Τα δυο πουγκιά

Τα δυο πουγκιά – Σαν πρόλογος (ΙΙ)

ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΗΛΙΑΔΗ

Συνέχεια από το (Ι)

«Συνάντηση με τη Μούσα»…

Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Ο ηθοποιός και συγγραφέας Γιώργος Ηλιάδης. Φώτο: Δήμητρα Αθενάκη

…Πώς πρωτοσυνάντησα τη μούσα μου ήθελα όμως να σας πω και τελικά σας μπάφιασα με τη φλυαρία μου. Οι υπεύθυνοι της τηλεοπτικής παραγωγής λοιπόν, για την οποία σας μίλησα πρωτύτερα, βρήκαν πως δεν θα ήμουν κακός ερμηνεύοντας το ρόλο ενός λεπρού καφετζή που μεγάλωσε και έζησε στη Σπιναλόγκα. Ο καφετζής έχει βέβαια μεγάλη παρουσία στο έργο, μα πολύ λίγα λόγια. Τα χρήματα που έδιναν για το ρόλο ήταν ψίχουλα, γιατί εάν έβαζαν κάποιον πιο γνωστό ηθοποιό να τον παίξει μπορεί και να του έδιναν πενταπλάσια ή και δεκαπλάσια. Μου κακοφάνηκε πως θα μιλούσα λίγο σε σχέση με αυτά που πίστευα πως μπορούσα να προσφέρω, μα αυτή ήταν η προσφορά. Χρόνο είχα γιατί η εποχιακή-τουριστική φύση της δουλειάς μου το επέτρεπε. Είπα στον εαυτό μου: «Δε βαριέσαι! Αφού το έχεις το μεράκι… να παίξεις. Καλύτερα έτσι, παρά να κάθεσαι όλη μέρα στο χαζοκούτι μασουλώντας και πίνοντας ή να τσακώνεσαι με τη γυναίκα για ψύλλου πήδημα».          

Ο σκηνοθέτης ήταν ανοιχτός σε προτάσεις και μας είπε: «Αν έχετε κάποια καλή ιδέα για τη σειρά, τη συζητάμε». Άλλο που δεν ήθελα εγώ. Κάθισα και σκέφτηκα λοιπόν, πως θα κατάφερνα να διευρύνω το ρόλο μου.

Ένα μήνα μου πήρε για να γράψω κάτι σαν θεατρικό που αφορούσε κυρίως το ρόλο μου στο έργο. Προσπάθησα όμως να μεγαλώσω κι άλλους ρόλους επιδιώκοντας να στηρίξω την πρότασή μου. Πίστευα, και μάλλον είχα δίκιο, πώς το έργο από τη φύση του είναι «βαρύ», γιατί μιλάει για τη λέπρα και για τον κοινωνικό αποκλεισμό, γιατί δείχνει τα φοβερά σημάδια της ασθένειας. Σκέφθηκα ότι ο τηλεθεατής έχει μιαν ορισμένη ανεκτικότητα κι αν νιώσει πως κάτι στην οθόνη του παραπέφτει βαρύ, αρπάζει το τηλεχειριστήριο και αλλάζει σταθμό. Είπα έτσι πως θα ήταν καλό να ελαφρύνει λίγο το έργο, για να μη βρεθεί και η παραγωγή μπροστά σε τίποτα δυσάρεστες εκπλήξεις. Να δημιουργήσω ένα ντουέτο καφετζή και παπά, οι οποίοι θα έπιναν μαζί και θα σχολιάζανε διάφορα προτείνοντας τις δικές τους λύσεις στα θέματα που ανέκυπταν. Στο σκηνικό αυτό εμπλέκονταν λαθραία, ένας διαφωτιστής, ένας απρόσεκτος κουρέας, μια καντηλανάφτισσα, μια δασκάλα, μα στο επίκεντρο θα βρισκότανε η ρακή και η ρακοποσία, που φέρνει πάντα τις δικές της λύσεις στην επιφάνεια. Καλή μου φάνηκε η όλη προσπάθεια και την έδωσα προς έγκριση. Η απάντηση ήρθε λίγο έμμεσα, λίγο άμεσα, τουτέστιν …ΔΕΝ!

Είχα βέβαια περάσει κι όλο το «λούκι» στο σπίτι με τη γυναίκα…

«Μην κάνεις φασαρία γιατί γράφω», της έλεγα.

«Εκκλησία θα γίνει το σπίτι;»

«Σταμάτα το θόρυβο».

«Κάτι τελειώνω».

«Καλά… δεν καταλαβαίνεις; Γράφω για το ρόλο!».

«Ναι μωρέ… τώρα στα γεράματα θα γίνεις και συγγραφέας… άντε παράτα με!».

«Το στανιό μου, ρε γυναίκα. Παράτα με ήσυχο».

«Το φαγητό περιμένω να βράσει».

«Κοίτα μη βράσω εγώ και σε πάρει ο διάολος».

«Ήμαρτον Κύριε! Καλά… καλά, πάω να δω τηλεόραση. Έχε το νου σου στην κατσαρόλα».

Λέτε πως ο… βομβαρδισμός σταματούσε έτσι απλά; Αστεία πράγματα!

«Το φαγητό θα καεί! Να του ρίξω μια ματιά;»

«Όχι. Θα το βλέπω εγώ. Δεν σε θέλω στα πόδια μου».

«Οι λογαριασμοί είναι απλήρωτοι. Πρέπει να πας να τους πληρώσεις. Θα μας κόψουν το ρεύμα και το τηλέφωνο».

«Αύριο θα πάω».

«Σήμερα λήγουν».

«ΑΥΡΙΟ ΕΙΠΑ ΘΑ ΠΑΩ! TΟ ΣΤΑΝΙΟ ΜΟΥ… ΔΕ ΒΡΙΣΚΩ ΗΣΥΧΙΑ ΣΤΟ ΡΗΜΑΔΙ».

Άλλες φορές διαμαρτυρόταν ο σκύλος, που τον είχα κακομάθει με τις καθημερινές του βόλτες, και τώρα με τον πυρετό της δημιουργίας, το κακόμοιρο το ζωντανό ένοιωθε παραμελημένο.

«Σήκω λίγο από την καρέκλα να πας το σκύλο στο πάρκο!».

«Πήγαινε τον εσύ».

«Σιδερώνω».

«Εγώ γράφω».

«Πες του να σκάσει γιατί μ’ ενοχλεί, δεν μπορώ ν ακούσω την εκπομπή μαγειρικής».

«Εσύ πες του να σκάσει, κι εμένα μ’ ενοχλεί».

«Εμένα δεν μ’ ακούει».

Άλλες φορές ήταν οι επισκέπτες.

«Το βράδυ είναι να έρθουν ο… και η…»

«Ε και;»

«Πρέπει να πάμε για ψώνια. Το ψυγείο άδειασε».

«Ας πιούν ένα ποτό, ρε γυναίκα… δε χάλασε ο κόσμος».

«Για φαγητό τους κάλεσες».

«Δεν πειράζει! Έχουν κατανόηση».

«Ποια έχει κατανόηση; Αυτή δεν το έχει σε τίποτα να μας κάνει βούκινο».

«Να μη την ξανακαλέσεις».

«Εσύ την κάλεσες».

Στο έργο που έγραφα υπήρχαν δυο τρεις σκηνές που κάτι αξίζανε. «Τέλος πάντων», είπα, «αφού δεν τους αρέσει…». Από την άλλη, σκέφτηκα πως τουλάχιστον η σκηνή με τη ρακοκατάνυξη άξιζε τόσο που κάπου θα έπρεπε να την αξιοποιήσω. Κάτι είχα γράψει εικοσιπέντε χρόνια πριν, μα τότε ο λόγος δεν ήταν τόσο μεστός. Έπειτα από ώριμη σκέψη αποφάσισα να γράψω ένα διήγημα, ένα αφήγημα ή όπως αλλιώς το λένε οι λογοτέχνες.

«Γράψε πρώτα», είπα στον εαυτό μου, «κι όταν με το καλό τελειώσει, θα δούμε σε ποιο είδος κατατάσσεται». Η αλήθεια είναι πως στην αρχή ένοιωσα δέος, φοβούμενος πως θ’ ακούσω ποικίλα σχόλια απείρου κάλλους. Έπρεπε με κάποιον τρόπο ν’ αποτυπώσω στο χαρτί τους δυο τύπους που είχα σχεδιάσει για την τηλεοπτική σειρά, οι οποίοι κατά τη γνώμη μου άξιζαν καλύτερης υποδοχής. Δεν θ’ άφηνα λοιπόν τα πράγματα έτσι. Με κάθε τρόπο ήθελα ρεβάνς! [συνεχίζεται…]

©Γιώργος Ηλιάδης & Εκδόσεις Ραδάμανθυς


Για να προμηθευτείτε το βιβλίο συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983 091 058

Τιμή βιβλίου: 14,40 + τα έξοδα αποστολής

Αγορά με εξόφληση μέσω τράπεζας: 3,00 ευρώ.

Αγορά με αντικαταβολή: 5,00

[Λογαριασμοί κατάθεσης]

Εθνική: 489/006615-04

και IBAN GR95 0110 4890 0000 4890 0661 504

Πειραιώς: 6569-102972-851

και IBAN GR24 0171 5690 0065 6910 2972 851

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s