ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΟΥΝ

Η Άννα Διαμαντοπούλου μιλά για το βιβλίο της Χαρίκλειας Ντερμανάκη

Ιστορίες που δεν ήθελαν να μεγαλώσουν

Διηγήματα, Χαρίκλεια Ντερμανάκη, Εκδόσεις Ραδάμανθυς

«…Το βιβλίο έχει χαρακτήρες γυναικών, χαρακτήρες και αλληλουχίες γεγονότων, όπου πάντα υπάρχει μία κορύφωση, η οποία είναι και το τέλος, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν επίλογοι. Είναι γυναικείες ιστορίες, που η κάθε μία κρύβει πίσω της πάρα πολλές γυναίκες. Δεν είναι μοναδικές ιστορίες· δίνονται με ένα μοναδικό τρόπο, αλλά πίσω τους θα βρεις γυναίκες σε κάθε σημείο της Ελλάδας. Είναι ο χαρακτήρας της κάθε γυναίκας που κάνει τη μοίρα της, αλλά την ίδια στιγμή σταυρώνεται για τα ήθη, τα έθιμα τα ανυπέρβλητα «πρέπει», που της έχουνε φορεθεί από την πρώτη στιγμή που μπαίνει στη ζωή. Είναι η γυναίκα της προηγούμενης γενιάς, είναι η γυναίκα η σημερινή, είναι η γυναίκα της επόμενης γενιάς…», Άννα Διαμαντοπούλου. 

Η Ομιλία της Άννας Διαμαντοπούλου, (Πρόεδρος Δικτύου για τη μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, πρώην Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρώην Υπουργός), στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου στο καφέ Κήπος, στο Δημοτικό Κήπο Χανίων

Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Δεν είναι εύκολη η παρουσίαση αυτή του βιβλίου. Έχω παρουσιάσει πάρα πολλά βιβλία στη ζωή μου και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό· όπως καταλαβαίνετε, βιβλία οικονομικά, βιβλία πολιτικά, βιβλία για την Ευρώπη, βιβλία για την τέταρτη οικονομική επανάσταση, για τα ρομπότ, για ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Ήτανε βιβλία που δε διαβάζοταν πολύ εύκολα, δηλαδή δεν είναι το βιβλίο που θα πάρεις το βράδυ να ηρεμήσεις. Ήταν βιβλία που θέλανε σημειώσεις και που πάντα είχα αυτή την επάρκεια, που είπε ο Γιώργος (Φλωρίδης), τεχνοκρατικά, ρεαλιστικά, ορθολογικά, να τα βάλω κάτω και να τα παρουσιάσω.

Εδώ δεν είναι έτσι τα πράγματα. Στη διαδρομή μου είναι η τρίτη φορά που αποφάσισα, που δέχτηκα – με μεγάλη, βέβαια, χαρά – να παρουσιάσω ένα βιβλίο λογοτεχνικό. Το πρώτο ήταν του παιδίατρου που είχα όταν ήμουνα παιδί, το δεύτερο ήτανε της Ρέας Βιτάλη, που είναι μια πολύ γνωστή και χρονικογράφος και συγγραφέας αλλά ήτανε πολύ φίλη μου, δηλαδή την ήξερα καλά, και τρίτη είναι η Χαρίκλεια.

Το κοινό αυτών των ανθρώπων είναι ότι ξεκινάω από το ότι γνωρίζω τους ανθρώπους κι έτσι με διευκολύνει στο να μπορέσω να κάνω μια παρουσίαση που δεν ανήκει στο γνωστικό μου αντικείμενο· δεν ξέρω να παρουσιάζω λογοτεχνικά βιβλία. Έχω διαβάσει κι εγώ πολλά, αλλά δεν έχω ούτε την ιδιαίτερη ικανότητα ούτε την τεχνική του πώς προσεγγίζεις ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Αυτό, λοιπόν, που προσλαμβάνω είναι από τη σχέση μου με τη συγγραφέα και από το πώς «κολλάει» επάνω σου ένα βιβλίο, δηλαδή πώς μένει επάνω σου.

Χθες το βράδυ που ήρθαμε στα Χανιά, γύρω στις εφτά, άρχισε να βρέχει και εκείνη την ώρα βγαίναμε και μου ‘ρθε αμέσως στο μυαλό «η κοτλέ βροχή» (διήγημα του βιβλίου). Είναι τόσο περίεργη αυτή η έκφραση! Κοτλέ βροχή! Όμως έτσι, όπως την είδα μπροστά στο φως στην Εισοδίων, ήταν κοτλέ βροχή… Ήταν αυτό που σου μένει από ένα βιβλίο που διαβάζεις και οι φράσεις, οι λέξεις «κολλάνε» πάνω σου.

Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Χαρίκλεια Ντερμανάκη – Ιστορίες που δεν ήθελαν να μεγαλώσουν

Η πολιτική είναι μια περίεργη και δύσκολη αλλά και, βεβαίως, δημιουργική – ας την πούμε – κατάσταση ή περίοδος στη ζωή ενός ανθρώπου. Καταστρέφει φιλίες, δημιουργεί φιλίες, σε φέρνει σε επαφή με πάρα πολύ κόσμο, δημιουργεί συγκρούσεις, πάθη, πολλών ειδών συναισθήματα σε πολλές στιγμές στη ζωή σου.

Την Χαρίκλεια την γνώρισα μέσα από την πολιτική. Ήτανε φίλη του Γιώργου, συμμετείχε με πολύ πάθος σε μια προσπάθεια που κάναμε. Μετά ήρθαν τα Χανιά, που έχω την ειδική σχέση μαζί τους μέσα από τον άντρα μου, και – ξέρετε – εσείς οι Χανιώτες είστε λίγο σαν ιδεολογία, δηλαδή τους συμμετέχοντες τούς κάνετε μέλη αυτής της ιδεολογίας του τόπου και της κουλτούρας του κι έτσι, μέσα από τα Χανιά, γνωριστήκαμε πολύ. Χαίρομαι που είμαστε φίλες -πέρα απ’ όλα- και ανακάλυψα έναν άνθρωπο πολύ ιδιαίτερο κι έγινε η φιλία δύο γυναικών που έχουνε διαφορετική αφετηρία, διαφορετικές διαδρομές αλλά, εν τέλει, όπως όλες εμείς που είμαστε εδώ τώρα, τόσα πολλά κοινά, όχι μόνο μέσα από το φύλο μας, αλλά μέσα από τη γενιά μας – αν είμαστε εξήντα ή σαράντα ή τριάντα, δεν είναι τόσο μεγάλες οι διαφορές – από την κουλτούρα της χώρας, από τις πόλεις (τα Χανιά, τη Θεσσαλονίκη), από τις πολιτικές ανησυχίες.

Μέσα, λοιπόν, απ’ όλα αυτά είπα «ναι» σ’ ένα βιβλίο χωρίς να το διαβάσω. Κι ύστερα αισθάνθηκα τόσο χαρούμενη που θα συμμετείχα στη χαρά μίας δημιουργού, η οποία θα παρουσίαζε το πρώτο της μεγάλο επίτευγμα. Το πρώτο παιδί, η πρώτη δουλειά, η πρώτη μας επιτυχία ή αποτυχία, ο πρώτος έρωτας είναι πάντοτε κάτι που δεν τα ξεχνάμε ποτέ. Αυτό είναι που κάνει σήμερα η Χαρίκλεια. Είναι το άνοιγμα ενός ταλέντου και μιας ψυχής στον κόσμο. Και σ’ αυτό το άνοιγμα, Χαρίκλεια, ξέρεις καλά ότι έχει ωσαννά κι έχει και σταύρωμα· και τα δύο. Και κάποιος που ανοίγεται πρέπει να είναι έτοιμος και για τα δύο.

Το βιβλίο έχει είκοσι δύο διηγήματα: είκοσι ένα για γυναίκες και ένα για άντρα, τον «Νικολή». Το κάθε διήγημα είναι σαν ένα καρδιογράφημα, δηλαδή κάτι που ξεκινάει, έχει πάρα πολλές εντάσεις και σταματάει, αλλά είναι μικρό. Είναι μία περίληψη ζωής. Έτσι κι αλλιώς το διήγημα ως λογοτεχνικό είδος είναι μια πολύ μικρή σε έκταση αφηγηματική πεζογραφία. Είναι κάτι που σε λίγες λέξεις πρέπει να βάλεις πολλά πράγματα. Μου δίνει την εντύπωση σε κάθε ένα από τα διηγήματα που διάβαζα ότι ήτανε μία είσοδος εξ εφόδου, δηλαδή μπαίνεις στην καρδιά μιας ιστορίας. Δεν υπάρχουν τα περιθώρια σε τρεις σελίδες για εισαγωγές, για επιλόγους, για περιγραφές. Πρέπει να πάρεις την ουσία του χαρακτήρα, την ουσία της πλοκής και να τα παρουσιάσεις με έναν πολύ γρήγορο τρόπο, που πολλές φορές σου κόβει την ανάσα.

Όπως είπαν και οι προηγούμενοι, το βιβλίο έχει χαρακτήρες γυναικών, χαρακτήρες και αλληλουχίες γεγονότων, όπου πάντα υπάρχει μία κορύφωση, η οποία είναι και το τέλος, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν επίλογοι. Είναι γυναικείες ιστορίες, που η κάθε μία κρύβει πίσω της πάρα πολλές γυναίκες. Δεν είναι μοναδικές ιστορίες· δίνονται με ένα μοναδικό τρόπο, αλλά πίσω τους θα βρεις γυναίκες σε κάθε σημείο της Ελλάδας. Είναι ο χαρακτήρας της κάθε γυναίκας που κάνει τη μοίρα της, αλλά την ίδια στιγμή σταυρώνεται για τα ήθη, τα έθιμα τα ανυπέρβλητα «πρέπει», που της έχουνε φορεθεί από την πρώτη στιγμή που μπαίνει στη ζωή. Είναι η γυναίκα της προηγούμενης γενιάς, είναι η γυναίκα η σημερινή, είναι η γυναίκα της επόμενης γενιάς.

Είναι ένα βιβλίο με γυναίκες, αλλά δεν είναι ένα βιβλίο για γυναίκες. Μέσα από την ιστορία της κάθε πρωταγωνίστριας του κάθε διηγήματος βλέπει κανείς κι έναν άντρα ή πολλούς άντρες. Είναι, λοιπόν, πολύ σημαντικό για τους άντρες που το διαβάζουν. Για να είμαι ειλικρινής, πιστεύω ότι θέλει ειδική κατηγορία αντρών, για να το διαβάσουνε το βιβλίο. Οι άντρες που το διαβάζουνε μπορούν να δουν κι αυτοί μέσα από τα διηγήματα αυτά τα «πρέπει», τα ήθη, τα έθιμα, τις ταλαιπωρίες των ανδρών μέσα από τον τρόπο που μεγαλώνουν και από αυτά που τους επιβάλλονται.

Το φάσμα των χαρακτήρων και των ιστοριών είναι πολύ μεγάλο. Είναι η γυναίκα «φόνισσα», για να ξεκινήσω από την πιο δραματική ιστορία, είναι η γυναίκα που καταπιέζεται σ’ όλη της της ζωή και το έχει μεταφράσει σε θυσία, είναι η κακοποιημένη γυναίκα, είναι η γυναίκα που περνά καρκίνο, είναι η καθημερινή γυναίκα που εγκαταλείπει τον εαυτό της. Έχω εντυπωσιαστεί από το πόσες φορές υπάρχει η παραλλαγή της έκφρασης: «Την είχαν όλοι ανάγκη. Έπρεπε να τα κάνει για όλους». Ο ρόλος που, νομίζω κάθε γυναίκα το ‘χει ζήσει κάποια στιγμή στη ζωή της, που όλα εξαρτώνται από αυτήν και που αυτή πρέπει να κάνει πίσω.

Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Από αριστερά: Χαρίκλεια Ντερμανάκη, Γιώργος Φλωρίδης, Γιώργος Γεωργακάκης, Άννα Διαμαντοπούλου, Πασχάλης Πράντζιος. Aνάμεσα από τους Γιώργο Φλωρίδη και Γιώργο Γεωργακάκη, ο Ιωάννης Γιαννακάκης.

Είναι, λοιπόν, η κακοποίηση, η φυγή, η θυσία. Είναι ο ρόλος του προξενιού, όπως τον περιέγραψε πολύ ωραία ο Γιώργος, και – δεν το ‘χα σκεφτεί, αλλά – θυμήθηκα κι εγώ μια αντίστοιχη ιστορία, όταν πήγα νομάρχης στην Καστοριά κι ήμουνα πολύ νέα και πολύ φεμινίστρια, βεβαίως. Επαναστατικά φεμινίστρια εκείνη την εποχή. Δεχόμασταν κοινό συγκεκριμένες ώρες και ήρθε ένας Καστοριανός από ένα χωριό – μάλιστα θυμάμαι λεγότανε «Χρυσή» – το οποίο ήτανε πάνω στον Γράμμο. Ήρθε, λοιπόν, μου λέει «Δεν έχω παιδιά. Έχω έξι κορίτσια και θέλω…» – την ξέρετε αυτή την έκφραση – «εγώ τόσα χρόνια δε ζήτησα τίποτα από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Θέλω να με βοηθήσεις σε κάτι. Έχω βρει μες στη νομαρχεία ότι υπάρχουν τέσσερις ανύπαντροι κάτω από τριάντα πέντε. Δεν ξέρω τι θα κάνεις. Μπορούμε να τα φτιάξουμε».

Αυτή τη λογική του ταιριάσματος και του ενώνω δύο πλάσμα που δεν γνωρίζονται και πορεύονται στη ζωή το βλέπεις και μέσα από την άλλοτε καλή και άλλοτε δραματική εξέλιξη και πόσο έχεις επηρεάσει τις επόμενες γενιές, τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Πόσο είναι ζωντανό ακόμα, κάποιες φορές με διαφορετικό τρόπο.

Έχουν ενδιαφέρον οι ιστορίες που αφορούν τις σημερινές γυναίκες, όλες εμάς που μέρα νύχτα έχουμε κάτι να κάνουμε: η δουλειά, η οικογένεια, τα παιδιά, η εμφάνιση, η γυμναστική… Αυτό το τρέξιμο μέρα νύχτα. Και το πολύ ενδιαφέρον της σαραντάρας που κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι μπορεί ο άντρας της, ο καλός της, ο αγαπημένος της να λοξοκοιτάξει.

Θα γίνω λίγο χιουμοριστική εδώ. Έχει έναν ενδιαφέρον επίλογο. Αναφέρθηκε και ο Γιώργος από τη μεριά του άντρα, βέβαια, ότι εν πάση περιπτώσει ασ’ τους κι αυτούς κάτι να κάνουνε και στο κάτω κάτω αρσενικό σημαίνει κυνηγός, όχι τόσο για το αποτέλεσμα, όσο για τη χαρά του κυνηγού. Εδώ, Χαρίκλειά μου, και μιλάω και στις γυναίκες πρώτα και μετά στους άντρες, θα πω μόνο κάτι που διάβασα τώρα και το βρήκα πάρα πολύ έξυπνο τις τελευταίες μέρες και πολύ χιουμοριστικό, βεβαίως. «Μία σαραντάρα είναι», λέει, «ίση με δύο εικοσάρες. Ένας σαραντάρης είναι ίσος με πέντε οκτάχρονα!».

Υπάρχουν, λοιπόν, μονόλογοι εξομολογητικοί, καταπληκτικοί. Αυτούς που διάβαζε ο κύριος Πράντζιος και για μένα ήτανε κομμάτια που είχα επιλέξει από εκεί. Γιατί πολλές γυναίκες μπορούν να βρουν τον εαυτό τους μέσα από αυτή την εξομολόγηση. Είχα επιλέξει να διαβάσω δυο τρία πράγματα πολύ σύντομα – τα διάβασε όλα ο κύριος Πράντζιος – και θα διαβάσω μόνο ένα που το βρήκα πάρα πολύ όμορφο: «Βαρέθηκα να συναντώ ανθρώπους που έχουν όλα τα φόντα να ζήσουν περήφανα και όμορφα κι εκείνοι επιλέγουν, συνειδητά ή όχι, απλά να υπάρχουν. Αν δεν πλησιάσεις τη φωτιά, πώς θα ζεσταθεί η καρδιά σου; Αν δε γελάς, για να μη ρυτιδιάσεις πρόωρα, πώς θα αποτυπωθεί η ευτυχία στο πρόσωπό σου; Αν αποφάσισες να μη χορέψεις ποτέ, σταμάτα να χτυπάς τα ποδαράκια σου κάτω απ’ το τραπέζι. Προσβάλεις τον Αλέξη Ζορμπά, καλή μου!»

Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Είναι η γραφή έξυπνη, απροσδόκητη, όμορφη. Τα κείμενα «φεύγουνε» πραγματικά πάρα πολύ εύκολα, αλλά ταυτόχρονα σου αφήνουν μέσα, αυτό που είπα στην αρχή, πράγματα που «κολλάς» και σου ‘ρχονται και ξαναέρχονται μόνα τους. 

Το βιβλίο έχει τη συγγραφέα, που είναι η κεντρική βεβαίως πρωταγωνίστρια, αλλά πρέπει να σας πω ότι προσωπικά έχω εντυπωσιαστεί από την έκδοση. Πρώτα πρώτα το βρίσκω καταπληκτικό ότι τα Χανιά έχουνε μια δική τους εκδοτική εταιρεία και δε χρειάζεται ένας νέος συγγραφέας να αρχίσει να παλεύει με τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους του κέντρου, που δεν είναι καθόλου εύκολο. Η έκδοση είναι πάρα πολύ όμορφη. Είναι λεπτομερής. Είναι πολύ ωραία δεμένες οι φωτογραφίες, οι πίνακες, οι εικόνες, με λιτό και όμορφο τρόπο και ταιριάζουν πολύ. Το βιβλίο έχει την ιδιαιτερότητα ότι μετά από κάθε διήγημα έχει κάποιες σημειώσεις. Δηλαδή στην «Ανέζα», που είναι μια πολύ όμορφη ιστορία, αναφέρει κάπου για τους Τσέτες, που τους διώξαν από τη Σμύρνη, και εξηγεί τι είναι οι Τσέτες. Αναφέρει σ’ ένα τραγούδι που τραγουδάει η Αλεξίου και κάνει ανάλυση όλου του τραγουδιού και της ιστορίας του. Μιλάει για κάποιο μνημείο στο εξωτερικό και το εξηγεί. Στην αρχή μού φάνηκε περίεργο, δηλαδή μου φάνηκε κάτι που αφορά περισσότερο επιστημονικά βιβλία, πολιτικά βιβλία που ‘χουνε παραπομπές. Και στην πορεία έμαθα τόσα πράγματα που τα χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή και ποτέ δεν ανατρέχουμε, για να δούμε τι είναι πίσω από αυτά. Αυτό, λοιπόν, είναι μία άλλη διάσταση του βιβλίου.

Έχουμε, λοιπόν, ένα καταπληκτικό περιεχόμενο, έχουμε μια πολύ όμορφη και προσεγμένη έκδοση, έχουμε έναν χώρο που δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο σ’ όλη την Ελλάδα, γιατί ο Βασίλης έχει κάνει ένα μικρό θαύμα εδώ στα Χανιά, και όλα αυτά μαζί δίνουν την υπόσχεση ότι μία νέα συγγραφέας ξεκινάει από τα Χανιά με ορμή να κατακτήσει την Ελλάδα και τον κόσμο όλο.

Ευχαριστώ!

Εκδόσεις Ραδάμανθυς

  ΦΟΡΜΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Τιμή βιβλίου: 11,90 (περιέχει και το ΦΠΑ)

  • Αγορά με αντικαταβολή: κόστος αποστολής 3,00 (για το Νομό Χανίων), 4,00 (για Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Λασίθι), 5,00 (για την Ελλάδα, εκτός Κρήτης).
  • Αγορά με εξόφληση μέσω τράπεζας: κόστος αποστολής 2,00 ευρώ.

[Λογαριασμός κατάθεσης]

Εθνική: 489/006615-04

και IBAN GR95 0110 4890 0000 4890 0661 504

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ
Τηλέφωνο: 6983 091058
email: ekd.radamanthys@gmail.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s