Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γιώργος Ηλιάδης – Ο Μπάμπης ο πλασιέ – Οι πρώτες σελίδες

…Αυτό το θέσφατο βέβαια, το “Κάθε εμπόδιο για καλό”, σηκώνει κουβέντα, αφού σαν λαός είμαστε ανυπόμονοι και μάλλον το “Γοργόν και χάριν έχει”, θα έπρεπε να ‘ναι το έμβλημα μας, όμως δεν διαθέτει το βάθος και τη σοφία του “Κάθε εμπόδιο…”. Αυτό το αξεπέραστο ρητό ναι μεν ισχύει και χαροποιεί ιδιαιτέρως όταν με το καλό μπορέσουμε επιτέλους να υπερπηδήσουμε το εμπόδιο, πώς θα το καταφέρουμε όμως, είναι μία διαφορετική συζήτηση. Τότε και μόνο τότε – αφού το πηδήσουμε – θα νιώσουμε δυνατοί, έτοιμοι πια να υπερπηδήσουμε το επόμενο, ύστερα το μεθεπόμενο και πάει λέγοντας. Θα μπορούμε να πηδάμε εμπόδια εσαεί, γιατί η ζωή είναι γλυκιά, έχει τις χαρές της, μα έχει παράλληλα πολλές λύπες, δηλαδή παλούκια, δυσκολίες κι εμπόδια μικρά και μεγάλα… Γιώργος Ηλιάδης

Σαν εισαγωγή

ΤΟ ΚΑΛΟΦΤΙΑΓΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ είναι σαν ένα γευστικό μπουκάλι κόκκινο κρασί. Πίνοντάς το γουλιά-γουλιά, ελπίζεις ν’ αργήσει να τελειώσει, να ‘ναι το ταξίδι μακρύτερο. Για να δημιουργηθεί, απαραίτητη είναι η έμπνευση, μαζί με κάποιους κανόνες, όπως ακριβώς γίνεται με το κρασί. Απαιτείται υπομονή, καλή ποικιλία κλήματος, έδαφος με πλούσια στοιχεία, χρειάζεται καιρός να γίνει η ζύμωση του μούστου σε ξύλινο βαρέλι, σωστό κελάρι, με τις πρέπουσες θερμοκρασίες, για να αποκτήσει δύναμη και γεύση. Καταλυτική βέβαια είναι η πρόθεση του συγγραφέα, αφού ο καθένας έχει άλλα γούστα.

Ζύγισα τα πράγματα αρκετές φορές πριν πάρω την απόφαση να δημιουργήσω τον «Μπάμπη», ένα πολύχρωμο αερόστατο, να μας πάει ταξίδι ψηλά και μακριά, να μας ανοίξει νέα παράθυρα στο νου κι ύστερα να μας κατεβάσει σ’ ένα ατμόπλοιο κάπου σ’ ένα πλωτό ποτάμι. Ένα ατμόπλοιο που θα ‘χει δύο-τρεις μπάντες από δεξιοτέχνες μουσικούς να παίζουν μπλουζ και ροκ, να μας χτυπά ο ήλιος κατακέφαλα, να πίνουμε όλη μέρα αλκοολούχα, να τραγουδάμε, να κάνουμε πάρτι για πάρτη μας, να γελάμε με την καρδιά μας, να πλαντάξουμε στο χαχανητό κι έπειτα όλα αυτά να γίνουν μία υπέροχη ανάμνηση.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησα τον «Μπάμπη», θέλοντας να κάνω ένα βιβλίο… μπάχαλο, «ελαφρύτερο» απ’ τα «Τα δυο πουγκιά» και «Το μαγκάλι«, τα δυο μυθιστορήματά μου που είχαν προηγηθεί, να ‘χει πλάκα, υπερβολές, να ‘ναι σαν τις φούσκες που φτιάχναμε φυσώντας το βουτηγμένο σε σαπουνάδα καλαμάκι όταν ήμασταν παιδιά ανέμελα, άτακτα, χωρίς σκοτούρες. Να δεσπόζει ο Μπάμπης, μια φοβερή και τρομερή περσόνα, ένας τύπος αλέγκρο, ξερόλας, τζογαδόρος, να το διαβάζει ο καθένας μονορούφι, να γελά με την καρδιά του.

Έχετε το λόγο μου, προσπάθησα πάρα πολύ… σιγά που θα το κατάφερνα! Απ’ ό,τι καταλαβαίνω πια, το βιβλίο εκτός από μπουκάλι καλόπιοτο κρασί, είναι συνάμα ένας ταύρος, εκείνο το δυνατό ζώο, αν βέβαια δεν το έχουν μαστουρώσει με διάφορες ενέσεις, όπως κάνουν στην Ισπανία οι διάφοροι “Ελ κορντόμπες”, οι φονιάδες των ταύρων. Κι ενώ το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου, πήγαινε καλά σχεδόν ίσαμε το τέλος, εκεί ήταν που έπεσα πάνω στις ορέξεις της “λευκής ακρίδας” κι όλα τα σχέδια που είχα φτιάξει για το φινάλε πήγαν στο βρόντο. Εκεί το βιβλίο αντέδρασε στις προθέσεις μου, σαν θυμωμένος ταύρος, με κοίταξε κατάματα σα να ‘θελε να μου πει: «αρκετά με το σορολόπ, ώρα να σοβαρευτείς», έτσι άλλαξε πορεία και σοβάρεψε το θέμα!

Πρέπει βέβαια να ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη από τον φίλο και συνεργάτη, τον Στέλιο, γιατί τα κυριότερα στοιχεία του χαρακτήρα του «Μπάμπη» είναι βασισμένα πάνω του. Θέλοντας όμως να δημιουργήσω, έναν γκροτέσκο χαρακτήρα που να ‘ναι “τουρλού-τουρλού”, δηλαδή συμπαθής και απατεώνας, μπον-βιβέρ, παραμυθατζής, αλλά κυρίως να έχει όραμα. Ένα όραμα που τα φωνητικά του προσόντα και μερικά… λαδώματα, θα τον έφερναν στο ναό της Όπερας, στη γνωστή “Σκάλα” στο Μιλάνο, να πρωταγωνιστήσει σε έργο του Βέρντι. Του άλλαξα στην κυριολεξία τα φώτα, τόσο που και ο ίδιος θα αναρωτηθεί αν έχει κάποια σχέση το βιβλίο μ’ εκείνον όπως είναι στην πραγματικότητα. Ψήγματά του έχει «ο Μπάμπης», όπως και στοιχεία από άλλους πλασιέ, γιατί γνώρισα κάμποσους στην ζωή μου. Αυτά, λοιπόν, μπήκαν στο μίξερ μαζί με διάφορα υλικά, ώσπου κατάφερα να φτιάξω το περίφημο κοκτέιλ που κρατάς στα χέρια σου.

* * *

ask blackboard chalk board chalkboard

To μεγάλο ερώτημα που έχει τεθεί τα τελευταία πενήντα χρόνια, είναι αν πράγματι είμαστε τυχεροί που γεννηθήκαμε στον 20ο αιώνα. Καταλαβαίνουμε βέβαια, πως σ’ ένα τόσο σοβαρό ζήτημα οι απόψεις διίστανται. Μερικές φορές η ζυγαριά γέρνει απ’ τη μία πλευρά, έπειτα από την άλλη και ξανά απ’ την αρχή. Τα οπλοστάσια των δύο πλευρών είναι γεμάτα. Οι μεν ισχυρίζονται πως “ναι”, ενώ οι αντίπαλοι απαντούν με ηχηρό “όχι”. Μερικές φορές η αντιπαράθεση είναι τόσο σφοδρή, που ξεκινάνε μαλλιοτραβήγματα ανοίγουν κεφάλια, χέρια μπαίνουν σε νάρθηκες, ενώ παράλληλα δικηγόροι βγάζουν έξτρα μεροκάματα απ’ τις μηνύσεις, μίας και σαν λαός είμαστε δικομανείς.

Η κάθε πλευρά ψάχνει στη δική της φαρέτρα, εκεί που έχει όλα τα επιχειρήματα, αραδιασμένα το ‘να δίπλα στο άλλο, τα ρίχνει ένα-ένα ή όλα μαζί στη μάχη της επικράτησης, ενώ εσύ που δεν έχεις ακόμη αποκτήσει σαφή άποψη επί του θέματος, σαν άλλος Ξέρξης, προσπαθείς από τον θρόνο σου που είναι στημένος στο όρος Αιγάλεω, να δεις τι ξημερώνει στην έκβαση της εκστρατείας. Όταν ακούς τους αντιμαχόμενους, δυσκολεύεσαι να πάρεις θέση, εκτός αν σου το επιβάλλουν οι καταστάσεις, οπότε σφίγγεις την καρδιά, το μυαλό και τα δόντια, αμολάς το “ναι” ή το “όχι”, χωρίς ωστόσο να έχεις πεισθεί απόλυτα, πως πήρες τη σωστή θέση, μιας και μόνιμα υπάρχει η αμφιβολία για την επιλογή, άλλωστε η ζωή βαδίζει σ’ ένα δρόμο σπαρμένο με αμφιβολίες.

Όση όμως αντιπαλότητα κι αν υπάρχει ανάμεσα στους “Πολιτισμολάτρες” και τους “Πολιτισμομάχους”, αν κάποια στιγμή καταφέρεις να τους κάνεις ν’ αποφασίσουν εκεχειρία έστω λίγων ωρών και μπορέσεις να τους καθίσεις σ’ ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων, να τους ζητήσεις να βρουν όχι τι τους χωρίζει αλλά τι τους ενώνει, διαπιστώνεις πως υπάρχουν πράγματα τα οποία και οι δύο παραδέχονται ότι χωρίς αυτά είναι αδύνατη η επιβίωση. Συνομολογούν πως είναι αδύνατον να υπάρξουμε χωρίς αναπνοή, φαγητό, ξεκούραση, ύπνο, αγάπη, φιλία, εμπειρία, γνώση και κυρίως κληρονομιά. Και όταν λέμε «κληρονομιά», δεν εννοούμε τόσο το άνοιγμα της διαθήκης αποθανόντος συγγενούς σε δικηγορικό γραφείο, αλλά την πολιτιστική κληρονομιά που απλόχερα μας άφησαν οι πρόγονοι, αρχαίοι και νεότεροι κι ας μην ήταν από το ίδιο σόι. Ανάμεσα στα αξεπέραστα καλλιτεχνήματα, στις επιστημονικές τους ανακαλύψεις και στη θεμελίωση φιλοσοφικών και ανθρωπιστικών αξιών, οι αρχαίοι δημιούργησαν ρητά που έμειναν στην Ιστορία.

antique crumpled crumpled paper dirty

Τα ρητά και η λαϊκή σοφία είναι ό,τι πιο σημαντικό στη ζωή, το μαγικό κλειδί, το πασπαρτού που ανοίγει όλες τις πόρτες, το πασπαρτού που ανοίγει όλες τις πόρτες, λύνει όλα τα προβλήματα, αρκεί να τ’ αντιμετωπίσεις με την πρέπουσα σοβαρότητα. Λέει και ξαναλέει ο λαός διάφορα ρητά και γνωμικά, θέσφατα κι αποφθέγματα, τα παίζει στα δάχτυλα σαν κομπολόι 19χαντρο, άσχετα αν απ’ την άλλη τα κάνει μαντάρα, γιατί δεν ξέρει τι να ψηφίσει, μήπως επιτέλους αλλάξει κάτι στον ρημαδιασμένο τόπο. Αυτό το θέσφατο βέβαια, το “Κάθε εμπόδιο για καλό”, σηκώνει κουβέντα, αφού σαν λαός είμαστε ανυπόμονοι και μάλλον το “Γοργόν και χάριν έχει”, θα έπρεπε να ‘ναι το έμβλημα μας, όμως δεν διαθέτει το βάθος και τη σοφία του “Κάθε εμπόδιο…”.

Αυτό το αξεπέραστο ρητό ναι μεν ισχύει και χαροποιεί ιδιαιτέρως, όταν με το καλό μπορέσουμε επιτέλους να υπερπηδήσουμε το εμπόδιο, πώς θα το καταφέρουμε όμως, είναι μία διαφορετική συζήτηση. Τότε και μόνο τότε – αφού το πηδήσουμε – θα νιώσουμε δυνατοί, έτοιμοι πια να υπερπηδήσουμε το επόμενο, ύστερα το μεθεπόμενο και πάει λέγοντας. Θα μπορούμε να πηδάμε εμπόδια εσαεί, γιατί η ζωή είναι γλυκιά, έχει τις χαρές της, μα έχει παράλληλα πολλές λύπες, δηλαδή παλούκια, δυσκολίες κι εμπόδια μικρά και μεγάλα.

Τι γίνεται όμως φίλε μου στην περίπτωση που αδυνατείς; Στην περίπτωση δηλαδή που, ναι μεν προσπαθείς, καταβάλλοντας φιλότιμες προσπάθειες, αλλά δεν μπορείς να τα υπερπηδήσεις; Τότε σκάει μύτη ένα άλλο ρητό, που δένει απολύτως με το πρώτο, το ”Αν θες να πετύχεις, ξαναπροσπάθησε”! Το σίγουρο λοιπόν με τα εμπόδια είναι, πως είτε τα πηδήσεις είτε όχι, στο τέλος βγαίνεις κερδισμένος, μην έχεις αμφιβολία. Γιατί; Διότι μαθαίνεις ν’ αναμετριέσαι με τις δυσκολίες. Από τη μία έχεις βάλει αναγκαστικά το μυαλό να δουλέψει για να βρει λύσεις, από την άλλη έχεις ζοριστεί, οπότε ανακαλύπτεις την δύναμη που κρυβόταν μέσα σου και, αφού έχεις προσπαθήσει να βρεις τρόπο να τα υπερπηδήσεις ξανά και ξανά, έχεις τουλάχιστον αποκτήσει μίαν άλφα τεχνογνωσία περί διαφόρων θεμάτων και καταστάσεων.

Έτσι είναι αυτά, μαθαίνεις μια τέχνη, την αφήνεις μέχρι να την χρειαστείς ξανά. Έχει προνοήσει και γι’ αυτό ο σοφός λαός… ”Μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε και αν πεινάσεις πιάσ’ τηνε”!

Είναι ωραίο να πλοηγείς μέσα σε μία θάλασσα ρητών και θεσφάτων, που διαμορφώθηκαν μέσα στους αιώνες, απ’ τους προγόνους. Μόλις ζορίζεσαι, απλώνεις το χέρι, πιάνεις ένα, σκέφτεσαι πως αυτό το καταστάλαγμα γνώσης κρύβει έναν ολόκληρο θησαυρό που θα σε βγάλει από τη δυσκολία, αν βέβαια καταλάβεις τι εννοεί και κυρίως αν το χρησιμοποιήσεις την κατάλληλη στιγμή. Έχε λοιπόν τα μάτια ανοιχτά, πιάσε το κατάλληλο ρητό, την κατάλληλη στιγμή, γιατί αν δεν το πιάσεις, χάθηκε το παιχνίδι.

Κάπως έτσι είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια πριν, η όμορφη, γοητευτική, αφυπνιστική, ιδιάζουσα, δημιουργική και αποκαλυπτική, περιπέτειά μου, με το γράψιμο, με το οποίο ουδεμία σχέση είχα, το έβλεπα σαν βουνό, τουλάχιστον 5.000 μέτρων, με απότομες χαράδρες, τεράστιους κινδύνους… να την “πάθεις”, να εξευτελιστείς… ώσπου μία μέρα τ’ αποφάσισα, όταν είδα γραμμένο κάπου ένα άλλο ρητό: ”Ποτέ δεν είναι αργά”.

Θοδωρής Παπαδουλάκης και Γιώργος Ηλιάδης

Θοδωρής Παπαδουλάκης και Γιώργος Ηλιάδης στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου στον πολυχώρο «Ραδάμανθυς» στα Χανιά.

Στην αρχή κατάφερα με τα χίλια ζόρια να γράψω μία σειρά, δηλαδή ίσα-ίσα δεκαπέντε λέξεις τη μία δίπλα στην άλλη, σαν σιδηροδρομικό συρμό. Είχα πλέον υπερπηδήσει το πρώτο εμπόδιο, είχα ήδη “προσθέσει” ένα μικρό μπόι, με προοπτικές να το αυξήσω σημαντικά στην επόμενη υπερπήδηση. Αν βέβαια στο ενδιάμεσο “φάω” τα μούτρα μου μερικές φορές, θα το αντιμετωπίσω με τον καλύτερο τρόπο, αρκεί να βρω τη δύναμη να ξανασταθώ στα πόδια μου, στο κάτω-κάτω για να λέει ο λαός “κάθε εμπόδιο για καλό”, κάτι παραπάνω θα ξέρει, οπότε καλό θα ήταν να κάνω ένα τεστ με τις δυνατότητες και τις αντοχές μου. Οπλίστηκα λοιπόν με θέληση, δύναμη, πείσμα, κι έτσι μετά από κόπους, έγινε το πρώτο θαύμα, είχα γράψει μία ολόκληρη σελίδα.

Σταυροκοπήθηκα! Για μερικούς εμπνευσμένους, κάτι τέτοιο είναι θέμα λίγων λεπτών, μα για μένα ήταν ολόκληρο βουναλάκι. Κάθισα να ξαποστάσω σ’ εκείνη την πρώτη κορφή, άνοιξα το παγούρι, ήπια δύο γουλιές νερό, έπειτα έβγαλα μολύβι και χαρτί, την ξανάπιασα από την αρχή. Προσπάθησα να της βάλω κάποιο νόημα, γιατί χωρίς νόημα τι να το κάνεις το συγγραφιλίκι;

Την τύπωσα με μεγάλα ευκρινή γράμματα σ’ ένα τεράστιο κομμάτι χαρτόνι, το κρέμασα ψηλά στον τοίχο, στήθηκα μπροστά της, πόζαρα γελαστός και κορδωμένος, τράβηξα μία σέλφι, την πόσταρα στην ένωση των συγγραφέων για να μου πουν οι μέλλοντες συνάδερφοι τη γνώμη τους. Αν δηλαδή στ’ αλήθεια άξιζε ν’ ασχοληθώ με το γράψιμο… όχι δηλαδή τίποτ’ άλλο, αλλά να μην ρεζιλευτώ στα πίσω-πίσω… για μία υστεροφημία ζούμε!

Η απάντηση ήρθε με κούριερ άμεσα από την ένωση συγγραφέων. Η επιστολή ήταν ενθαρρυντική και έκλεινε, λέγοντας περίπου τα εξής: ”Το ‘χεις ρε μάστορα στο αίμα σου, προχώρα το, σε περιμένουμε στα μονοπάτια της δόξας, της τέχνης των λόγων…”.

Έκλαψα! Βουρκωμένος, διάβασα την επιστολή, χαρούμενος όμως που είχα καταφέρει να υπερπηδήσω ένα ακόμη εμπόδιο. Έχω βέβαια φάει τα μούτρα μου αρκετές φορές, αλλά δεν το ‘βαλα κάτω και επιτέλους, με υπομονή, επιμονή, αποφασιστικότητα και μεράκι, ετοιμάζομαι να γράψω ένα ακόμη βιβλίο, κάτι που τυπικά θα μου δώσει – δικαίως πια – τον τίτλο του Συγγραφέα, άσχετα αν δεν είμαι επαγγελματίας.

Δεν ζω από το γράψιμο, αλλά από μία αναθεματισμένη κωλοδουλειά, εμπόριο τη λένε, που δεν την εύχομαι ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Τέτοιο χάσιμο χρόνου, τόση φθορά, τόση στενοχώρια, τέτοιο “παίξιμο” νεύρων, τόση ανασφάλεια… το χειρότερο απ’ όλα; Να ‘χεις συνέταιρο το κράτος, που έχει εγκαταστήσει μόνιμα το χέρι του στην τσέπη σου. Όμως δεν γίνεται αλλιώς κι όταν πέσεις στα βαθιά κολυμπάς ή απλά πνίγεσαι, διαλέγεις και παίρνεις. Αν βέβαια μπορείς να διαλέξεις. Λέει ξανά ο σοφός λαός, ο οποίος ας το αναγνωρίσουμε, όλο λέει-λέει, ενώ ελάχιστα κάνει, γι’ αυτό τον τσαλαπατάνε οι διάφοροι σωτήρες-μάγοι και απλοί εκμεταλλευτές. Λέει λοιπόν ένα ακόμη από τα 33.333 ρητόγνωμικα: “τρώγοντας έρχεται η όρεξη”, κι έχει και πάλι δίκιο, γιατί μετά το πρώτο βιβλίο, ήρθε στο καπάκι το δεύτερο, σχεδόν από μόνο του, τελείως αβίαστα.

alphabet blur close up font

Μου ‘χε ανοίξει η όρεξη, ήθελα να φτιάξω τρίτο βιβλίο σαν επιστέγασμα, που θα ‘ταν όπως λέγαμε στα παιδικά και τα εφηβικά μας χρόνια, ο “Λούκουμος”, ή όπως το λένε πιο ποιητικά οι περισσότερο ευαίσθητοι: ”Η αυλαία, Το κύκνειο άσμα, O αποχαιρετισμός, το Άντε γεια” στη λογοτεχνία, που με ανέχτηκε να προσπαθώ να χριστώ συγγραφέας, θέλοντας να δώσω κάτι στο αναγνωστικό κοινό, μέσω αυτού στην κοινωνία. Με αυτό τον τρόπο θα έκλεινα αμετάκλητα εκείνη την πανέμορφη παρένθεση που ‘χα ανοίξει στη ζωή μου έξι χρόνια πριν, σαν “διπλωματούχος” συγγραφέας πλέον. Αφού λοιπόν θα ‘χα τελειώσει το τρίτο σύγγραμμα, καμαρωτός-καμαρωτός θα πεταγόμουν στην Αθήνα να μου δώσουν το δίπλωμα, να το κορνιζώσω, να το ‘χω στα γεράματα, ν’ αναπολώ πως κάποτε υπήρξα και συγγραφέας, εκτός από μαρμαράς, αγρότης, εργάτης εμφιαλωτηρίου, ντισκ-τζόκεϊ, καστανάς, σερβιτόρος, γκρουμ, πωλητής, έμπορος, ηθοποιός, δάσκαλος υποκριτικής.

Ήμουν έτοιμος!…


Δείτε εδώ: Τα βιβλία του Γιώργου Ηλιάδη 


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: