Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χριστίνα Βεριβάκη – Gypaetus Barbatus

Η Δίκτυννα και ο Κύδωνας οι δυο τελευταίοι γυπαετοί της Κρήτης προσπαθούν να πλέξουν την φωλιά τους στη ψηλότερη βουνοκορφή των Λευκών Ορέων, στις Πάχνες σ’ ένα άνυδρο και απόκοσμο μέρος.

Η Δίκτυννα είναι ετοιμόγεννη και χρειάζεται ένα σταθερό και ζεστό μέρος για κλωσήσει τ’ αυγά της. Τα δυο βασιλικά πουλιά, που άλλοτε άνοιγαν τις κυρίαρχες φτερούγες τους ανάμεσα σε καταπράσινα περιβόλια και άγρια φαράγγια, αυτές τις μέρες ψάχνουν εναγωνίως σε μια στέπα γη λίγα χλωρά και ξερά κλωνάρια, για την φωλιά που θα ζεστάνει το γυμνό κορμάκι των τελευταίων απογόνων.

Η αναζήτηση των υλικών που θα οικοδομήσουν την φωλιά τους δυσχεραίνεται. Οι  μέρες δύουν σε μουντούς ουρανούς. Η Δίκτυννα αρχίζει να κοιλοπονεί, όμως έχει μάθει ν’ αντέχει. Το υπερήφανο ζευγάρι αποφασίζει να κινήσει το πέταγμά του ως την πόλη των ανθρώπων. Απόφαση απόγνωσης, ωστόσο δεν υπήρχε άλλη λύση. Στα στενά δρομάκια της πόλεως, ίσως να έβρισκαν τα κατάλληλα υλικά που θα ήταν χρήσιμα για την φωλιά τους. Δεν δίστασαν ούτε μια στιγμή να ξεχυθούν στον κόσμο των ανθρώπων, άσχετα από το γεγονός ότι ενστικτωδώς γνώριζαν τους αμέτρητους κινδύνους που ελλοχεύονταν από κάθε πιθανή γωνιά κακού των σαδιστών σατράπηδων, οι οποίοι δεν άφηναν τίποτα να ευημερήσει.

Με περίσσιο θάρρος άρχισαν ν’ αναζητούν μαζί στα μουσκεμένα δρομάκια, χρήσιμα υλικά που θα ήταν ικανά να πλέξουν την φωλιά, που θα ήταν ανθεκτική σε θύελλες, ανέμους και βροχές.  Το δυνατό τους ράμφος ήταν το όπλο τους, ο καλύτερος σύμμαχος για τούτη την ιερή αποστολή.

Παράξενοι καιροί, παράξενα και τα ευρήματά τους. Ασυνήθιστα. Τούτη την φορά δεν έβρισκαν, χώμα, νερό και λάσπη, ούτε αγκάθια, ξερόκλαδα και φύλλα. Όχι. Ήταν πεταμένα αγαθά των ανθρώπων σε παρακείμενους σκουπιδοντενεκέδες.

Ο Κύδωνας έφερνε δαχτυλίδια και μέταλλα, που ήταν κρυμμένα σε σκουριασμένα κεσεδάκια. Τα έκοβε με το δυνατό του ράμφος και με περίτεχνο τρόπο έπλεξε ένα θολωτό συρματόπλεγμα, που ήταν ικανό να στηρίξει τα υπόλοιπα αντικείμενα. Ομολογουμένως, ο βασιλιάς των κρητικών αιθέρων ήταν πολύ αναστατωμένος, διότι είχε μάθει να διαπραγματεύεται ειρηνικά με την φύση, για την φιλοξενία της οικογένειας του σε τόπους χλοερούς και γόνιμους. Δεν σταμάτησε ούτε λεπτό την αναζήτηση. Με τα γαμψά ακρόνυχά του έφερε πολλά ξύλινα κουτάκια και παιχνίδια, μπαμπούσκες και πορσελάνινες κούκλες, ακόμη και κομμάτια από παζλ και χειροποίητα ξύλινα πολύφωτα. Όλα ήταν χρήσιμα, δεν είχε τον χρόνο με το μέρος για να κάνει διαλογή.  Από ύψος δυσθεώρητο πετούσε τα αντικείμενα στις αιχμηρές βουνοκορφές, με ορμή να σπάσουν σε χίλια κομμάτια, για να τα τοποθετήσει ένα προς ένα στη θολωτή φωλιά που έχτιζε. Έτσι όριζε το ένστικτο της επιβίωσης του.

Ρέθυμνο

Τα δυο γυπαετόπουλα καθότι μόνα σ’ ολάκερη την κρητική πλάση ένιωθαν πως είχαν μεγάλο χρέος απέναντι προς το είδος τους. Η Δίκτυννα ακούραστα και αγόγγυστα πετούσε προς τις ταράτσες των σπιτιών των ανθρώπων για να γυρέψει ελεημοσύνη. Μετέφερε ότι έβρισκε. Βρέθηκε σ’ ένα παράξενο μέρος, όπου τα κτήρια ήταν μοιρασμένα σε όμοια, ισάριθμα οικήματα, ίδιου μεγέθους και αρχιτεκτονικής. Στα σκουπίδια αυτών των κτηρίων ήταν συγκεντρωμένες πολλές μάσκες, με ασυνήθιστα χρώματα. Τις περιεργάστηκε για αρκετή ώρα κοιτάζοντας και μυρίζοντάς τες. Έζεχναν την μυρωδιά των ανθρώπων, που ήταν ανυπόφορη, για τα ρουθούνια που κάποτε μύριζαν θυμάρι και ρίγανη ανάμεσα στα φαράγγια. Μυρωδιά φόβου, ιδρώτα, ψεμάτων, υποκρισίας και χλευασμού προς άπαντες. Αυτά συλλογίστηκε με το φτωχό μυαλό της και ξάνοιξε τις φτερούγες της αρπάζοντας όσες μάσκες άντεχαν τα πόδια της και κίνησε προς τις Πάχνες. Η ώρα της γέννας έφτασε.

Το επόμενο πρωινό η λεβεντογέννα Δίκτυννα είχε στην αγκαλιά της δυο αυγά, τα κλωσούσε με αγάπη, προσοχή και προσμονή έως ότου ξεπροβάλλουν οι νεοσσοί. Κοιτούσε με ευγνωμοσύνη την εικόνα της Παναγίας που ήταν μπερδεμένη με τις μάσκες που είχε αρπάξει την περασμένη μέρα. Οι άνθρωποι μέσα στην πολύ συνάφεια των σκόρπιων αναμνήσεων τους πέταξαν στα σκουπίδια και το ιερό φυλαχτό τους. Ποιος ξέρει γιατί; Ίσως να ήταν μια πράξη αγανάκτησης, ίσως και όχι.

white clouds

Καθώς ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της η Δίκτυννα ράγισαν τα τσόφλια του αυγού και ξεμύτισε ο πρώτος άρρεν γυπαετός. Χαρά διπλή για την οικογένεια των κρητικών γενειοφόρων, διότι το είδος θα σωθεί. Με την ίδια προσήλωση περίμεναν και το δεύτερο αυγό. Σπάνια η τύχη συνοδεύει την μύχια επιθυμία, για δυο μωρά, όμως είχαν μια ελπιδοφόρα εγκαρτέρηση για την γέννηση και του δεύτερου νεοσσού. Περίμεναν για το θαύμα. Περνούσαν οι μέρες σχετικά ήρεμα. Το μικρό πουλί έκραζε, πεινούσε και διψούσε. Σε τούτο το απόκοσμο μέρος, δεν είχαν απομείνει κουφάρια προβάτων και μικρών αμνών για να τραφούν. Η επιβίωση δυσχεραινόταν όλο και περισσότερο. Οι άνθρωποι είχαν μαραζώσει από τα δικά τους βάσανα και δεν είχαν χρόνο και δύναμη για ν’ ασχοληθούν με το χώμα της Κρήτης.

Τα μεγαλοπρεπή γυπαετόπουλα περίμεναν γι’ έναν άνεμο, μήπως φέρει δώρα εξ ουρανού. Πράγματι φύσηξε ο Θεός. Μια δυνατή θύελλα τα πήρε όλα στο διάβα της. Η θολωτή φωλιά, γύρισε ανάποδα, έσπασε το αυγό που είχε αρχίσει να έχει καρδιοχτύπι και ο νεοσσός που πρόλαβε να δει το Φως της νύχτας και της μέρας έπεσε, από ύψος βαθύ και πλακώθηκε από το βάρος των φερτών υλικών. Ίσα που οι ανάσες του έβγαιναν από το ράμφος που έκραζε για ζωή.

Η Δίκτυννα άρπαξε με τα ακροδάχτυλα το παιδί της και ξεκίνησε με απύθμενη οργή να πετάει κόντρα στον άνεμο. Δεν υπολόγιζε τους κανόνες της φύσης. Ήθελε να δώσει τον δικό της αγώνα, να φτάσει μέχρι το στόμα του Θεού για να διαμαρτυρηθεί, γι’ όσα λησμόνησε Εκείνος στον δικό της τόπο. Ώσπου ένα πετούμενο κλαδί ελιάς χιλιάδων ετών τρυπάει την καρδιά της. Κάπως έτσι έγινε το τελευταίο πέταγμα της Δίκτυννας πάνω από το Λιβυκό Πέλαγος. Η Λεβεντογέννα μάνα μαζί με τον άρρεν νεοσσό χάθηκαν για πάντα στα κύματα του νότου.

Ξοπίσω τους ακολουθούσε ο Κύδωνας. Βλέποντας την τραγωδία να γεννιέται και να πεθαίνει μπροστά στα αγέρωχα μάτια του άρχισε να πετάει με περισσότερη δύναμη σε τόπους, που ούτε ο ίδιος ο νους του δεν είχε υπολογίσει. Τίποτα δεν ήταν ικανό να παρηγορήσει το πένθος που βαστούσε την καρδιά του. Γυναίκα και παιδί χαμένα στην οργή του Θεού. Μια μονάχα επιθυμία έδινε αίμα στις φτερούγες του. Ήθελε η δική του κοπελιά, η Δίκτυννα, να δοξαστεί με περίσσια πίστη σ’ όλα τα ακρωτήρια της Κρήτης, όπως γινόταν άλλοτε στην Θεά, που λατρευόταν στην ακρόπολη της αρχαίας Φαλάσαρνας. Σ’ εκείνον τον ευλογημένο τόπο, που κάποτε το αλάτσι της γης δοξαζόταν όπως το χρυσάφι.  

Τα στήθη του Κύδωνα έγιναν μούσκεμα από τα δάκρυα και αποφασίζει να ξαποστάσει για λίγο, πριν χαθεί ξανά στην δίνη των ημερών, που έχασαν το νόημά τους. Έχετε δει λεβέντη γυπαετό να κλαίει;

ΡέθυμνοΞεκουράζει τις πληγωμένες φτερούγες του σ’ ένα νεκροταφείο κοντά στο πρώτο σύνορο που χωρίζουν τους Κρήτες. Αρχίζει να κράζει τον πόνο του παντού. Ανοίγουν οι ουρανοί, υψώνεται η γης, ανασταίνονται οι νεκροί. Ξεπροβάλλει από τον τάφο ο Μουντάκης ο Κωστής και κάθεται αντίκρυ στον Κύδωνα. Έχοντας πάρει από το νεκροκρέβατό του την λύρα και το δοξάρι αρχίζει να τραγουδά παλιούς κισσαμίτικους σκοπούς και ριζίτικα τραγούδια, για ν’ απαλύνει τον πόνο του γυπαετού. Μα ο Κύδωνας δεν αντέχει. Ο οδυρμός του γίνεται κρότος, που ρημάζει συθέμελα τις ρίζες των Λευκών Ορέων. Δεν άντεξε και ο Κωστής. Δυνάμωσε την φωνή του και απλώθηκε ο θρήνος με την αρχέγονη μελωδία των Κρητών σ’ ολόκληρη την πλάση, που άρχιζε σιγά σιγά ν’ ανασαίνει και να μοσχομυρίζει. Απρόσμενη γέννηση. Σαν να περίμενε η Φύσης, θυσία να γίνει η περηφάνια, για να σωθεί ο κόσμος.

Ένα παιδί, που ήταν μεγαλωμένο στο παρακείμενο χωριό και που είχε μεγάλη καρδιά, όμοια με του φύλακα Τάλου σαγηνεύτηκε από τις ωδές, που αντιβοούσαν ανάμεσα στα βουνά. Άνοιξε με προσοχή το παράθυρο του δωματίου του, πήδηξε στην αυλή, που μύριζε ασβέστη και άρχισε να τρέχει. Οδηγός του ήταν οι δοξαριές και οι ύμνοι.

Ο μικρός Ιωσήφ βρέθηκε στο νεκροταφείο, κρύφτηκε πίσω από ένα αιωνόβιο κυπαρίσσι και παρατηρούσε θολωμένος τον Κύδωνα και ραψωδό να υμνούν την νέα αρχή της Κρήτης. Τραγουδούσε ο γερο-Κωστής, έκραζε τον πόνο του ο γυπαετός.

Πήραν φωτιά τα στήθη του Κύδωνα. Κανείς δεν μπορούσε να απαλύνει τον θρήνο του. Σήκωσε τις φτερούγες τους ως τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Είχε να τον δει καιρό. Έσυρε με τα ακρόνυχά του στο χώμα που άρχιζε να γεννά ξανά βλαστούς πέντε ζαλισμένα βήματα όμοια με αυτά του οπλαρχηγού Δασκαλογιάννη. Άφησε καταγής το τελευταίο του δάκρυ και μ’ έναν αναστεναγμό αντίκρισε τα μάτια του Κωστή. Εκείνος ντράπηκε. Δεν άντεχε να βλέπει τόση υπερηφάνεια τραυματισμένη. Γύρισε στον τάφο του αναστατωμένος αφήνοντας ξωπίσω του το δοξάρι και την λύρα.

Έκραξε για τελευταία φορά ο Κύδωνας και κοιτάζοντας ευθεία στα μάτια τον γαλάζιο ουρανό, που μοίραζε νέες υποσχέσεις πέταξε μακριά αφήνοντας πίσω του ένα λευκό φτερό.

Άλαλος ο μικρός Ιωσήφ πλησιάζει το μέρος που συναντήθηκε ο πόνος με το παρελθόν. Αρπάζει με το αριστερό του χέρι την ξεχασμένη λύρα με το δοξάρι και με το δεξί κρατάει με προσοχή και δέος το φτερό του γυπαετού. Ατενίζει αγέρωχα τους κάμπους και τα φαράγγια που ξεχύνονται εμπρός του. Για πρώτη φορά, τούτος ο άνθρωπος εισπνέει καθαρό αέρα.

Ο μικρός Ιωσήφ αρχίζει να φωνάζει με γεμάτη φωνή στην αναγεννημένη πλάση :

«Με τούτανα τα δώρα, εγώ μπροστάρης, θα γράψω και θα τραγουδήσω ξανά τον πόνο, την ταραχή, το δάκρυ του Βασιλέα των αιθέρων Κύδωνα, των Κρητών και των Χανιώτικων Μαδάρων. Με τούτανα εδώ, θα γράφω και θα τραγουδώ, την Ιστορία πάλι.»

Χριστίνα Βεριβάκη*

*Το δοκίμιο συντάχθηκε κατά την διάρκεια θεατρικού σεμιναρίου με δάσκαλο τον κο Γάκη Κώστα.   


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ

Το βιβλίο της Χριστίνας Βεριβάκη μπορείτε να το βρείτε και εδώ: Τα Όντα

Τα όντα Χριστίνα Βεριβάκη

Τα όντα Χριστίνα Βεριβάκη

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: