Τα δυο πουγκιά

Σαν Πρόλογος – Γιώργος Ηλιάδης

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Γιώργου Ηλιάδη «Τα δυο πουγκιά»

ΘΑ ΣΑΣ ΔΙΗΓΗΘΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ για δυο πουγκιά που ξεκίνησαν από διαφορετικούς τόπους, μα ο προορισμός τους ήταν κοινός. Το πρώτο ξεκίνησε από την Αργεντινή, διέπλευσε τον Ατλαντικό Ωκεανό, ύστερα τη Μεσόγειο Θάλασσα ώσπου έφτασε σ’ ένα χωριό της Κρήτης. Ο παραλήπτης του, αντί να το επενδύσει, όπως ήταν η επιθυμία του κατόχου, το σπατάλησε. Δεν το σκόρπισε όμως αναίτια καθώς με το περιεχόμενό του κατάφερε να θρέψει εννιά στόματα… των παιδιών του, της γυναίκας του και το δικό του.

Το δεύτερο πουγκί ξεκίνησε από τα βάθη της Μικρασίας. Δεν είχε παραλήπτη. Το κουβαλούσε ο ίδιος ο κάτοχός του. Θα έφτανε κι αυτό στην Κρήτη, ίσως στο ίδιο χωριό όπου βρισκόταν και το πρώτο, αν ο άντρας που το έφερνε μαζί του ήταν πιο τυχερός. Το δικό του πουγκί χάθηκε μέσα στη θάλασσα στο λιμάνι της Σμύρνης.

Οι δυο μικροί θησαυροί είχαν αποκτηθεί με πολλούς κόπους. Έκλειναν μέσα τους όνειρα κι ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο. Οι ζωές των κατόχων τους κάποια στιγμή ανταμώσανε γιατί τα παιδιά τους αγαπηθήκανε και τελικά  παντρεύτηκαν. Η ιστορία των δύο οικογενειών διατρέχει ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Γερά σκαριά οι δύο άντρες, ξεκίνησαν πάλι από το μηδέν και σταθήκανε ξανά στα πόδια τους έπειτα από τις συμφορές που τους βρήκαν. Κάποια στιγμή, χτύπησε την πόρτα της καρδιάς ο έρωτας. Στον αυλόγυρο της ζωής όμως σεργιανούσε ο μεγάλος παγκόσμιος πόλεμος και αργότερα ο εμφύλιος. Μην περιμένετε βέβαια να μάθετε όλη την αλήθεια, γιατί εγώ δεν ήμουν μπροστά σε όλα όσα διαδραματίστηκαν τότε. Ούτε ιστορικός είμαι ούτε απέραντη υπομονή διαθέτω για τη διεξαγωγή έρευνας.

Στο κάτω-κάτω της γραφής τι είναι ένα μυθιστόρημα; Μύθος και Ιστορία! Έτσι, το βιβλίο αυτό είναι μια αφήγηση που πατά σε κάποια βάση, διαθέτει ήρωες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, έχει αρχή, μέση και τέλος. Φροντίζει ο συγγραφέας να δημιουργήσει στιγμές αγωνίας και κορύφωσης. Αποφεύγει ή άλλοτε επιδιώκει να «ξύσει» πληγές. Προσπαθεί, ανάλογα με τα κέφια του, να σε πάει ένα κοντινό ή και μακρινό ταξίδι. Σου «ανεβάζει» ή σου «ρίχνει» τη διάθεση με τις συνθήκες που δημιουργεί. Τη μια παρατάς το διάβασμα, άλλοτε το ξαναρχίζεις, πότε-πότε ξεφεύγεις, άλλες φορές πάλι αναρωτιέσαι γιατί ξεκίνησες να το διαβάζεις. Πού και πού, θέλεις να αρπάξεις το συγγραφέα απ’ το λαιμό και να του πεις πως η μπούρδα που έγραψε, σου έφαγε χρόνο απ’ τη ζωή σου και καλό θα ήταν να στον επιστρέψει, μα εκείνος θα σου αντιτείνει πως ναι μεν το έγραψε, δεν σε υποχρέωσε όμως και να το διαβάσεις. Εσύ το αποφάσισες και σε αυτό έχει δίκιο! Το επιχείρημά του είναι ακαταμάχητο.

Το μυθιστόρημα είναι σαν τη μουσική. Οι αντιδράσεις του καθενός σχετίζονται με το είδος που του αρέσει. Ο «μπουζουκόβιος», ας πούμε, τρελαίνεται με το σόλο του μπουζουκιού. Ο «ροκάς» γουστάρει σόλο κιθάρα. Δώσε του σόλο και πάρε του την ψυχή! Ο «τζαζάκιας» δίνει τα ρέστα του για πιάνο και σαξόφωνο. Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Το θέμα είναι απλό: γουστάρουν και οι τρεις το σόλο, γουστάρουν τον αυτοσχεδιασμό. Οι οργανοπαίχτες βέβαια πατούν σε κάποιο ρυθμό και τον ακολουθούν πιστά. Κάποια στιγμή όμως το όργανο ξεφεύγει από τα δάχτυλα του μουσικού, αυτονομείται, έτσι που δεν μπορεί πλέον να το κουμαντάρει. Τότε είναι που ψάχνει άλλον μουσικό, πιο γρήγορο, πιο εμπνευσμένο, για να το παραλάβει. Συμβαίνει δηλαδή κάτι σαν την πλοκή της ιστορίας του θεατρικού έργου του Λουίτζι Πιραντέλλο «6 πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Σε αυτό το έργο, δεν είναι ο συγγραφέας εκείνος που δημιουργεί τα πρόσωπα, μα τα ίδια τα πρόσωπα ψάχνουν στη γύρα για να βρουν το συγγραφέα που θα τα αξιοποιήσει, ώστε να γίνουνε βιβλίο! Έτσι γίνεται και με το μυθιστόρημα. Εκεί που έχεις αποφασίσει για τα πρόσωπα και την πλοκή, εκεί που νιώθεις πως όλα εξελίσσονται ομαλά… τσούπ! Πετιέται ένα πρόσωπο, ένα αντικείμενο, μια απρόβλεπτη κατάσταση και σε κάνουν άνω-κάτω κι άντε πάλι απ’ την αρχή. Τότε υποκρίνεσαι πως δεν κατάλαβες περί τίνος πρόκειται, μα αυτή η ανακατωσούρα αποκτά χαρακτήρα κι αφού συστηθεί και σου πει με ακρίβεια σε ποιο μέρος της ιστορίας ταιριάζει, παραμερίζει ό,τι άλλο έχεις στο νου σου, ώσπου ν’ αποδεχθείς πως είναι τμήμα του έργου, με το οποίο μάλιστα θα πρέπει να ασχοληθείς σοβαρά. Μοιάζει να σου χαμογελά και περιμένει! Παρά το γεγονός πως, αρχικά, ήθελες ν’ αποφύγεις τη συμμετοχή της γιατί δεν είχες κέφι να τα εξιστορήσεις όλα, τώρα πρέπει να καταπιαστείς μαζί της, γιατί αργότερα ξεπηδούν κι άλλες τέτοιες «ανακατωσούρες» ιδέες. «Φτάνει πια! Δεν χωράτε όλες», φωνάζεις και αποφασίζεις να ορθώσεις το ανάστημά σου, μα εκείνες συνεχίζουν να χαμογελούν και να περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Παράλληλα χρειάζεσαι και μια αφορμή για να ξεκινήσεις το μυθιστόρημα. Μιαν αφορμή που ίσως υπάρχει μέσα σου και απλά ψάχνει την ευκαιρία να αποτυπωθεί πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Αν όμως δεν σε επισκεφθεί αυτή η μούσα, δεν πρόκειται να γίνει τίποτα.

Εκδόσεις Ραδάμανθυς - Τα δυο πουγκιά

Από το προσωπικό αρχείο του Γιώργου Ηλιάδη

Η δική μου μούσα εμφανίσθηκε με τη μορφή μιας μεγάλης τηλεοπτικής παραγωγής. Σκέφθηκα πολύ πριν αποφασίσω να δοκιμάσω ξανά την τύχη μου σαν ηθοποιός. Δεν ήμουν άσχετος με την υποκριτική τέχνη. Την είχα σπουδάσει κάποτε, μα την είχα παρατήσει λόγω αναγκών. Δεν είμαι πια νέος στην ηλικία, γι’ αυτό και διπλοσκέφθηκα μη γελάσει και το παρδαλό κατσίκι, αφού από τη μια τα κιλά μου δεν είναι λίγα, κι από την άλλη, χρόνια είχα να συμμετάσχω σε κάποια παραγωγή. «Τηλεόραση είναι… όλα διορθώνονται εύκολα. Το πλάνο ξαναγίνεται αν χρειαστεί και όλα είναι μέλι-γάλα», είπα στον εαυτό μου. Αμέσως μετά σκέφθηκα πως δεν θα ήταν τόσο απλό, γιατί το ρημάδι το χαζοκούτι μάς σερβίρει παίδαρους και ομορφονιές σε τόσο ανελέητες δόσεις, που τρως τα χαστούκια το ένα πίσω απ’ το άλλο.

«Πού πας ρε γερο-μουρτζούφλη; Πώς θα μπεις στη τόση φρεσκαδούρα;»

Κάποτε βέβαια ήμουνα νιός και όμορφος, μα αυτά είναι περασμένα μεγαλεία. Κάτι το πέρασμα του χρόνου, κάτι η κοιλάρα, κάτι η πίεση και το ζάχαρο, άρχισα να απόθαρρύνομαι κι ήθελα να το βάλω στα πόδια, αλλά η ελπίδα της καταξίωσης ενός όψιμου σταρ, δεν λέει να φύγει από την ψυχή. Οπότε το αποφάσισα!

Έτσι γίνεται, μην απορείς. Αφού πείσεις τον εαυτό σου και βάλεις τα καλά σου, ανακαλείς ό,τι θεωρείς πως μπορεί να βοηθήσει και πας. «Κάποτε», ενθάρρυνα τον εαυτό μου, «μέχρι και παραστάσεις ανέβασες σαν σκηνοθέτης στη Χ.Α.Ν. Αθηνών, Ομήρου και Ακαδημίας». Χριστιανός δεν ήμουν. Ούτε και τώρα κατάφερα να γίνω, γιατί είχα θυμώσει κι ακόμη είμαι θυμωμένος με τον Ύψιστο που πήρε τόσο γρήγορα κοντά του τον πατέρα μου. Βασικά, πιστεύω στη συνείδηση. Νομίζω πως η συνείδηση μπορεί να δημιουργήσει μέσα μας ένα σύστημα αξιών, το οποίο θέτει φραγμούς, βοηθά να αναλύεις χαρακτήρες, πράγματα και καταστάσεις, έτσι ώστε όταν πας να ρίξεις τον άλλον για προσωπικό όφελος, να θέτεις ενώπιος ενωπίω το όλο ζήτημα και να βασανίσεις πολύ το αν πρέπει να το πράξεις. Τώρα θα σκεφθείς βέβαια πώς γίνεται εγώ, ένας άνθρωπος που στον αγώνα για τον επιούσιο ασκεί το επάγγελμα του εμπόρου, κάνει λόγο για συνείδηση; Συνείδηση και εμπόριο… γίνεται; Γίνεται, θα σας απαντήσω και θα σας δείξω με περηφάνεια το μόνο ίσως παράσημο που φέρω στο στήθος, αυτό που με βοηθά να κοιμάμαι πιο ήσυχος τις νύχτες.

Ο έμπορος πρέπει να βγάλει κέρδος, είναι η μοίρα του επαγγέλματος, μα αν το σκεφτείς καλά, όλος ο πλανήτης εμπορεύεται κάτι. Πάρτε, για παράδειγμα, τη γέννηση ενός παιδιού: το μεγαλώνουμε φροντίζοντας να έχει ένα καλό μέλλον, ταυτόχρονα σκεφτόμαστε και το δικό μας, αφού προσδοκούμε πως το παιδί μας, αργότερα, θα ξεπληρώσει ό,τι του έχουμε προσφέρει, με το δικό του τρόπο. Θα μας πάει στους γιατρούς, θα τρέξει για το ένα, για το άλλο, θα μας γηροκομήσει, θα, θα, θα…

Εκδόσεις Ραδάμανθυς - Τα δυο πουγκιά

Από το προσωπικό αρχείο του Γιώργου Ηλιάδη

Ας περάσουμε τώρα στο υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Πάρτε για παράδειγμα ένα σκυλί. Προσφέρουμε και σε εκείνο στέγη, τροφή, αγάπη, βόλτες για να κάνει την ανάγκη του. Για όλα αυτά, δεν ζητάμε παρά μόνο τη συντροφιά του. Πού και πού το αρπάζεις και το σφίγγεις πάνω σου για να διώξεις το άγχος που κουβαλάς, του μιλάς στη δική μας γλώσσα κι αυτό σου απαντά με τον τρόπο του. Έτσι προσπαθούμε να αποσβέσουμε την επένδυση που κάναμε με την απόκτησή του. Ο ηθοποιός, ο γλύπτης, ο συγγραφέας, ο ζωγράφος, ο τραγουδιστής, ο πολιτικός, εμπόριο κάνουν. Λέξεις πουλάνε, νότες ή έργα. Από αυτό το εμπόριο προσπαθούν ν’ αποχτήσουν τον επιούσιο. Ο χειρομάντης, το μέντιουμ και ο παπάς, εμπορεύονται το άγνωστο και πάνω σε αυτό στηρίζουν τη δουλειά τους. Το υπουργείο Υγείας, οι ιατροί, οι νοσοκόμοι κι ένα σωρό άλλοι, εμπορεύονται την υγεία. Ο νομικός, τα συμβόλαια και την υπερασπιστική ανάγκη. Ο δημοσιογράφος, την πένα του ή τον τρόπο που «γράφει» στην οθόνη. Ο αρχιτέκτονας, ο χτίστης, ο οικοδόμος, τη φυσική ανάγκη για στέγαση. Ο νιός και η νιά… τα νιάτα τους! Ο γέρος; Το πορτοφόλι του κ.λπ… (Συνεχίζεται)

Γιώργος Ηλιάδης


 

Για παραγγελίες του βιβλίου καλέστε στο 6983 091 058 ή συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας

Δωρεάν αποστολή για αγορές άνω των 30 ευρώ

Τιμή βιβλίου: 14,40 + τα έξοδα αποστολής

 

Αγορά με εξόφληση μέσω τράπεζας: 3,00 ευρώ.

Αγορά με αντικαταβολή: 5,00

 

[Λογαριασμοί κατάθεσης]

Εθνική: 489/006615-04

και IBAN GR95 0110 4890 0000 4890 0661 504

Πειραιώς: 6569-102972-851

και IBAN GR24 0171 5690 0065 6910 2972 851

εξώφυλλο τελικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s