Τα δυο πουγκιά

Το πρώτο πουγκί χάθηκε στη Σμύρνη- Γιώργος Ηλιάδης

ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ (ΙΙΙ)

Από το μυθιστόρημα του Γιώργου Ηλιάδη «Τα δυο πουγκιά»

[…] Κάποια στιγμή λοιπόν, αφού έπεισα τον εαυτό μου πως κάθε εμπόδιο είναι για καλό, άρχισα να απολαμβάνω την ελευθερία που χάριζε το μυθιστόρημα, όπου πια δεν ίσχυε η θεατρική σύμβαση και ο περιορισμός του σκηνικού χώρου. Μπροστά μου απλώνονταν τώρα νέοι ορίζοντες που αδημονούσαν να τους κατακτήσω με το σπαθί μου, δηλαδή με την πέννα μου.

«Πώς το κάνουν αυτό το πράγμα;» αναρωτιόμουν. «Σιγά τα δύσκολα! Καλύτεροι είναι οι άλλοι που γράφουν και γράφουν, και υστέρα εκδίδουν κι εκδίδουν; Σίγουρα θα είναι καλύτεροι, αφού κάτι έχουν εκδώσει, ενώ εσύ δεν έχεις εκδώσει ούτε άρθρο στην τοπική εφημερίδα εκτός από κάποιες αγγελίες για την πρόσληψη προσωπικού», συνεχιζόταν, χωρίς σταματημό, ο εσωτερικός μου διάλογος: «Μεθοδικότητα λίγη διαθέτω… κι αυτή; Με το σταγονόμετρο! Δεν πειράζει», με έπεισα σιγά-σιγά, «όλα θα έρθουν».

Έπιασα πάλι τις σκηνές και τις εμπλούτισα με καινούργια πρόσωπα. Άφησα τις σκέψεις μου να ξεχυθούν στο χαρτί και προσπαθώντας να χρησιμοποιήσω όλο μου το οπλοστάσιο θυμήθηκα τον Θωμά. Ναυτικός ήταν για μια εικοσαετία. Τώρα πια ήταν συνταξιούχος, λόγω ατυχήματος που το προκάλεσε εν μέρει ο ίδιος, καθώς έβαλε το χεράκι της μια μηχανή ΗΟΝDΑ που οδηγούσε, κι ένας απρόσεχτος φορτηγατζής.

Τον πήρα στο τηλέφωνο. Ήθελα να ξεθολώσω απ’ τη μελέτη λίγο, γιατί είχα να τον δω καιρό. Οι ιστορίες του είχαν πάντα μεγάλο ενδιαφέρον.

«Πάμε για έναν καφέ;»

«Πάμε».

«Πού θες να πάμε;»

«Όπου θες».

Δεν αγαπούσαμε την πολυκοσμία και το θόρυβο κι έτσι περπατώντας παραλιακά βρήκαμε το ιδανικό τραπέζι στο κατάλληλο μαγαζί. Παραγγείλαμε καφέ κι ανάψαμε τσιγάρα.

«Το και το…» του είπα. «Κάτι γράφω και κόλλησα».

«Δεν πειράζει, θα ξεκολλήσεις. Τι γράφεις;»

«Ούτε ξέρω… θα δούμε!».

«Δεν πειράζει. Θα το βρεις».

«Προσπαθώ να βρω τα σωστά πρόσωπα, να ορίσω τις καταστάσεις, να προβλέψω τις εξελίξεις της ιστορίας… μα δεν προχωράει».

«Η βιασύνη θα σε φάει. Στο έχω πει τόσες φορές. Πες κι ένα: δεν πειράζει κι άσε το θέμα να κυλήσει από μόνο του».

«Δαγκώνω το στυλό, μουτζουρώνω τις σελίδες και τσακώνομαι με τη γυναίκα όταν κάνει θόρυβο».

«Έτσι είναι αυτά! Γιατί όμως δυσκολεύεις τη ζωή σου;»

«Τι θες να πεις;»

«Θέλω να πω… δικό σου βιβλίο είναι… γράψε ό,τι γουστάρεις».

«Εσύ… πώς τα περνάς;»

«Δύσκολα, μα δεν πειράζει. Πότε με το καλό λες να το τυπώσεις;»

«Έχει μπόλικη δουλειά ακόμη. Άμα το τελειώσω θα ψάξω να βρω κάποιον που να θέλει να το τυπώσει, αλλιώς θα το πληρώσω μόνος μου, αν αντέχει βέβαια η τσέπη μου».

«Δεν πειράζει!».

«Πάλι δεν πειράζει;»

«Ναι… δεν πειράζει. Αν δεν το τυπώσεις άφησέ το στο συρτάρι».

«Τόση δουλειά και δεν πειράζει;»

«Ναι ρε, δεν πειράζει! Αν τη βρίσκεις όσο καιρό το γράφεις, ο χρόνος σου δεν θα έχει πάει στράφι. Κάτι θα έχεις μάθει, κάτι θα μείνει. Θα έχεις κάνει ένα ωραίο ταξίδι, οπότε…».

Ήμασταν χρόνια φίλοι με τον Θωμά. Τραβήξαμε ζόρια μαζί κι αυτό μας έδεσε ακόμη περισσότερο. Αυτά τα ζόρια όμως που τράβαγα τώρα με την καινούρια ιδιότητα του συγγραφέα δεν περιγράφονταν. Ζήτησα βοήθεια από τον Θωμά καθώς εκείνος διέθετε ένα μεγάλο αφηγηματικό οπλοστάσιο και πίστευα πως θα με βοηθούσε να «πάρω μπροστά». Κάποιες από τις ιστορίες που είχε διηγηθεί κατά καιρούς έμοιαζαν απίστευτες, ενώ άλλες ήταν πιο κοντά στην πεζή καθημερινότητα. Γνώριζα τα «κουμπιά» του κι άρχισα να τα πατάω ένα-ένα. Ο Θωμάς είχε τα κυκλοθυμικά του όπως όλοι μας, αλλά ένα πράγμα δεν συγχωρούσε: την αμφισβήτηση.

«Ρώτα τη μάνα μου αν δεν με πιστεύεις. Θα σου δείξω και φωτογραφίες ρε όργιο», φώναζε κι ύστερα άρχιζε τις απειλές: «Μη μου ξαναπείς πως σου πουλάω φούμαρα, γιατί θα σου σπάσω τα μούτρα! Έπειτα θα σε τρέχω στα νοσοκομεία για περιποίηση! Σ’ εσένα ρε κόπανε δεν λέω παραμύθια. Σε άλλους τα λέω! Κατάλαβες;»

Τύχαινε να γνωρίζω φυσικά τους δικούς του ανθρώπους, καθώς ήμασταν οικογενειακοί φίλοι, μα πάντοτε διατηρούσα επιφυλάξεις για ορισμένες από τις ιστορίες του.

«Είναι αλήθεια πως ο παππούς σου είχε μεταλλεία χρυσού στην Τουρκία;»

«Ναι ρε… είναι αλήθεια».

«Η μάνα σου γιατί δεν το έχει αναφέρει ποτέ;»

«Πονεμένη γυναίκα είναι και λιγομίλητη. Δεν της αρέσει να μιλά για τα παλιά… την πονάνε».

«Κι έφτασε άφραγκος στην Κρήτη;»

«Άφραγκος, ναι».

«Μα πώς γίνεται;»

«Οι καταστάσεις».

«Ποιες καταστάσεις μωρέ; Άμα έχεις λεφτά, τα παρατάς όλα και φεύγεις χωρίς να πάρεις μαζί σου μια δραχμή;»

εξώφυλλο τελικό

«Ρε, εσύ… ξέρεις τι θα πει Μικρασιατική Καταστροφή; Τράβα πρώτα να διαβάσεις κι ύστερα κουβεντιάζουμε… Ποια λεφτά να σκεφθείς να πάρεις; Το κορμί σου παίρνεις και τρέχεις μαζί με τους δικούς σου όσο πιο γρήγορα μπορείς! Αν προλάβεις παίρνεις και τα φράγκα μαζί σου, αλλά αν γίνεις μακαρίτης, τα φράγκα, δεν τα χρειάζεσαι… Ζητάς να μάθεις για τον παππού μου, αλλά πρώτα πρέπει να μπεις στη θέση του. Μουεζίνηδες πάνω στους μιναρέδες καλούσαν σε ιερό πόλεμο ενάντια στα άπιστα σκυλιά. Οι στρατιές του Κεμάλ επιτίθενται από παντού. Ο στρατός υποχωρεί διαλυμένος κι ο κόσμος τρέχει όπως-όπως να σωθεί. Μόνη διέξοδος το λιμάνι της Σμύρνης.

Ο παππούς ήταν προνοητικός άνθρωπος κι είχε φυλαγμένο ένα πουγκί με λίρες για περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Το πήρε λοιπόν μαζί του για να έχει σερμαγιά στην καινούρια πατρίδα. Μετά από πολλά βάσανα έφτασαν στο λιμάνι.

Οι ανατολικές συνοικίες της Σμύρνης είχαν τυλιχθεί στις φλόγες. Το ιππικό του Κεμάλ έσφαζε αδιακρίτως. Παντού ακούγονταν τουφεκιές. Στην προβλήτα στριμωξίδι, φωνές, ουρλιαχτά, βογγητά από τους τραυματίες. Τα συμμαχικά πλοία έλυσαν τους κάβους ενώ ο κόσμος παρακαλούσε για να σωθεί. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αρπαχτούν από τα σχοινιά. Μέσα σε αυτή την αναμπουμπούλα θα σκεφτόσουν το πουγκί με τις λίρες που σου έπεσε ή το πώς θα ανέβεις στο πλοίο για να σωθείς; Τη σκάλα τη σηκώνανε με σχοινιά. Η γιαγιά μου σκόνταψε κι ο παππούς μου πήγε κοντά της για να τη συγκρατήσει. Τότε το πουγκί γλίστρησε απ’ την τσέπη του και χάθηκε στα νερά. Υπήρξε όμως και δεύτερο πουγκί στην ιστορία της οικογένειας. Αυτό ήρθε με έμβασμα στον συμπέθερο και φαγώθηκε στην Κρήτη. Εννιά στόματα δεν ταΐζονται έτσι εύκολα!».

«Αυτός δεν έφυγε έξω;»

«Έστειλαν τον πρωτότοκο, τον Αγαθοκλή, στα ξένα, όπως το κάνανε πολλοί τότε. Τέχνη δεν ήξερε εκείνος κι έτσι δεν υπήρχαν πολλές επιλογές. Ανέβηκε στον Πειραιά κι από εκεί σαλπάρισε για το μεγάλο ταξίδι. Προορισμός του ήταν η Αργεντινή. Δούλεψε για πέντε χρόνια στα χωράφια κι έφτιαξε ένα γερό κομπόδεμα, μα σαν το είδε να εξανεμίζεται για τις ανάγκες της οικογένειας στην Ελλάδα, αποφάσισε να μείνει άλλα πέντε χρόνια μπας και κατάφερνε να φτιάξει κάτι για τον εαυτό του. Οι δουλειές στα καπνοχώραφα λιγοστέψανε τότε κι έτσι κίνησε για την Αμερική. Κατάφερε να επικοινωνήσει με το ελληνικό προξενείο στο Πίτσμπουργκ, όπου ζητούσαν εργάτες χειροδύναμους για να δουλέψουν στο σιδηρόδρομο. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Πήρε τα υπάρχοντά του και ξεκίνησε».

Η βοήθεια του Θωμά, με τις ιστορίες του, ήταν μεγάλη. Με ξεμπλόκαρε. Μου έδωσε μάλιστα και μια σειρά από πολύτιμα κειμήλια, ορισμένες φωτογραφίες, γράμματα και αποκόμματα εισιτηρίων.

Τα ταξίδια του κυρίου Αγαθοκλή, τα δύο χαμένα πουγκιά, τα συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής, μα πάνω απ’ όλα το υλικό που μου έδωσε ο Θωμάς, έκαναν τη φαντασία μου να οργιάζει.

«Ποιος με πιάνει τώρα;» σκέφθηκα. «Έχω έτοιμη όλη την υπόθεση. Μόνο κάτι λεπτομέρειες είναι απαραίτητες: κείμενο, διάλογοι, έρευνα, κι αφού γραφτεί… γραμμή για το πιεστήριο! Αν… αν… θα το τυπώσω τη μέρα των γενεθλίων μου».  


Φόρμα παραγγελίας 


Τιμή βιβλίου: τώρα 12,90 από 16,40

  • Αγορά με αντικαταβολή: κόστος αποστολής 3,00 (για το Νομό Χανίων), 4,00 (για Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Λασίθι), 5,00 (για την Ελλάδα, εκτός Κρήτης). [Ισχύει από 10/9/2018]
  • Αγορά με εξόφληση μέσω τράπεζας: κόστος αποστολής 2,00 ευρώ.

[Λογαριασμός κατάθεσης]

Εθνική: 489/006615-04

και IBAN GR95 0110 4890 0000 4890 0661 504

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ
Τηλέφωνο: 6983 091058
email: ekd.radamanthys@gmail.com

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s