Μυθιστόρημα

«Τα δυο πουγκιά», του Γιώργου Ηλιάδη, στην Κρήτη της Κατοχής

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Γιώργου Ηλιάδη «ΤΑ ΔΥΟ ΠΟΥΓΚΙΑ» (Εκδόσεις Ραδάμανθυς)

Χρόνος: Γερμανική Κατοχή

Τόπος: Δαφνές – Βενεράτο -Ηράκλειο Κρήτης 

Γιώργος Ηλιάδης

Ο συγγραφέας Γιώργος Ηλιάδης

Ο Αγαθοκλής μπήκε με τον ηρωικό του γάιδαρο φορτωμένο γυαλικά στο χωριό Δαφνές. Ο αγώνας για την επιβίωση συνεχιζόταν αλλά το αντίτιμο που ζητούσε τώρα για τα προϊόντα του δεν ήταν χρήματα. Τόνοι από πληθωριστικά χαρτονομίσματα πετιόνταν καθημερινά σε σκουπιδότοπους ή στη θάλασσα και «ψαρεύονταν» από τα παιδιά για να τα χρησιμοποιήσουν στα παιχνίδια τους.

«Δυο πιάτα θέλω».

«Ρηχά;»

«Όχι. Για σούπα».

«Δέκα αυγά θα μου δώσεις».

«Οχτώ έχω μόνο».

«Καλά… πάρε τα πιάτα να κάμεις τη δουλειά σου και μου χρωστάς δύο αυγά, την επόμενη φορά».

«Εντάξει!».

«Εγώ θέλω μια καράφα».

«Έσπασε αυτή που είχες αγοράσει την προηγούμενη εβδομάδα;»

«Εγώ την έσπασα στο κεφάλι του αχαΐρευτου».

«Τι σου έκανε;»

«Πράμα! Όχι μόνο δεν μου κάνει πράμα γιατί εγέρασε και δεν μπορεί… μα δεν κάνει πράμα και για το σπίτι… όλη μέρα πίνει ρακές στο σπίτι του γείτονα και στο καφενείο. Ούτε χόρτα για τα οζά πάει να βρει ούτε στο σπίτι με βοηθά… τρία κοπέλια έχουμε να ταΐσουμε κι ο αδερφός μου βαρέθηκε μπλιο να ταΐζει την οικογένεια του ανεπρόκοπου».

«Τρεις οκάδες στάρι να μου δώσεις».

«Στάσου να πάω στον αδελφό μου να σου φέρω».

«Εμένα δώσε μου τρία τσαπράζια[1]», φώναξε κάποιος άλλος.

«Δώσε μου μια οκά ρακή».

«Ακριβά μου φαίνεται πως τα πουλάς».

«Άμα σου φαίνεται ακριβά να πας μέχρι το Ηράκλειο να τα αγοράσεις από κει, να μάθεις και πόσο κάνουνε».

«Καλά-καλά, στάσου να σου φέρω».

Αντάλλαζε, τσακωνόταν, θύμωνε, μα ήταν – με τα μέτρα του εμπορίου – δίκαιος. Δεν ήθελε να χάσουν οι πελάτες, μα μήτε να χάσει κι εκείνος.

Ένας παλιός του πελάτης τον πλησίασε και κάτι του είπε σιγανά στο αυτί.

«Αλήθεια μωρέ;»

«Να! Στο σταυρό που σου κάνω… 25 του Μάρτη τα χαράματα!».

«Μπράβο μωρέ Σταυρή. Μπράβο! Αυτό κι αν είναι νέο. Στάσου μια στιγμή να βάλω μια ρακή να πιούμε στην υγειά των παλικαριών».

Ήθελε βέβαια να πιει κι άλλες στο άκουσμα του νέου, μα δεν ήταν η κατάλληλη ώρα, γιατί όταν κάνεις εμπόριο πρέπει να έχεις την κεφαλή καθαρή για να μη μπερδεύεις τις ισοτιμίες.

«Εις υγείαν των παλικαριών», φώναζε κι ύστερα ήπιε μια καλή γουλιά από το παγουράκι με τη ρακή. Έπειτα το έδωσε στον Σταυρή για να πιεί κι εκείνος.

Στο έβγα του χωριού βρήκε ένα χωράφι με παχύ χορτάρι κι αφού έλυσε το χαλινάρι του γαϊδάρου, τον άφησε να βοσκήσει. Ο Αγαθοκλής έβγαλε από τη τσέπη το τσαπράζι κι άρχισε να ψάχνει στα χόρτα για χοχλιούς. Ευφάνταστος όπως πάντα έπιασε κουβέντα μαζί τους.

ΗΡΑΚΛΕΙΟ - πλατεία Βαλιδέ Τζαμί - NELLY'S 1927

ΗΡΑΚΛΕΙΟ – πλατεία Βαλιδέ Τζαμί – NELLY’S 1927

«Α μωρέ… εσείς είστε ωραίος μεζές. Καθίστε να σας πιάσω, να σας πάω στην Καλλιόπη που έχει τη συνταγή να σας κάνει μπουμπουριστούς. Επ! Πού πάτε εσείς; Να ξεφύγετε θέλετε; Μπρος, ελάτε εδώ να κάνετε την τελευταία κουβέντα με τα ξαδέλφια σας… κακομοίρηδες! Θα σας ψήσει η γυναίκα μου μέσα στο λάδι και στο ξύδι κι ύστερα θα πάτε γραμμή στην κοιλιά μου… ό,τι προλάβετε να κουβεντιάσετε τώρα… τα υπόλοιπα θα τα πείτε όταν συναντηθείτε στον Άγιο Πέτρο».

Ο γάιδαρος μασούλαγε, μα ο Αγαθοκλής ήθελε να του ανοίξει κουβέντα.

«Στεφανώσανε μωρέ το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη στο κέντρο του Ηρακλείου!».

«Σκοτώσανε κανένα Γερμανό;»

«Όχι μωρέ!».

«Σιγά τα δύσκολα! Σ’ εμένα αφήνουνε τη δύσκολη δουλειά», είπε ο γάιδαρος και γύρισε το κεφάλι για να «τιμήσει» ένα γαϊδουράγκαθο».

Περάσανε λίγες μέρες κι ο Αγαθοκλής φαινόταν σαν να βουλιάζει όλο και πιο πολύ μέσα σε σκέψεις μα δεν μιλούσε.

Ο γάιδαρος προσπαθούσε να καταλάβει, αλλά δίσταζε να τον ρωτήσει για να μην τον αρχίσει το αφεντικό του στα «χάδια» με τη χαχαλόβεργα[2]. Κάποια στιγμή αποφάσισε να τον ρωτήσει: «Αφεντικό, πες μου τι σε βασανίζει».

«Αυτά δεν είναι δικιά σου δουλειά. Άμα βρω άκρη όμως, θα την ανακοινώσω στους συγχωριανούς, οπότε θα τη μάθεις κι εσύ. Πού θα μου πάει; Δέκα ολόκληρα χρόνια έκανα μετανάστης. Είδα κι έμαθα πολλά… Θα το λύσω το πρόβλημα σιγά-σιγά… ο ζόρες θα είναι πώς θα το ανακοινώσω», έλεγε τις σκέψεις του φωναχτά, χωρίς να μπορεί κανένας να καταλάβει τι εννοούσε όσο μονο-λογούσε.

«Λες μωρέ;» αναρωτήθηκε σε μια στιγμή κι αστράψαν τα μάτια του.

Αυτή τη φορά επέστρεψε στο σπίτι του πιο γρήγορα απ’ ότι το συνήθιζε και η γυναίκα του παραξενεύτηκε.

«Καλώς ήρθες Αγαθοκλή. Να σου βάλω κάτι να φας;»

«Δεν πεινώ Καλλιόπη, μα μια ρακή θα την πιώ. Μπορεί και δυο! Ξεκρέμασε όμως το κουστούμι που φόραγα στο γάμο. Έχω κάπου να πάω».

«Πού θα πας και θέλεις τέτοια επισημότητα;»

«Στο καφενείο γυναίκα!».

«Μα στο καφενείο πηγαίνεις πάντα με τα ρούχα της δουλειάς».

«Ναι, αλλά σήμερα πρέπει να πάω με κουστούμι… και να έχω πιεί μπόλικες ρακές, για να πάρω θάρρος».

«Ήντα θάρρος θέλεις να πάρεις; Κοινοτάρχης θα γίνεις;»

«Όχι γυναίκα. Είναι πιο σοβαρό το θέμα».

«Κι εμένα δεν θα μου πεις;»

«Όχι ακόμα. Αυτά είναι αντρικές δουλειές. Οι γυναίκες τα μαθαίνουν αργότερα».

«Καλά άντρα μου. Εσύ ξέρεις πιο καλά! Δεν θα πας να τσακωθείς με κανέναν να έχουμε τραβαγιές[3]

«Με κανέναν δεν πρόκειται να τσακωθώ. Πρόκειται για την πατρίδα».

«Θα βγεις στο βουνό;»

«Όχι μωρέ γυναίκα».

«Ε, τότε να σου σιδερώσω το κουστούμι, να είναι και πιο επίσημο. Πάω να φτιάξω κάρβουνα για να τα βάλω στο σίδερο».

«Μην αργήσεις. Θέλω να είμαι στην ώρα μου. Να τους βρω όλους μαζεμένους».

Ο Αγαθοκλής πήγε στο αχούρι και ξέχωσε το πακέτο με τα τσιγάρα. Απόψε χρειαζόταν να το έχει μαζί του, γιατί η βραδιά ήταν δύσκολη κι είχε ανάγκη όλη την ψυχολογική υποστήριξη που μπορούσε να εξασφαλίσει».

[1] Πριονωτά μαχαίρια.

[2] Χαχαλόβεργα ή διχαλόβεργα είναι μια χονδρή βέργα με ένα δίχαλο στη μια άκρη της, με το οποίο υποβαστάζουν το φορτίο του ζώου από τη μια πλευρά μέχρι να το φορτώσουν κι απ’ την άλλη.

[3] Φασαρίες, καυγάδες.

Στο καφενείο

Τα δυο πουγκιά - Γιώργος Ηλιάδης

Γιώργος Ηλιάδης – Τα δυο πουγκιά

Στο καφενείο οι χωριανοί μαζεύονταν καθημερινά και μιλούσαν για διάφορα. Εκεί πήγαιναν για να παίξουν τάβλι, να βρουν παρέα, να πιούν, να μιλήσουνε για την κατοχή και για την καθημερινότητα, μα και για να κλείσουν συμφωνίες, να βρουν καινούριους τρόπους να ποτίσουν τα χωράφια, ν’ αποφασίσουν για τις δωρεές στην εκκλησία, να βρουν τον τρόπο να επισκευάσουν το σχολείο που είχε βομβαρδιστεί πριν από μήνες. Συνήθως τα πράγματα ήταν ήρεμα, αλλά κάποιες φορές τα πνεύματα οξύνονταν και γίνονταν τσακωμοί, που πολλές φορές ήταν τόσο μεγάλης έντασης που έπεφταν αρκετά κοσμητικά επίθετα μαζί με σπρωξίδια, μπουνιές και κλωτσοπατινάδες. Καυγάδες που για να σταματήσουν έπρεπε να επέμβει όλο το καφενείο κι αν αυτό δεν ήταν αρκετό, ο καφετζής έσβηνε τη λάμπα. Ανάμεσα στους θαμώνες βρισκόταν φυσικά και ο τοπικός ρουφιάνος, που άκουγε, μάθαινε κι ύστερα περνούσε απ’ το γραφείο του διοικητή για να ενημερώσει.

Ο Αγαθοκλής ανήκε στη συνομοταξία: ακούω και σημειώνω! Τα αυτιά του δεν τον βοηθούσανε. Άκουγε και σημείωνε γιατί κάθε φορά που έπιανε μια λέξη προσπαθούσε να φτιάξει μια πρόταση που να βγάζει κάποιο νόημα, μα αυτό δεν ήταν τόσο εύκολο. Φαντάζεται κανείς τι νόημα μπορούσε να βγει όταν η συζήτηση που άκουγε ξεκινούσε με τη φράση: η πατρίδα πρέπει να απελευθερωθεί, συνεχιζόταν με την πρόταση: πόσο κωλόφαρδος είσαι και φέρνεις συνέχεια εξάρες; για να εξελιχθεί σε: αύριο πρέπει να πάω στο διπλανό χωριό για να μάθω τι είδους προξενιά είναι αυτά που ετοιμάζουν για την κόρη μου, ώσπου να πάρει φωτιά η συζήτηση με τη φράση: άσε κάτω το Ρήγα Καρό… στραβός δεν είμαι, μα ούτε και βλάκας… τον πέταξες πριν από δυο στροφές… ή φτου σου ρε κωλόζαρο! Γαμώ την τύχη μου την πουτάνα.. πάλι έφερε αυτό που ήθελε.

«Πρέπει να ξέρεις… τα ζάρια τα ρίχνουνε με μαστοριά.. δεν τα καταχτυπούνε μέχρι να κάνουν εμετό, όπως τα βαράς ελόγου σου!».

Στο τραπέζι ο χωριανός έδειχνε τα χαρτιά του στους υπόλοιπους παίχτες, ανακοινώνοντας πως ο διπλανός του έριξε το σωστό φύλλο και οι άλλοι τέσσερις τον φιλοδωρούσαν με ανοιχτές τις παλάμες! Αυτός έπαιρνε πάντα τουλάχιστον τις μισές παρτίδες. Παίχτης με εμπειρία κι είχε θητεύσει σε λέσχες του Ηρακλείου όπου παίζονταν μεγάλα ποσά. Είχε μάθει το «καπάκι» και το «φτιάξιμο» της τράπουλας, τα οποία είχε μετατρέψει σε υψηλή τέχνη. Στο χωριό βέβαια δεν έπαιζαν για λεφτά αλλά με κεράσματα, μα και πάλι δεν του άρεσε να χάνει. Είναι θέμα φιλοσοφίας!

«Μωρέ θαρρώ πως κλέβεις».

«Θα φωνάξω τον παπά να μου κάνει ευχέλαιο, μπας κι αλλάξει η ρημάδα η τύχη μου. Τρείς βδομάδες έχω να σταυρώσω παρτίδα!».

«Αυτή την τέχνη τη σπούδασα στη Μικρασιατική Εκστρατεία από έναν λοχία που ήταν αετός κι έμαθε ολόκληρη τη διμοιρία για να τον θυμούνται όλοι. Έτσι έλεγε. Τα όπλα τα βαριόταν. Τα χαρτιά όμως ήταν άλλο θέμα».

Λίγο πιο πέρα ο δάσκαλος είχε μαζέψει τρεις άλλους και τους μιλούσε για εθνεγερσία. Ο καφετζής άκουγε, μίλαγε, έφερνε, μάζευε και κάθε τόσο άνοιγε την πόρτα για να φύγει το ντουμάνι από το μαγαζί.

«Καλώς τον Αγαθοκλή. Μερακλωμένο σε βλέπω… κι επίσημα ντυμένο. Τι έγινε; Ετοιμάζεις καμιά κουμπαριά;»

Κάθισε πλάι στο δάσκαλο και κοίταξε καλά-καλά όλο το μαγαζί. Ο δάσκαλος συνέχιζε να μιλά περί εθνεγερσίας. Ο τοπικός ρουφιάνος κοιμόταν όρθιος ή παρίστανε πως κοιμόταν και ο Αγαθοκλής βρήκε την ευκαιρία και το θάρρος να κάνει πράξη την ιδέα του.

«Ακούσατε χωριανοί τι έκαναν τα παλικάρια;» είπε δυνατά.

«Τα μάθαμε… αυτοί είναι άντρες!».

«Δύο ήτανε!».

«Ο ένας ήταν Επονίτης και ο άλλος χίτης».

«Δεν στα είπανε καλά. Και οι δύο χίτες ήταν… έτσι μου είπε ο κουμπάρος μου».

«Να πας να πεις του κουμπάρου σου να μη λέει μπούρδες. Δύο Επονίτες ήταν».

«Όποιοι και να το κάναν, Έλληνες ήταν. Κρητικοί… κι αφήστε το Δεξιός και Αριστερός, γιατί μετά τον πόλεμο, αν δεν βάλουμε μυαλό, θα έρθουν τα χειρότερα. Να το θυμάστε. Σας το λέει ο Γιάννης ο φουρνάρης».

«Έχει δίκιο», συνέχισε ο δάσκαλος, «η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη. Οι Σοβιετικοί γλυκοκοιτάζουν τους αριστερούς και οι Εγγλέζοι τους δεξιούς; Άσχημα ξεμπερδέματα θα έχουμε».

«Ήντα είναι κιονά το Σοβιετικοί;»

 «Οι Ρώσοι θέλει να πει».

«Και για δε λέει: Ρώσοι… να καταλαβαίνουμε;»

«Στρατή, το όνομα είναι λεπτομέρεια».

«Κι εμείς με ποιους θα πάμε;»

«Δεν ξέρω. Εγώ λέω πάντως να κάτσω στα αυγά μου, να έχω την ησυχία μου».

«Σίγουρα! Μωρέ κακομοίρη μου και να μη θέλεις να μπλεχτείς, οι καταστάσεις θα σε μπλέξουν».

«Λες;»

«Να μου το θυμηθείς».

«Αυτά είναι γι’ αργότερα… με αυτό το σατανά που μας εσκλάβωσε ήντα θα κάνουμε;»

«Να μπούμε στην Αντίσταση!».

«Μ’ ήντα θα πας να πολεμήσεις; Με την κατσούνα;[1]»

«Όλοι χρειάζονται. Αυτοί που μπορούνε, πολεμάνε με τ’ όπλο, κι αυτοί που δεν μπορούνε, κάνουν άλλες δουλειές, όπως στο στρατό».

«Στρατό και μάλιστα οργανωμένο είχαμε και το 1922 και μας πετσόκοψαν οι Τούρκοι».

«Ας είναι καλά οι Ρώσοι που τους υποστηρίζετε κιόλας. Αυτοί τους εξοπλίσανε τότε».

«Οι Ρώσοι έκαναν τη δική τους δουλειά».

«Δεν βλέπεις μωρέ πόσους στέλνουν στη μπούκα των κανονιών; Δεν τους ενδιαφέρει πόσους δικούς τους θα χάσουνε… θα σεβαστούνε την Ελλάδα;»

«Ήντα; Οι Αμερικάνοι και οι Εγγλέζοι τα ίδια δεν κάνουνε; Ήντα θαρρείς; Μετά τον πόλεμο θα μας αφήσουν ήσυχους;»

«Καλά τα λες!».

«Τα ίδια σκατά είναι κι οι δυο μπάντες. Να προσέχουμε μην τα πατήσουμε και βρωμέσουμε».

«Το να τα πατήσουμε δεν βλάπτει και τόσο! Μπας και μας βάλουνε στο βόθρο και φωνάζουμε βοήθεια!».

«Να βγούμε στο βουνό!».

«Ποιο βουνό μωρέ κακομοίρη που μόλις κάνεις πενήντα ζάλα[2], κάθεσαι όπου βρεις γιατί πονάνε τα πόδια σου από τ’ αρθριτικά!».

«Μπόρα είναι… θα περάσει! Εγώ λέω να κάτσουμε ήσυχα κι όποτε θέλει η χάρη της θα μας ελευθερώσει».

«Ποια χάρη και πράσινα άλογα; Αυτή μωρέ έχει να κάνει κι άλλες δουλειές. Εμάς θα ξανοίγει[3] όλη μέρα; Άμα δε βάλουμε το χέρι μας, μας βλέπω πολλά χρόνια υποδουλωμένους».

«Οι Αμερικανοί, είπε το ράδιο, ετοιμάζουν απόβαση».

«Εγώ άκουσα πως οι Ρώσοι πήρανε φαλάγγι τους Γερμανούς στο Στάλινγκραντ».

Ο Αγαθοκλής ένιωθε την έξαψη και το γενικό κλίμα, αλλά του ξέφευγαν κουβέντες, καθώς δεν άκουγε καλά. Τ’ αυτιά του δεν τον βοηθούσαν γιατί είχαν πάθει ζημιά από την έκρηξη δυναμίτη όταν δούλευε στις ράγες του τρένου στο Πίτσμπουργκ. Για να μην ανακοινώσει στα ξαφνικά την ιδέα που είχε, ιδέα με την οποία πίστευε πως θα κατάφερνε να σταματήσει ο πόλεμος, αποφάσισε να προετοιμάσει το έδαφος. Ήθελε να στρώσει το δρόμο πριν κάνει τη μεγάλη αποκάλυψη. Χάιδεψε πρώτα τη φαλάκρα του κι ύστερα πήρε δυο τζούρες απ’ το τσιγάρο και το πέταξε στο πάτωμα. Είχε δει κάποτε στον κινη-ματογράφο τον Έρολ Φλιν να κάνει το ίδιο σ’ ένα δραματικό έργο. Έπειτα τίναξε τη σκόνη από το πέτο του σακακιού, έφτιαξε πρόχειρα το σακάκι του, κουμπώθηκε και σηκώθηκε όρθιος…

[1] Ξύλινη ράβδος με γυρισμένη την άκρη. Βασικό εργαλείο των βοσκών για την καθοδήγηση των ζωών αλλά και για τη στήριξη των ηλικιωμένων.

[2] Βήματα.

[3] Κοιτάζει.

©Εκδόσεις Ραδάμανθυς, Γιώργος Ηλιάδης


Για παραγγελίες του βιβλίου συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983 091058

ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟ

Τιμή βιβλίου: 15,90 (περιέχει και το ΦΠΑ 6%)


«Τα δύο πουγκιά» είναι ένα κινηματογραφικό μυθιστόρημα με ολοζώντανους διαλόγους. Μια περιήγηση στη ζωή δύο οικογενειών που είδαν τις σχέσεις τους να δοκιμάζονται με φόντο το καμίνι των γεγονότων του 20ου αιώνα. Ο Γιώργος Ηλιάδης με τον δικό του ιδιαίτερο αλλά και πρωτότυπο αφηγηματικό λόγο, μας μεταφέρει μέσα στην καρδιά των ταξιδιών που περιγράφει, από τον Ατλαντικό Ωκεανό ως το Αιγαίο και από το μακρινό Μπουένος Άιρες έως το Βενεράτο και το Ηράκλειο της Κρήτης. Ο συγγραφέας ταξιδεύει στις θάλασσες της ψυχή μας. Με «όπλο» του τη σάτιρα, την αλληγορία και την ιδιαίτερη γραφή του, καταφέρνει να κεντρίσει τον αναγνώστη και να τον κάνει συνταξιδιώτη του αναζητώντας… τα δυο χαμένα πουγκιά.

Το μαγκάλι - Γιώργος Ηλιάδης

Γιώργος Ηλιάδης – Το μαγκάλι

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς και το δεύτερο μυθιστόρημα του Γιώργου Ηλιάδη, «Το μαγκάλι»

Φωτογραφίες από τις εκδηλώσεις για την παρουσίαση του βιβλίου σε Ηράκλειο και Βενεράτο

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s