεται με τη δημιουργία, με το να «μαχόμαστε ν’ ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνου στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νόμου μας!».

Τάφος ΚαζαντζάκηΣ’ όλο το έργο του Καζαντζάκη τούτη η προσπάθεια «χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, πέρα από κάθε σκοπό», δίνεται με άπειρα ανέκδοτα, πού φαίνονται παρέμβλητα τις πιο πολλές φορές, μα είναι η ουσία του έργου του. Θυμηθείτε τον Αντρουλιό, του «Καπετάν Μιχάλη», τον ανήμπορο και σακάτη που γονατιστός, γιατί του πονούσαν τα νεφρά, έσκαψε το βουνό κι έκανε σπίτι και παράσπιτα, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά πού έσκαβαν κι αυτά το βουνό, ώσπου έγινε ολόκληρο χωριό, τ’ Αντρουλέϊκα. Σκάβοντας, τα χέρια του μάκραιναν και φούσκωναν κι ούτε είχε καιρό να πονέσει. Και πεθαίνοντας είπε να τον θάψουν μέσα στα βουνό και «να του βάλουν να πάρει μαζί του και τον κασμά», το όργανο τής δημιουργίας του.

Ο Ζορμπάς πάλι έτρωγε κι έπινε και το φαΐ και το πιοτό τα ‘κανε χορό, τραγούδι, έρωτα και μεράκι στη δουλειά. Οι πιο συνειδητές κι ανώτερες μορφές της δημιουργίας, της «επεξεργασίας της ύλης σε πνεύμα» δεν είναι βέβαια αυτές, αν και η υλική δημιουργία έχει την αξία της (από τον κόσμο τον αισθητό «θρέφεται ο Θεός και πληθαίνει»—«η ύλη είναι η γυναίκα του Θεού»). Η πιο καταξιωμένη δημιουργία είναι η πνευματική, η παραίτηση από τις υλικές ηδονές για τη μεγάλη χαρά της επιτέλεσης του χρέους, της διδασκαλίας στους ανθρώπους της αρετής και της θυσίας. Αυτή είναι η έννοια του «Τετέλεσται» του σταυρωμένου Χριστού, που τον έχει συνεπάρει μια «άγρια αδάμαστη χαρά» όταν πιά ο τελευταίος πειρασμός έχει διαλυθεί, μ’ αυτή μπορεί ο Μανωλιός να βαδίσει με γελούμενο, ατάραχο πρόσωπο στη νέα σταύρωση του ανθρώπου από τους «ευχαριστημένους, τους χορτασμένους, τους στείρους», τους «άπιστους», που εναντίον τους κηρύχνει τον πόλεμο η «Ασκητική».

Αλλά εδώ προκύπτει ένα άλλο ερώτημα: Αυτή η ανώτερη ηθική προϋποθέτει ελεύθερη εκλογή της θυσίας. Γιατί ο Καζαντζάκης δεν αφήνει τους εκστατικούς ήρωές του να την εκλέξουν αυτόβουλα; Παρά πιάνει τη θαυματοποιία και όλα αυτά τα μυστήρια που θα τα ζήλευαν οι ευσεβείς καλόγεροι βιογράφοι αγίων;

Πραγματικά, τα θεϊκά καμώματα στους δυο Χριστούς του Καζαντζάκη μοιάζουν με το παιχνίδι της γάτας με τον ποντικό. Τα «αγκρίφια» του θεού καρφώνονται στην κορυφή του κεφαλιού του κακοκέφαλου μικρού Ιησού που αντιστέκεται στη μοίρα της αγιοσύνης, κεραυνοί αντικαθιστούν τα ευαγγελικά κρίνα, ραβδιά ανθίζουν, φαντάσματα λεπιδωτά με κεφάλια πουλιών, χειρουργικές επεμβάσεις του Θεού για να εμποδίσει το ξεστράτισμα του Μανωλιού από την αρετή, προαισθήσεις, παραισθήσεις, επιληπτικές καταστάσεις, συμβολισμοί κ.τ.λ.

Αλλά πρέπει να τα ερμηνεύουμε ολ’ αυτά κατά γράμμα; Αληθινά, κανείς δεν κατηγόρησε τον Όμηρο για τις επεμβάσεις των θεών στα ανθρώπινα, τον Σαίξπηρ για τα φαντάσματα και τις στρίγγλες του, τον Γκαίτε για το Μεφιστοφελή ή τον Ντοστογιέφρκι για τους διαλόγους του Ιβάν Καραμαζώφ με το Σατανά και του Μεγάλου Ιεροεξεταστή με το Χριστό. Γιατί να μη δούμε στις υπερβάσεις αυτές τη γνωστότατη ποιητική άδεια, το μυθοποιητικό μηχανισμό του Καζαντζάκη, που δεν μεταχειρίζεται μόνο το υπερφυσικό αλλά και το πραγματικό, κυρίως το πραγματικό, που το επιβεβαιώνει η εμπειρία μας όσο κι αν περιέχει ποιητική υπερβολή;

Ο Καζαντζάκης είναι ένας πολύξερος παραμυθάς, σαν κάποιος γεροβοσκός του Ψηλορείτη, με τη διαφορά ότι μετουσιώνει τις τυραννικές ιδέες του σε παραμύθια, αντί να μετουσιώνει αυτούσια ζωική πείρα. Κι εδώ είναι η αδύνατη πλευρά του έργου του, ότι υποβάλει συνεχώς τη ζωϊκή πείρα σε νοητική επεξεργασία φορτώνοντας της το βάρος των ιδεών του προτού τη μυθοποιήσει, αντί να περιορίζει την ιδέα του στην κεντρική άποψη του έργου. Κι επειδή κατέχεται την ίδια στιγμή όχι από μια ιδέα αλλά από πολλές, παραγεμίζει τις ιστορίες του με πλήθος δευτερεύουσες ιστορίες, ανέκδοτα, παραμύθια, καταστρέφοντας ως ένα βαθμό την αρχιτεκτονική ευμέλεια του μυθιστορήματος.

Και για να επανέλθουμε στο αρχικό μας ζήτημα: Μήπως ολ’ αυτά τα θαύματα, οι θεοδικίες, τα θεϊκά σημάδια, δεν είναι επεμβάσεις εξωφυσικές, αλλά θέλουν να υποδηλώσουν μια ιστορική αναγκαιότητα δραματοποιώντας ταυτόχρονα, την εσωτερική πάλη των ηρώων που δεν είναι απόλυτα έτοιμοι να υπηρετήσουν αυτή την αναγκαιότητα; Θα εξηγηθούμε: Στην περίπτωση του Ιησού του «Τελευταίου Πειρασμού», η μεσσιανική ατμόσφαιρα της εποχής δίνεται ζωηρότατα. Ο καιρός των μεγάλων προφητών έχει περάσει κι ο περιούσιος λαός του Κυρίου στενάζει κάτω από τη ρωμαϊκή ρομφαία. Το αίτημα ενός λυτρωτή δεν είναι τόσο θρησκευτικό όσο πολιτικό, μόνο που η κοινωνία της εποχής δεν μπορεί να το συνειδητοποιήσει σαν τέτοιο. Η υπερώριμη αγωνία ενός λαού που ψάχνει να ξεχωρίσει τον εντολοδόχο του εθνικού θεού Αδωναΐ και να τον βάλει μπροστά σε αγώνα λυτρωμού, δίνεται πειστικότατα, παρ’ όλες τις ποιητικές υπερβολές.

stacked books

Η κραυγή «ως πότε, ως πότε Αδωναΐ» που σκίζει τη νύχτα ξεφεύγοντας από τα καταπλακωμένα στήθια, ικεσία και διαμαρτυρία μαζί, είναι υπέροχα πυκνή. Όμως το κίνημα των Ζηλωτών διαψεύδει τις ελπίδες του λαού. Ο Ιησούς είναι τώρα ο άνθρωπος που συνέλαβε όλο το νόημα της ομαδικής απελπισίας και της οδύνης που ιδιαίτερα στο δικό του οικογενειακό περιβάλλον είναι εντονότατη — και ταυτόχρονα σχημάτισε την πεποίθηση της ευθύνης, της υπέρτατης καζαντζακικής ευθύνης. Αντιστέκεται απελπισμένα, παλεύει με το θεό, ξεπέφτοντας στο έσχατο όριο της περιφρόνησης, αλλά στο τέλος νικάει μέσα του το γήινο σώμα του και το μετουσιώνει σε πνεύμα. Αν αυτός ο σκληροτράχηλος Αδωναΐ συμβολίζει στην καζαντζακική μυθοποιία το αδήριτο πρόσωπο της αναγκαιότητας;

Αλλά ανεβαίνοντας σκαλί – σκαλί τον ανήφορο της μυστικής έκστασης, με την αυτοσυγκέντρωση στην ερημιά και την άσκηση, ξεπέρασε το εθνικό αίτημα για να πάει στο ανθρώπινο — άλλη γνωστή κλίμακα αυτή της σκέψης του Καζαντζάκη — δημιουργώντας από την εθνική θρησκεία μια υπερεθνική πίστη. Μια άλλη αναγκαιότητα ιστορική λειτουργεί εδώ, ξεκινώντας από την παρακμή της δουλοκτησίας με τη Ρώμη, την απέραντη εξαθλίωση των μεγάλων μαζών και την άρνηση του ελληνικού ουμανισμού. Αλλά από δω και πέρα το δέμα είναι έξω από το σκοπό μας κι ίσως έξω από τη μεταφυσική του Καζαντζάκη. Θέλαμε να πούμε πως η ελεύθερη εκλογή της θυσίας και συνεπώς η ανώτερη αρετή των εκστατικών ηρώων του Καζαντζάκη — μέσα σ’ αυτούς είναι και ο Καπετάν Μιχάλης — λειτουργεί, αλλά λειτουργεί σε υψηλό στάδιο του ανήφορου. Αν γινόταν αλλιώς κιόλας, θα ήταν μηχανική και ρομαντική, όπως είναι, ας πούμε, η θρησκευτική επιταγή της αρετής. Και πάλι δεν είναι χωρίς πειρασμούς και λύπη για τις γήινες χαρές.

Ας θυμηθούμε μια εικόνα της Αρετής που δίνει ο Φτωχούλης του Θεού στον φράτε Λεόνε: «Κάθεται ή Αρετή, φράτε Λεόνε, ολομόναχη στην κορφή ενός έρημου βρόχου· κάθεται και περνούν από το νου της όλες οι απαγορευμένες χαρές που δε γεύτηκε και κλαίει». Κι ο καπετάν Μιχάλης ακόμα, όταν μπήγει το μαχαίρι του στο στήθος της γυναίκας που αγάπησε με ανημέρωτο πάθος, του πειρασμού, του σαρκικού εαυτού του που τον τραβούσε από το δρόμο της θυσίας, την ύστατη στιγμή, όταν πια είναι αργό, σταματάει τη δύναμη του χεριού του «να μη δώσει το θάνατο». Αυτή η απειροελάχιστη στιγμή χωράει όλη την επιστροφή στην «ανθισμένη παγίδα της γης», με την ψυχολογική διάρκεια ολόκληρης ζωής που χώρεσε η στιγμή της λιποθυμίας του σταυρωμένου Χριστού.

ΚαζαντζάκηςΕποχές σκοτεινές όπως εκείνη του «Τελευταίου Πειρασμού» τρέφουν βέβαια το μυστικισμό και μια τέτοια είναι και η δική μας εποχή για όσους είναι οπωσδήποτε δεμένοι με τον κόσμο που πεθαίνει. Οι μυστικιστικές και μεταφυσικές τάσεις του Καζαντζάκη οφείλονται κατά πολύ σ’ αυτό το κλίμα του πεσιμισμού μαζί με άλλους ιδιοσυγκρασιακούς ίσως παράγοντες, αλλά και σε μεγάλο μέρος αποτελούν μια διαμαρτυρία στην πεζότητα της αστικής ζωής, τη συμβατικότητα και τη ρηχότητά της. Μα αυτό δε σημαίνει ότι ο εκστατικός της Αντίμπ δεν πήρε μυρουδιά της άλλης πλευράς της εποχής του. Πρώτα πρώτα στη μυστικιστική του διάθεση αντιπαρατάσσεται η ελληνική βιολογική του ρίζα, η Κρήτη που έχει μέσα του. «Τι ‘ναι ο κόρφος του Αβραάμ και τ’ άθλα εκτοπλάσματα του χριστιανικού Παράδεισου μπροστά στην ελληνική τούτη, καμωμένη από νερό και δροσερό μελτέμι, αιωνιότητα;», θα πει για το Αιγαίο στην «Αναφορά στον Γκρέκο».

Η στάση του απέναντι στο χριστιανικό μυστικισμό είναι κάποτε στάση ανταρσίας, η πίστη του είναι στα ανθρώπινα μέτρα και στις αντιφάσεις, με την έννοια του παγανισμού που έμπασε η Ελλάδα στο χριστιανισμό. Οι απλοί του ήρωες, στον «Καπετάν Μιχάλη» ιδιαίτερα και στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», κουβεντιάζουν με το Χριστό και τους άγιους, τους λένε τα δικά τους, τους φοβερίζουν και τους εκδικούνται κάποτε, ή τους μαλαγανεύουν με πονηριά Οδυσσέα.

Κι ο διονυσιασμός του Ζορμπά εδώ ανήκει. Μα τούτος ο ζωϊσμός φτάνει τα όρια ενός ατομικιστικού αμοραλισμού, γίνεται μηδενιστικός θα μιλήσουμε παρακάτω για τις ινδικές του ρίζες, αλλά εδώ πρέπει να πούμε κάτι άλλο. Το Ζορμπά δεν πρέπει να τον αντικρίσουμε σαν αυτοτελή ήρωα. Είναι ολοφάνερο ότι ο Καζαντζάκης θέλησε να διχάσει τον άνθρωπο που είναι σάρκα και ψυχή και να δώσει ένα ιδανικό σαρκικό τύπο που να εκφράζει τα δικαιώματα της σάρκας σε όλο τους το πάθος. Το είδε πολύ καλά αυτό ένας άλλος Κρητικός, ο Γιάννης Σφακιανάκης, και το σημείωσε: «Νομίζω όμως — γράφει — πως δε γίνεται η σύνθεση και το δράμα του διχασμού μένει πάντα ανοιχτό για τον Καζαντζάκη, καθώς έμεινε και για τον Παλαμά».[4]

Νίκος ΚαζαντζάκηςΗ παρατήρηση είναι οξύτατη. Και είναι ν’ απορεί κανείς πως διαλεκτικά σκεπτόμενοι άνθρωποι που έκριναν το Ζορμπά και το υπερθάρρος του σαν έκφραση ολόκληρη φαταλισμού, πεισιθάνατης απαισιοδοξίας και μηδενισμού, δεν είδαν και τον άλλο μισό τύπο, το σύντροφο του Ζορμπά, τον ίδιο τον Καζαντζάκη, σαν άρνηση αυτουνού του μηδενισμού. Φυσικά, η στάση του Καζαντζάκη απέναντι στο Ζορμπά είναι στάση ανείπωτης λαχτάρας και ζήλιας. Αλλά είπαμε παραπάνω ή μάλλον είπε ο Καζαντζάκης, με το στόμα του «Φτωχούλη» για το θρήνο της καημένης της Αρετής… Μήπως, αν ακολουθήσουμε την ίδια νοοτροπία, δεν θα χαρακτηρίζαμε τον Παλαμά νιτσεΐκό επειδή έγραψε «το τραγούδι του αδάκρυτου»; Με τον ίδιο τρόπο δεν θα βγάζαμε και το Βάρναλη ανηθικιστή, απαισιόδοξο και λίγο – πολύ όλους τούς κορυφαίους μας άχρηστους;

Αλλά ο Καζαντζάκης, μέσα στις τόσες θέες του της ζωής, έχει και τη θέα του ευσυνείδητου διανοούμενου απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα. Το μαστίγωμα των αρπαχτικών, των εκμεταλλευτών, ο σαρκασμός των παραχορτασμένων παπάδων, ο στιγματισμός των κιοτήδων που συμβιβάζονται με τον Τούρκο για να μη χαλάσουν τον παρά τους και το μαχμουρλήκι τους, είναι ανελέητα σ’ όλα τα βιβλία του. Οι κυρ-Χαρίλαοι, οι Λαδάδες, οι Πατριαρχέηδες, οι Ζεβεδαΐοι, οι παπά – Γρηγόρηδες, όπως και οι προγονόπληκτοι και οι καλαμαράδες, οι Χατζησάβηδες, Ιδομενέηδες, οι Τίτυροι — αυτοί οι τελευταίοι με περισσότερη επιείκεια, μια επιείκεια που αποβλέπει και στον ίδιο τον εαυτό της —είναι οι στόχοι της ίδιας υπερβολής όπως και οι καλοί, οι ήρωες, οι εκστατικοί, τα παλληκάρια.

Καπετάν ΜιχάληςΣτον «Καπετάν Μιχάλη» ο πίνακας της ζωής της Κρήτης, και του κοινωνικού υποστρώματος του αγώνα της, παρ’ όλη την Ιδεοληψία που δεν εγκαταλείπει ποτέ τον Καζαντζάκη, είναι ρεαλιστικότατος. Μπορεί η ελευθερία του Καζαντζάκη να έχει τη μεταφυσική έννοια της «Ασκητικής». Μπορεί ο καπετάν Μιχάλης να είναι ένας εκστατικός που ζει τα μεγαλείο της δύναμης, του αγώνα για τον αγώνα και όχι την πραγματική σημασία του σα μέσου. Μπορεί ο χαρτοπόντικας ο κυρ Ιδομενέας να λέει: «είμαι στο μάλε βράσε της σκλαβιάς, λεύτερος˙ γεύομαι γενεές πρωτύτερα τη λευτεριά που θα ‘ρθει – και θα πεθάνω λεύτερος γιατί σε όλη μου τη ζωή πολέμησα για λευτεριά».

Αλλά ποιος αγώνας έτσι απίθανα σκληρός όπως ο ελληνικός αγώνας για λευτεριά δεν έχει το ρομαντισμό, την υπερβολή του, τις παραισθήσεις του; Όχι πως δικαιώνεται σε καμιά περίπτωση η μεταφυσική άποψη του αγώνα για τον αγώνα, αλλά, επιτέλους, η πραχτική εφαρμογή της άποψης αυτής από τον Καζαντζάκη δεν έγινε πουθενά για ένα μη καλό σκοπό. Η φιλοσοφική της ρίζα ανάγεται στην ιδέα πως ό,τι αγωνίζεται τον αέναο αγώνα του Σύμπαντος, είναι καλό. Αν πρέπει μόνο γι’ αυτό ν’ αρνηθούμε την άξια του έργου του Καζαντζάκη, τότε τι πρέπει να πούμε λ.χ. για την άποψη της αποδοχής του πόνου, του μη αγώνα, επειδή — κατά προέκταση της σκέψης ότι είναι απαράδεκτη η αρμονία «που θα στηριζότανε στα δάκρυα και στο μαρτύριο κι ενός μικρού παιδιού» — αποκλείεται κάθε ιστορική μετακίνηση, όπως σημειώνει εύστοχα ο Μάρκος Αυγέρης.[5] Κι όμως αυτή είναι μια αγαπημένη σκέψη του μέγιστου μυθιστοριογράφου του κόσμου. Όχι, λοιπόν. Ο «Καπετάν Μιχάλης», μαζί με τα πάμπολλα ελαττώματά του, είναι ένα έπος χρησιμότατο της λογοτεχνίας μας και το καλύτερο έργο του Καζαντζάκη.

Και στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» θα βρούμε τις ίδιες αρετές, με τη διαφορά ότι εδώ η ιδεοληψία είναι ακόμα πιο έντονη. Η θεμελιακή σκέψη του συγγραφέα στάθηκε ότι η ιδέα του ζωντανού θεού ή — αν θέλετε — της θέωσης του ανθρώπου — είναι δυνατή στην εποχή μας και ότι ο σταυρός του μαρτυρίου περιμένει και τώρα, όπως και τότε, το άκακο αρνίον που σηκώνει στους ώμους του την υπέρτατη ευθύνη. Και ποιοι είναι οι σταυρωτήδες; Μα είπαμε, οι χορτασμένοι, οι ευχαριστημένοι, οι στείροι. Πρώτοι και καλύτεροι οι δογματικοί της πίστης, το ιερατείο.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεταιΟ Ντοστογιέφσκι στους «Αδελφούς Καραμάζωφ» οπτασιάζεται το διάλογο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή — της Καθολικής εκκλησίας — με το Χριστό και την καταδίκη του Χριστού να ξανασταυρωθεί. Ο Καζαντζάκης μετέφερε την ιδέα στα παρ’ ημίν και της έδωσε πλατύτερο, πιο σύγχρονο περιεχόμενο. Δεν είναι μόνο οι δογματικοί της πίστης, που έκαναν από τις ηθικές διδασκαλίες συμβατικούς κανόνες, ιερατείο και επιχείρηση, εκείνοι που ξανασταυρώνουν πάντα τους καλούς, τους ωραίους, τους υπεύθυνους, αλλά και η κρατούσα τάξη, οι τσιφλικάδες, οι τοκογλύφοι, οι τσιφούτηδες και τα όργανά τους, ο αιώνιος Ιούδας. Και οι δειλοί, οι συμβιβασμένοι, οι καριερίστες, οι κομπλεξικοί, ρίχνουν κι αυτοί τον λίθον του αναθέματος. Κι όταν υπάρχει κι ο Ρωμαίος, ο Πασάς, ο Γερμανός, ή ο Αμερικανός, ε, τότε πια τα πράγματα διευκολύνονται πολύ.

Δεν ενδιαφέρει τόσο πολύ, θαρρώ, αν το Ομπερμεργκάου, με το έθιμο της αναπαράστασης των Παθών μπορεί να μεταφερθεί χωρίς βλάβη του ρεαλισμού και της ελληνικότητας — γιατί όχι και της γερμανικότητας — κατά τι νοτιότερων. Το έργο —πέρα από το ρομαντισμό του πρώτου μισού της κεντρικής του ιδέας — και ρεαλισμό έχει και ελληνικότητα πολλή και αλήθεια. Αυτοί είναι οι παπα-Γρηγόρηδες, οι Λαδάδες, οι Παναγιώταροι, όπως κι οι Γιαννακοί, οι παπα-Φώτηδες, οι Μανωλιοί, οι Μιχελήδες.

Ένα δράμα σταύρωσης στην εποχή μας, μπορεί να παιχτεί — παίζεται καθημερινά—και όχι μόνο ατόμων, αλλά και ομάδων και λαών, χωρίς να χρειάζεται η παράλληλη συμβολική αναπαράσταση των παθών και η αντιστοιχία των ρόλων υπό το υποβλητικώτερον. Ίσα – ίσα αυτή είναι η αδυναμία του έργου, ότι για να κάνει πιο υποβλητική την Ιδέα κατέφυγε σ’ αυτό τον περιττό διπλό συμβολισμό, που τουλάχιστον ζημιώνει τη λιτότητα, τη μεγαλύτερη αρετή του λόγου. Άλλωστε μπορεί να βρει κανείς πολλά άλλα να χτυπήσει σ’ αυτό το έργο, όπως και σ’ όλα τα έργα του Καζαντζάκη ώστε να είναι περιττή η γεωγραφία.

Αλλά γενικότερα οι απόψεις του Καζαντζάκη περιέχουν προοδευτικές πλευρές. Ακόμα και στην «μετακομμουνιστική Ασκητική» του υπάρχουν σπέρματα τέτοιων απόψεων. «Σε κάθε κρίσιμη εποχή μια παράταξη άνθρωποι πηγαίνανε μπροστά θεοφόροι και πολεμούσανε αναλαβαίνοντας όλη την ευθύνη της μάχης. Άλλοτε οι βασιλιάδες, οι ιερείς, οι αρχόντοι οι αστοί — και δημιουργούσαν πολιτισμούς, λευτέρωναν τη θεότητα. Σήμερα ο Θεός είναι αργάτης, αγριεμένος από τον κάματο, από την οργή κι από την πείνα».

Φυσικά κι εδώ υπάρχει μεταφυσική. Λίγο παρακάτω θα πει: «Περπάτα απάνου από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψέ τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω! Φωτιά! να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος».

alphabet blur close up font

Μα πρέπει να θυμόσαστε ότι αυτά γράφονται στα 1923 μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα στην ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα της κατάπτωσης, της φθοράς των Ιδανικών, της αβεβαιότητας. Και εκφράζουν κατά πολύ την επανάσταση απέναντι στην αποπνιχτική συμβατικότητα και κούραση της εποχής. Το ότι ο Καζαντζάκης μαθήτεψε σε κάθε μεταφυσική πίστη, ούτε αμφιβολία. Έκτος από το νιτσεϊσμό και το μπερξονισμό κι ο υπαρξισμός του Κίρκεγκααρντ και του Μπερντάεφ μπορεί να τον διεκδικήσει. Η παθητική υποδοχή του πεπρωμένου το arnor fati του Κίρκεγκααρντ, η προσέγγιση της υπερβατικής γνώσης με τη θέωση του ανθρώπου μέσον του Χριστού, του Μπερντάεφ, συναντιόνται και στην «Ασκητική» και σ’ όλα τα βιβλία του Καζαντζάκη.

Η παράθεση αποσπασμάτων θα ήταν κουραστική και περιττή. Αλλά ο νιχιλισμός ορισμένων προσώπων του, όπως του Ζορμπά, μπορεί να μας κάνει ν’ ανατρέξουμε μέχρι την αρχαία Ινδική φιλοσοφία. Ο Καζαντζάκης, μελετητής του Βουδισμού, είναι απίθανο να μην ήρθε σ’ επαφή με ολόκληρη την Ινδική σοφία και ιδιαίτερα με τις διδασκαλίες του τζαϊνισμού, «θρησκείας» που προηγήθηκε από το Βουδισμό, και προπαντός των upanishad[6] και των Ινδών σκεπτικιστών, των Nastiks. Οι διδασκαλίες αυτές είναι καθαυτό θρησκευτικές, είναι, όπως χαρακτηρίστηκαν εύστοχα, θρησκείες χωρίς θεό και ψυχολογίες χωρίς ψυχή.

Οι γνωσιολογικές όψεις των upanishad είναι αυτούσιες της «Ασκητικής». Κύριο γνώρισμά τους είναι η ανεπάρκεια του νου, του λογικού, να συλλάβει την άπειρη πολλαπλότητα της οποίας είναι ένα εφήμερο κομματάκι. Ο νους μας είναι ικανός να συλλάβει μόνο σχέσεις. Το ίδιο λέει κι η «Ασκητική»: «Ο νους του ανθρώπου μονάχα φαινόμενα μπορεί να συλλάβει, ποτέ την ουσία. Κι όχι όλα τα φαινόμενα, μα μονάχα τα φαινόμενα της ύλης. Κι ακόμα στενότερα: Όχι τα φαινόμενα, μα μονάχα τις μεταξύ τους σχέσεις».

Όμως την πραγματική ουσία, το Βραχμάν, την ψυχή του κόσμου, και το Ατμάν, το πνεύμα, ψυχή, το άυλο και άμορφο απόλυτο, τα καταχτάμε, αφομοιωνόμαστε μαζί τους όταν ξεχνάμε τον εαυτό μας. Είναι κιόλας μια ιδέα προδρομική της μπερξονικής ενόρασης με τον εσωτερικό στοχασμό του ενστίκτου. Η ουσία της ζωής, λέει ο Μπέρξον, διαφεύγει απ’ τη διάνοια, από την Επιστήμη, και μόνο με τη μυστικιστική έκσταση μπορεί να πλησιαστεί. Το ίδιο λέει κι ο Καζαντζάκης στην «Ασκητική», με την Σιγή, την «απροσπάθεια». Στα πιο μυστικοπαθή έργα του, αυτό το στοιχείο είναι εντονότατο. Αλλά και στον «Καπετάν Μιχάλη» ο δεσπότης ρωτάει με αγωνία τον Κοσμά που ήρθε απ’ τη Φραγκιά, αν εκεί οι άνθρωποι, πιστεύουν. Κι όταν παίρνει την απάντηση ότι πιστεύουν σε μια καινούργια θεότητα, την Επιστήμη, συμπεραίνει: «Νους χωρίς ψυχή αυτό θα πει διάβολος». (Ο Κοσμάς δεν αντικρούει αλλά ούτε κι επικροτεί, αυτός πιστεύει στην Επιστήμη ). Είναι η ιδέα των «Δαιμονισμένων» του Ντοστογιέφσκι.

four men standing on arched stone walls with the view of the setting sun over a city

Κι ο Τζαϊνισμός, η πίστη του Γκάντι, που έχει παράλληλα σημεία με τον Καζαντζάκη, διδάσκει ότι οι γνώσεις μας είναι σχετικές, τίποτα δεν είναι απόλυτα αληθινό. Όλα τα πράγματα, ακόμα και οι πέτρες, έχουν ψυχή. Κατά το Βουδισμό πάλι η ζωή είναι ένα αδιάφορο ρεύμα γίγνεσθαι και Θανάτου (βασική σκέψη της «Ασκητικής»). Αντίθετα από το Τζαϊνισμό, ο Βουδισμός δεν παραδέχεται ύπαρξη της ψυχής, ωστόσο διδάσκει τη μετενσάρκωση. Οι απόψεις του για το εγώ, για τη μνήμη, για την αντίληψη, είναι αφομοιωμένες από το μπερξονισμό. Αλλά ιδιαίτερη γοητεία είχε για τον Καζαντζάκη η ηθική διδασκαλία του Βουδισμού που απορρίπτει τον ατομικισμό, ηθικό και ψυχολογικό. Τα «εγώ» μας, πάντα ταραγμένα και ανήσυχα, δεν είναι στην πραγματικότητα όντα εξατομικευμένα. Δεν είναι παρά κυματάκια πάνω στο ρέμα της ζωής, κόμποι που λύνει και δένει ο άνεμος, ένας άνεμος που η πνοή του υφαίνει τους βρόχους της Ειμαρμένης. Η ατομική ευτυχία ή, μάλλον, η κατανίκηση της δυστυχίας, συνίσταται στο να ασκηθούμε να μη θεωρούμε τον εαυτό μας σαν ξεχωριστό άτομο αλλά σα μέρος ενός συνόλου, οπότε η κάθε δυστυχία, και ο θάνατος ακόμα, χάνουν την φοβερότητά τους, γιατί σκορπίζονται στην απεραντοσύνη του κόσμου. Την ειρήνη θα την βρούμε όταν μάθουμε ν’ αγαπάμε όλα τα ζωντανά πλάσματα. «Aς δημιουργήσομε — λέει η «Ασκητική» — ένα βασίλειο ανθρώπινο, έναν εγκέφαλο και μια καρδιά στη γης, ας δώσομε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινο αγώνα!».

Οι νιχιλιστές, οι Nastiks, τέλος, έχουν κι αυτοί τα πρόσωπά τους στο έργο του Καζαντζάικη, και πρώτα το Ζορμπά. Η διδασκαλία τους αρχίζει από την άρνηση της δυνατότητας γνώσης και φτάνει μέχρι την άρνηση των ηθικών αξιών. Η φύση είναι αδιάφορη στο καλό και στο κακό. Τα ένστικτα και τα πάθη δεν πρέπει να τα καταπιέζουμε γιατί η φύση τα εμπνέει στον άνθρωπο. Το πεπρωμένο κυβερνάει τη ζωή, που σκοπός της είναι να ζει κανείς. Η αληθινή σοφία είναι να ξέρεις να ζεις ευτυχισμένα. Είναι η εγκυκλοπαίδεια του Ζορμπά.

Αλλά είπαμε, ο Ζορμπάς δεν είναι ολόκληρος τύπος, είναι μια πλευρά του συγγραφέα του. Αυτός ο ευγενής εκλεκτικός θήτευσε σ’ όλες τις μεταφυσικές θεωρίες, σχεδόν σ’ όλες τις θεωρίες, κι από κάθε μια κράτησε καταβολές λίγο-πολύ δυνατές. Φυσικά ο μυστικισμός — το ξαναλέμε — είναι το κλίμα του και η κατάληξή του. Μήπως λίγα πήρε από τον μεγάλο εκστατικό, τον Ντοστογιέφσκι; Όχι μόνο ιδέες, πρότυπα, αφορμές, αλλά και μορφικά στοιχεία. Στον «Καπετάν Μιχάλη» λ.χ. οι σελίδες της δολοφονίας από τον Τίτυρο του αδελφού της γυναίκας του, των εξευτελισμών της Εφεντίνας-Καβαλίνας, της σκηνής της θυσίας του άλογου πάνω στον τάφο του Νουρήμπεη και πλήθος άλλες, οι αυτοτιμωρίες, οι δαιμονοπληξίες, οι εκστάσεις των άλλων έργων του, είναι μεταφορές του ντοστογιεφσκικού κλίματος.

Ο Αλεξανδρινός κριτικός Μανώλης Χαλβατζάκης στη μελέτη του «Καζαντζάκης – Ντοστογιέφσκι», αντιπαραθέτει άφθονα αποσπάσματα, ιδέες απόλυτα παράλληλες των δυο συγγραφέων. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης άλλωστε, δεν έκρυβε ποτέ το τι χρωστούσε στους άλλους, και ο Ντοστογιέφσκι ήταν από τους «Μεγάλους άρτους» της ρωσικής λογοτεχνίας, που «το γάλα της είχε βυζάξει» κι αυτός. «Βαθύτερα — έγραψε — από τα περίφημα αριστουργήματα των προγόνων είχαν συνεπάρει την ψυχή μου οι τόσο ανθρώπινοι, όλο πόνο, πάθος κι ανταρσία ήρωες στα ρούσικα ρομάντζα».

Αυτή η ανεξάντλητη ποικιλία των καταβολών στη διαμόρφωση της ιδεολογίας του είναι το αποτέλεσμα και η αιτία της βαθύτατης αγωνίας του Καζαντζάκη. Είναι η αγωνία του πνευματικού ανθρώπου, μπροστά στα προβλήματα του καιρού μας, αλλά και η αγωνία του καπετάν Σήφακα που μαζεύει στα στερνά του γύρω του τους συνομήλικούς του καπετάνιους και τους ξομολογείται, ζητώντας τους απόκριση:

«Ένα σκουλήκι με τρώει, αδέρφια! Κοιτάζω πίσω, θωρώ τη ζωή μου, κοιτάζω ομπρός, θωρώ το θάνατό μου- και συλλογιέμαι: Από πού ερχόμαστε, βρε παιδιά, από πού ερχόμαστε; πού πάμε;»

«Από τη σκλαβιά ερχόμαστε καπετάν Σήφακα, και πάμε στη λευτεριά… Κι έτσι μπορούμε εμείς οι Κρητικοί να γίνομε λεύτεροι: σκοτώνοντας», απαντάει ο καπετάν Μάντακας.

«θεριό μ’ έκανε ο θεός —λέει κι ο καπετάν Κατσιρμάς, ο κουρσάρος — πορεύτηκα το λοιπόν κ’ εγώ σα θεριό. Λύκο μ’ έκαμε, έφαγα αρνιά, αν μ’ έκανε αρνί, θα μ’ έτρωγε ο λύκος, χαλάλι του! Αυτό ζητάει η τάξη, τι φταίω εγώ; Φταίει εκείνος πού κάνει τους λύκους και τ’ αρνιά». Και αν ήταν — λέει —βασιλιάς θα διάλεγε τις πιο όμορφες κοπέλες και θα πρόσταζε να τις σφάξουν στο μνήμα του, να τις πάρει μαζί του. Ρωτάει και το δάσκαλο ο καπετάν Σήφακας. Μα εκείνος δεν θα του αποκριθεί με λόγια: «το ρώτημα μπαίνει σε λόγια… μα η απόκριση δε μπαίνει, θα σου αποκριθώ με τη λύρα- αυτή ναι το στόμα μου το αληθινό. Αν καταλάβεις τι λέει, πάει καλά. Αν δεν καταλάβεις, τι να σου κάμω, γέρο Σήφακα; Στραβός γεννήθηκες, στραβός θα πεθάνεις!».

Κι όταν ύστερα από ώρα παίξιμο, η λύρα είχε στοιχειώσει και θρηνούσε, «προσκαλούσε και μάβλιζε», ο καπετάν Σήφακας ένιωσε το κορμί του να μετεωρίζεται όλο πιο ψηλά, πιο αραιό, σε πάχνη, σε σύννεφο που από στιγμή σε στιγμή θα διαλυόταν σε βροχή «να μπει στο χώμα, να φουσκώσει και να θρέψει σπόρους. Ετούτος είναι ο θάνατος… ετούτος είναι ο Παράδεισος…». Αυτή η μεταφυσική κατατυράννησε τον Καζαντζάκη.

Πώς να δοθεί απάντηση σε ανύπαρχτο πρόβλημα; Ο θάνατος σα βιολογικό γεγονός δεν μπορεί να είναι παρών για τη συνείδηση. Γιατί αν ήταν παρών η συνείδηση θα ήταν απούσα. Μα η αγωνία είχε κυριέψει τον Κρητικό δρυ και τον έφαγε σα σαράκι Κι όλη αυτή η πολυλογία κάποτε, η συσσώρευση ευρημάτων, η ανεκδοτολογία και — φυσικά — πρώτα απ’ όλα αυτό το βαρυφόρτωμα της κάθε φράσης σχεδόν μ’ ένα σημαντικό περιεχόμενο, ολ’ αυτά που μειώνουν αισθητότατα την αξία του έργου του, σ’ αυτή τη αγωνία χρωστιώνται. Κι οι άλλες μικρές και μεγάλες αδυναμίες του, η αποτυχία του στο να πλάσει έστω και ένα αληθινό παιδί στα τόσα βιβλία του, έστω και μια γυναίκα ολόκληρη, όλα μπορούνε ν’ αναχθούν σ’ αυτή την ιδεοληψία.

Νομίζει κανείς πως βιαζόταν να μας πει πολλά, πολλά παραμύθια, όχι για να μας μιλήσει, αφού αυτό είναι σε τελευταία ανάλυση αδύνατο, αλλά μήπως μπορέσουμε και αποκρυπτογραφήσουμε από μόνοι μας αυτό που ένιωθε στην εκστατική Σιωπή του. Πολέμησε να μας ρίξει «ένα σύνθημα, σα συνωμότης», τον Ακέραιο λόγο του.

Πέρα από τις μεταφυσικές του προθέσεις εκείνο που μας άφησε είναι πολύτιμο και τιμάμε. Γιατί, όπως και ν’ αναζητάει κανείς την ουσία της ζωής, όταν πιστεύει στην καρδιά του ανθρώπου, «το χωματένιο αλώνι όπου μέρα και νύχτα παλεύει ο Ακρίτας το θάνατο», είναι σίγουρο πως είναι της ζωής ετούτης. Η ζωή ετούτη που μας τη δίνει με τιμιότητα, είναι η ίδια η απάντηση και στην αγωνία του. Νομίζω πως ο Καζαντζάκης παρόλα αυτά το ήξερε…

Δ. ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ

[1]  Έτσι αποκαλούν κατά τον Μπέρξον, οι μεγάλοι μυστικιστές την προσωρινή επιστροφή από την έκσταση, επειδή η θέληση έμεινε έξω από την ένωση της ψυχής με το Θεό, στάδιο προπαρασκευαστικό του μεγάλου μυστικισμού, της ολοκληρωτικής απορρόφησης από το Θεό. Μπέρξον « Οι δυο πηγές της ηθικής και τής θρησκείας», μετ. Τατάκη, σ. 210.

[2] «Χριστός, Βούδας, Λένιν, οι τρεις μεγάλοι αγαπημένοι κουρσάροι της ζωής μου…». Ν. Καζαντζάκη «’Αναφορά στον Γκρέκο».

[3] Ν. Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο».

[4] «Σημερινά Γράμματα», φύλλο 7, Απρίλιος 1955.

[5] «Ο Ντοστογιέφσκι», «Επιθεώρηση Τέχνης», τεύχος 16, ’Απρίλιος 1956.

[6] Προφορικές και γραπτές διδασκαλίες που περιέχουν το μυστικό ή εσωτερικό δόγμα το οποίο ο δάσκαλος εμπιστεύεται στους αγαπημένους του μαθητές. Βρέθηκαν 108 τέτοια upanishad.

*Η έντονη γραφή, καθώς και οι τίτλοι ενδιάμεσα στο κείμενο προστέθηκαν από εμάς. Αναδημοσίευση από την «Επιθεώρηση Τέχνης», Γενάρης – Φλεβάρης 1958


Χ. Τσαντής – Ο μικρός πρίγκιπας συναντά τον Κύριο Καζαντζάκη στο δρόμο της αναζήτησης, 3η έκδοση, Εκδόσεις Ραδάμανθυς


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: