Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αγγελική Μπεμπλιδάκη – Έρωτας

Ξερολιθιά, Φολέγναδρος

Τον συνάντησα, βγαίνοντας από το σπίτι (τότε, ακόμα κυκλοφορούσαμε). Ακουμπισμένος στον τοίχο με τα μάτια γλαρά, το στόμα ανοιχτό και αναπνοή λαχανιασμένη. Κοιτούσε προς τα μέσα, προσπαθώντας να διαπεράσει το τζάμι και να φτάσει στην κόρη των ονείρων  του. Με το που βγήκα, παραμέρισε λίγο, ίσα για να μην μου δώσει αφορμή, αλλά το μάτι εκεί. Στο αντικείμενο του πόθου του. Μόλις που πέρασα, ξανά αυτός στην ίδια θέση, ταγμένος στη φύση του.

Εκείνη, μέσα στην ασφάλεια που της παρείχε το τζάμι, τον αισθανόταν, μα δεν του έδινε σημασία. Ήταν καλά εκεί που βρισκόταν. Δεν ήθελε να βγει έξω. Να τον δει, να τον συναντήσει. Παραήταν νεαρή για τέτοια πράγματα. Προς το παρόν, της αρκούσε η παρουσία της μαμάς της.

Έφυγα και στον δρόμο αναλογιζόμουν ότι το ειδύλλιο μάλλον θα είχε άδοξο τέλος για τον ερωτευμένο γαμπρό. Γιατί οι δικοί της δεν την προορίζανε για τα δόντια του. Και παρ όλα τα φανερά του αισθήματα, η εμφάνισή του δεν προμήνυε τίποτα που θα μπορούσε να προσελκύσει και να τραβήξει την προσοχή της νεαρής. Όσο για την μάνα της… Αυτή έβλεπε μόνο το άπλυτο και λερωμένο δέρμα. Την  αδυναμία, που πρόδιδε όχι γυμνασμένο κορμί αλλά ατάιστο. Και το χειρότερο. Μια πληγή που δεν έλεγε να κλείσει.

-Μα είναι δυνατόν; Να δώσει σ’ αυτόν τον πεινασμένο κι άρρωστο το καμάρι της; Την κανακάρισσα της; Ποτέ των ποτών.

Είναι αλήθεια ότι όταν η νεαρή είχε έρθει στη ζωή της, δεν την είχε καλοδεχτεί. Μα επέμεναν ο άνδρας κι η κόρη της και λύγισε. Και από κει που καθόλου δεν την ήθελε, τελικά βρέθηκε βασιλικότερη του βασιλέως και μαμαδικώτερη όλων των μαμάδων της περιοχής. Να την πλύνει, να την ταΐσει, να την χαϊδολογήσει, να την βγάλει βόλτα. Να την προστατέψει. Ακούς εκεί, ο άπλυτος να θέλει κι έρωτες. Και την πρόσεχε ως κόρην οφθαλμού μην τυχόν και ο λεγάμενος της την ξελογιάσει. Μα η αλήθεια είναι πως και η πιτσιρίκα δεν έδειχνε διάθεση γι αγάπες και λουλούδια.

Εν τω μεταξύ όλο το σπίτι είχε πάρει χαμπάρι τον αδιέξοδο έρωτα. Κάποιοι  τον βλέπανε με συμπάθεια:

-Ε, δεν είναι και τόσο κακός. Ομορφούλης είναι. Άμα πλυθεί θα δείξει αλλιώς. Έλεγα άτολμα, γιατί το ήξερα πως δεν μου έπεφτε λόγος.

-Όχι, όχι, όταν είναι ώρα θα το κανονίσουμε εμείς. Θα βρούμε κάποιον του μπογιού της, να τον ξέρουμε, να ξέρουμε από πού βαστά η σκούφια του. Και τότε θα επιτρέψουμε να γίνει η ένωση αυτή, φώναζε η μαμά.

Η αλλοδαπή παρακόρη που δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τη μητέρα και είχε μεγάλη συμπάθεια στην πιτσιρίκα, κυνηγούσε τον επίδοξο «γάμπρο» όπου τον έβλεπε. Μάλιστα όταν κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι είχε πλησιάσει παραπάνω από το κανονικό του έριξε από το μπαλκόνι ένα κουβά με νερό. Η ψυχρολουσία μόνο για λίγο έκαμψε τον πόθο του γαμπρού και μετά, πάλι εκεί μπροστά, στην πόρτα της.

Πήγα στη δουλειά μου (τα χρόνια εκείνα προ του κορωνοϊού, ο κόσμος το συνήθιζε αυτό το σπορ-να δουλεύει δηλαδή) και γύρισα μετά κάμποσες ώρες. Με το που πέρασα την είσοδο του σπιτιού η αλαφιασμένη παρακόρη μού πρόφτασε τα νέα.

-Άσε δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε την ώρα που έλλειπες. Πράμματα και θάματα.

Και … δράματα.

Γιατί η μαμά την ώρα που έβγαζε βόλτα την νεαρή Πέρσα  θεώρησε καλό να την ελευθερώσει από το χέρι της. Μόλις αντιλήφθηκε ο «γάμπρος» ότι η μητέρα ήταν απασχολημένη αλλού, βρήκε την ευκαιρία που περίμενε όλες αυτές τις μέρες της αγωνιώδους αναμονής. Πλησίασε την νεαρή και της ρίχτηκε στα ίσα.

Εκείνη, δεν ήθελε. Μικρή και αμάθητη καθώς ήταν, τόβαλε στα πόδια. Οι φωνές της ξεκούνησαν την μητέρα, που αντιλήφτηκε  αργά, το λάθος της κι άρχισε να την ψάχνει. Όμως το αγχωμένο τρέξιμο της Πέρσας την απομάκρυνε   από την ασφάλεια της μαμάς  και του σπιτιού της. Κι ο «γάμπρος» ήταν μεγαλύτερος. Είχε  και μακρύτερα πόδια…

Η μητέρα, αλλόφρων, έτρεχε πάνω κάτω, διέσχιζε τα τετράγωνα γύρω από το σπίτι, κραυγάζοντας το όνομα της νεαρής. Κάποια στιγμή που σταμάτησε εξαντλημένη να φωνάζει, άκουσε στην βραδινή ησυχία το κλάμα της. Οδηγημένη από τον ήχο αυτό της οδύνης προχώρησε, ώσπου πίσω από ένα αυτοκίνητο ανακάλυψε το καμάρι της στα πόδια του κατάπτυστου.

Δυστυχώς … είχε επικρατήσει η δύναμη του ισχυροτέρου.

Η  παρακόρη συνέχισε την περιγραφή.

-Και η Πέρσα μην νομίζεις ότι τον ήθελε. Έτρεμε η καημένη από τον φόβο της. Με το που την έφερε η μητέρα στο σπίτι χώθηκε μες στην αγκαλιά της και δεν έλεγε να ξεκολλήσει.

-Α, έτσι εξηγείται η υποδοχή που μου έκανε τώρα δα που γύρισα, είπα, κουνώντας το κεφάλι με κατανόηση.  Δεν με  δέχτηκε με χαρές όπως συνήθως. Μου συμπεριφέρθηκε απόμακρα, σαν ξένη. Τι να κάνουμε όμως. Συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Δεν μπορείς να τα βάλεις με την φύση.

Λοιπόν… δεν πειράζει, συνέχισα. Σε λίγο καιρό θα έχουμε τα μωρά της. Τι ωραία που θα είναι να έχουμε μερικά κουτάβια στο σπίτι!

                                                                         Μπεμπλιδάκη Αγγελική  


ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ 


 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: