«…Αθώα ρούχα των πολλών εαυτών, για να πηγαίνω στα όνειρά μου…»

Ο Μανόλης Τζάβλας για την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Φραγκάκη «Χειρώναξ»* (Εκδόσεις Ραδάμανθυς)

«…Στην ποίηση της Κατερίνας, οι λέξεις είναι νοητικά ιχνογραφήματα χρωματισμένα, συναισθηματικά χρωματισμένα. Οι λέξεις δεν κλείνουν μέσα τους απλά και μόνο παραστάσεις αλλά και συναισθήματα, συγκινήσεις. Παραστάσεις εμβαπτισμένες με συναίσθημα και συγκίνηση. Η επιθυμία στο ποιητικό σώμα του« Χειρώνακτα» γεννιέται από την έλλειψη και η έλλειψη γεννά την επιθυμία. Αυτό το ενιαίο, αδιαφοροποίητο αίσθημα διασπάται στα επιμέρους ποιήματα ή για να θυμίσουμε την μεταφορά που χρησιμοποιεί ο Βιγκότσκι το αρχέγονο σύννεφο διασπάται, υγροποιείται, σε διακεκριμένες μοναδικές σταγόνες, σε ξέχωρες λέξεις και εικόνες, ωστόσο το ενιαίο σύννεφο που γεννά τις μοναδικές σταγόνες, τις ξέχωρες ποιητικές λέξεις και εικόνες, εξακολουθεί να τις επηρεάζει. Εξακολουθούν να διατηρούν τη μνήμη της καταγωγής τους, την ανάμνηση της χαμένης τους ενότητας, την αρχέγονη μήτρα, θυμίζοντας έτσι αυτό που η Κατερίνα αναφέρει στην «πτήση» της: «μα βρέχει κάπου κάπου στο νησί των ποιητών…»

Αναδημοσίευση από το ΤΕΥΧΟΣ 6 του περιοδικού Ραδάμανθυς


Πολύ ενδιαφέρουσα η σημερινή βραδιά, κυρίως επειδή είναι ποιητική, αλλά και επειδή άφορα στην ποιητική φωνή ενός οικείου προσώπου. Η Κατερίνα Φραγκάκη με την ποιητική συλλογή «Χειρώναξ» εμφανίζεται στον ποιητικό στίβο με αποσκευές το συναίσθημα, τη φαντασία και την ονειροπόληση, στοιχεία που δημιουργούν ένα ανήσυχο ποιητικό υποκείμενο, μελαγχολικό και συχνά απογοητευμένο. Το ποιητικό κόρπους του «Χειρώνακτα» συνθέτει νομίζω μια ποιητική προβολή ρομαντικού λυρισμού, αποτέλεσμα μιας απόλυτα προσωπικής έμπνευσης, με την οποία η ποιήτρια εκφράζει το εγώ της σε σχέση με τον κόσμο και τα έντονα συναισθήματα που την κυριεύουν.

Κεντρικός άξονας της ποιητικής συλλογής είναι και παραμένει η σχέση με το χρόνο -και εδώ θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα γιατί νομίζω είναι το κομβικό στοιχείο της συλλογής. Στέκεται ανήμπορη κι αμήχανη απέναντι στις ασύλληπτες μεταμορφώσεις και κυρίως μπροστά στα σημάδια του. Θρηνεί, αλλά δεν προσπαθεί να εξορκίσει αυτό το δαίμονα. Αντιμετωπίζει με ήπια θλίψη τη φθαρτότητα, το αμείλικτο καθεστώς του, επιστρατεύοντας το σαρκασμό. Ο αμείλικτος και μοχθηρός χρόνος αποτυπώνεται με ένα ιδιότυπο πεσιμισμό που σμικρύνει την ομορφιά και μεγεθύνει την ασχήμια, η οποία ταυτίζεται με την απώλεια.

«Τίποτα δεν αλλάζει

μα μόνο χρόνος προχωράει μπροστά

κι εγώ έχω ζήσει εννιά ζωές

μονότονες και ίδιες».

 Ο χρόνος εδώ με τη μετρήσιμη έννοιά του, ταυτίζεται με τον Κρόνο που απειλεί να σκοτώσει και να ευνουχίσει, όντας ο ίδιος ευνουχισμένος. Γίνεται ο χώρος μεταβάσεων από το αόριστο στο οριστικό και αμετάκλητο.

«Ανθίζω, άνθισα

αγαπώ, αγάπησα

κι άλλοι αόριστοι περισσότερο συγκεκριμένοι

αραδιάζονται, σκουντουφλώντας στο ενδιάμεσο».

Απέναντι σε έναν τέτοιο χρόνο αποτρόπαιο και εχθρικό, έρχεται να λειτουργήσει αντιστικτικά  ο ονειρικός χρόνος.Και εδώ τα πράγματα αλλάζουν. Η προσωποπαγής ποίηση της Κατερίνας Φραγκάκη αρχίζει να αποκτά φιλοσοφικές και ψυχολογικές παρεκτάσεις. Η βιωματική της παλινδρόμηση στο παρελθόν, γίνεται ένας δρόμος με αινίγματα και συμβολικά στοιχεία. Διαστάσεις, μορφές και σχήματα, διαφορετικά από τα κανονικά, μετατοπίσεις και παραμορφώσεις, προσωπεία, δημιουργούν έναν ψυχικό χώρο όπου βιώνεται ο χρόνος του ονείρου. Διαβάζω:

«Του ονείρου μου ο εαυτός μπορεί να ξαναζεί

αυτά που έχει τόσο πεθυμήσει

Μπορεί να κυκλοφορεί με ρόμπα ανοικτή

και να κυλιέται στα μετάξια.

Μπορεί να κομματιάζεται χωρίς κόστος,

να κομματιάζει χωρίς τύψεις».

Αυτή η μετάβαση απ’ τον μετρήσιμο στον ονειρικό χρόνο, επιτυγχάνεται μέσω της ανάμνησης, της αντίληψης μιας εκτίμησης δυσπιστίας απέναντι στα φαινόμενα και πίστης ότι μέσα από το χρόνο της ανάμνησης μπορεί να αναγνωριστεί η αληθινή ουσία της ζωής.

Έτσι η Κατερίνα χρησιμοποιεί τη θύμηση ως ερμηνευτικό-θεραπευτικό εργαλείο για να επαναβιώσει στιγμές, τις περισσότερες φορές τραυματικές του ψυχικού παρελθόντος.

pexels-photo-2422560.jpeg

«Απόψε σε θυμήθηκα αλλιώς!

Σαν από ράγισμα τρύπωσες, ουσία τέτοια,

εξ’ ολοκλήρου  να με καταλάβει

αίφνης να με γλιτώσει

από το άγριο, το ατομικό μου χαράκωμα

κι απ’ τα πολλά μου πένθη.

Μόνο στα όνειρα είναι πια που επιτρέπεται

έστω η ζεστασιά της θύμησης

αυτών που πια έχουν φύγει».

Όλο το σώμα του «Χειρώνακτα» αποτελεί μια διαρκή βύθιση στο παρελθόν και ανάδυση στο παρόν.

Αυτή η Ηρακλείτεια περίφημη «άνω και κάτω οδός» Οι ασήμαντες καθημερινές λεπτομέρειες, τα ταξίδια, γεγονότα και πρόσωπα, βάζουν σε λειτουργία την προσωπική αναζήτηση του χαμένου καιρού και ξετυλίγουν μια ευφάνταστη τοπιογραφία. Δεν προσπαθεί να ανακαλέσει και να ανασυνθέσει νοσταλγικά το παρελθόν. Προσεγγίζει το αποτύπωμα των πραγμάτων από την τωρινή συγκυρία, βάζοντας το παρόν -παρελθόν και μέλλον σε μια διαρκή συνομιλία. Πώς όμως γίνεται αυτή η βύθιση στο παρελθόν; Eδώ θα τολμήσω να πω, με τη ματιά του Γέιτς. Aς βάλουμε σε διάλογο δυο ποιήματα για να γίνει διακριτή αυτή η συνομιλία. Διαβάζουμε από το ποίημα του

Γέιτς: «Τα ουράνια, τα μεταξωτά»

«Τα ουράνια τα μεταξωτά και χιλιοπλουμισμένα,
που ναι με μάλαμα από φως κι ασήμι δουλεμένα,
τα γαλάζια τα διάφανα και τα βαθιά βαμμένα
με φως, νύχτα και μούχρωμα, δικά μου αν τα ‘χα ωστόσο,
θα ‘θελα κάτω από τα δυο σου πόδια να τ’ απλώσω.
Μα είμαι φτωχός και δεν κατέχω τι άλλο απ’ τα όνειρά μου,
για να διαβαίνεις τ’ άπλωσα στα πόδια σου, Κυρά μου.
Πάτα αλαφρά, γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου… ».

Και τώρα διαβάζουμε από το «Χειρώναξ»  απόσπασμα από το ποίημα «Θεσσαλονίκη Χανιά»

«Κι έχω μια διάθεση να μπω μες στο χορό

προσέχοντας να μην πατήσω τα σημάδια,

μην την ποδοπατήσω τη ζωή,

το μικρό- μεγάλο τ’ αλλουνού,

το πολύτιμο ασήμαντό του».

Αυτό που διακρίνεται στην επιμονή για την ανάκληση του χαμένου, η επιστροφή, η συνομιλία με το παρελθόν, είναι στοιχεία που φωτίζουν τις αφετηρίες, ερμηνεύουν ψυχολογικά τα κίνητρα και μιλούν για την προσωπική ιστορία και τις περιπέτειες της. Η τοπιογραφία του «Χειρώνακτα» με την καταβύθιση στην ύπαρξη και το φόβο του χρόνου, στοιχειοθετεί μια νέα ποιήτρια με έντονες λυρικές εξάρσεις οι οποίες όμως γειώνονται με τις αναφορές στο παρελθόν το οποίο είναι και το μόνο με υλική διάσταση.

«Γόνατα φυτεμένα στην άμμο

Όνειρα σε θαλασσινά σεντόνια κι έκτοτε ο έρωτας μυρίζει κέδρο.

Στεγνώνει η αλμύρα μου στα λιμανάκια.

Δεν σε περιμένω!»

Έτσι τα πράγματα, τα αντικείμενα γίνονται το πρόπυλο για την είσοδο στο φαντασιακό

«Για ποιον υπήρχαν όλα αυτά τα  ρούχα στην ντουλάπα μου,

αν όχι για να ντύνω τα πεζά μου χρόνιαꓼ

Με αυτά, που στην πορεία αποδείχτηκαν άκρως τολμηρά,

ή καθόλου, πάντως ακατάλληλα για τις συγκινήσεις.

Αθώα ρούχα των πολλών εαυτών,

για να πηγαίνω στα όνειρα μου»

Σ’ αυτή την πορεία προς το φαντασιακό, ο «Χειρώναξ» ανοίγει ένα μονοπάτι ανεύρεσης της αλήθειας, γίνεται προσπάθεια μιας επανοικειοποίηση της πραγματικότητας γίνεται κέλευθος, Άλη, -η αρχαία ελληνική Άλη -δηλαδή η περιπλάνηση.

Γράφει η Κατερίνα:

«Στην περιπλάνηση μου,

την ώρα  τη ζεστή, του γινομένου μεσημεριού,

βρέθηκα ξάφνου μέσα στην αλέα

με τα κορίτσια πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες,

τις πόρτες πίσω απ’ τα κλειστά τείχη».

Και εδώ αναδεικνύεται η έννοια της φθοράς με τη μορφή ενός ιδιότυπου λυρικού πεσιμισμού.

pexels-photo-220836.jpeg
Photo by Pixabay on Pexels.com

H Κατερίνα Φραγκάκη φθείρει, αποδομεί τα πράγματα για να πραγματώσει την ώσμωση με το παρελθόν

 «Και γιατί ως γνωστόν,

το κοινό αρέσκεται σε αναίτιες θυσίες αθώων ρούχων με ψυχή.

Και απαξιώνει την φθορά».

Bεβαίως σ’ αυτό το ονειρικό ταξίδι επιστροφής στο παρελθόν που αποτελεί έξοδο κινδύνου, μια ασφαλιστική δικλείδα, το όνειρο μεταμφιέζεται, συμβολοποιείται. Κυρίαρχο νομίζω συμβολικό τέχνασμα είναι αυτό του καθρέφτη, το οποίο παραπέμπει στον Λακανικό μηχανισμό με τον οποίο αναδυόμαστε στη συνείδηση. Διαβάζω από το ποίημα «Παρεξήγηση»:

«Μια όμορφη γυναίκα με κοιτάζει μέσα από παλιά κορνίζα

κι η χτένα της αφημένη μες στη βούρτσα, κάτω απ’ το γερτό καθρέφτη.

Κοιτάζω μέσα, τίποτα».

Δεν είναι τυχαίο ότι στο ποίημα αυτό το σύμβολο του καθρέφτη σχετίζεται με αναφορές από την παιδική ηλικία. Το στάδιο του καθρέφτη αφορά στην έλλειψη και στον αποχωρισμό. Είναι το πέρασμα από το φαντασιακό στο συμβολικό. Έτσι ο καθρέφτης γίνεται εδώ το όχημα για τη συνείδηση της έλλειψης« και «η έλλειψη που κατέστρεψε την ξεγνοιασιά για πάντα». Καθώς όμως προχωράει κανείς στην ανάγνωση, παρατηρεί πως τα ποιητικά δίπολα συνομιλούν αναζητώντας αρμούς σύνδεσης. Όλα συστέλλονται και διαστέλλονται. Η απομόνωση δημιουργεί στη γέννησή της, αρμούς επανένωσης. Η απουσία λειτουργεί ως κεντρομόλος δύναμη, ενώ η παρουσία ως φυγόκεντρος.

«Κι όμως, κάθε φορά που κυοφορούσα μια λύτρωση,

επαναπροσδιόριζες την μεταξύ μας σύνδεση κι ότι

ήταν κερδισμένο,

το τέντωνες ξανά

σε απόσταση ασφάλειας».

και πιο κάτω:

«πόσο σου λείπω όταν δεν έρχομαι και σε στοιχειώνω όταν λείπω»

Σ’ αυτή τη διαλεκτική ποιητική σχέση τη σχέση θέσης αντίθεσης -σύγκρισης, η Κατερίνα περνά διαρκώς από το μέρος στο όλο και ανάποδα. Τεμαχίζει τις λαχτάρες της για να συνθέσει την ποιητική της σκέψη.

«Γιατί κι αν έχω χρόνια να σ΄ ακούσω,

έχω πάντα μια ζέστη στην καρδιά, 

άμα τη φωνή σου θυμάμαι/κι ας σουρούπωσαν τα μάτια

κι ας έγινε η ματιά σοφότερη

κι ας πλέει ο καθένας στη δική του τη νησίδα

κι ας απομακρυνόμαστε

κι ας τεμαχίσαμε τις λαχτάρες μας για να φαίνονται μικρότερες και πιο πολλές».

Κοιτάζοντας το ποιητικό υποκείμενο στον καθρέφτη αναγνωρίζει τον εαυτό του συνολικά θέτοντας έτσι τέλος στο ψυχικό βίωμα που ο Λακάν ονομάζει« φαντασίωση  του τεμαχισμένου σώματος». Εν τέλει στην ποίηση της Κατερίνας, οι λέξεις είναι νοητικά ιχνογραφήματα χρωματισμένα, συναισθηματικά χρωματισμένα. Οι λέξεις δεν κλείνουν μέσα τους απλά και μόνο παραστάσεις αλλά και συναισθήματα, συγκινήσεις. Παραστάσεις εμβαπτισμένες με συναίσθημα και συγκίνηση. Η επιθυμία στο ποιητικό σώμα του« Χειρώνακτα» γεννιέται από την έλλειψη και η έλλειψη γεννά την επιθυμία. Αυτό το ενιαίο, αδιαφοροποίητο αίσθημα διασπάται στα επιμέρους ποιήματα ή για να θυμίσουμε την μεταφορά που χρησιμοποιεί ο Βιγκότσκι το αρχέγονο σύννεφο διασπάται, υγροποιείται, σε διακεκριμένες μοναδικές σταγόνες, σε ξέχωρες λέξεις και εικόνες, ωστόσο το ενιαίο σύννεφο που γεννά τις μοναδικές σταγόνες, τις ξέχωρες ποιητικές λέξεις και εικόνες, εξακολουθεί να τις επηρεάζει. Εξακολουθούν να διατηρούν τη μνήμη της καταγωγής τους, την ανάμνηση της χαμένης τους ενότητας, την αρχέγονη μήτρα, θυμίζοντας έτσι αυτό που η Κατερίνα αναφέρει στην «πτήση» της: «μα βρέχει κάπου κάπου στο νησί των ποιητών»

 Διαβάζω: «κόλπος και μήτρα και άβυσσος που να σε καταπίνουν

Θα  ήταν τότε, σαν γέννηση και θάνατος μαζί!»

Το συναίσθημα δεν είναι απλώς κάτι το οποίο συμβαίνει στο σώμα και η γλώσσα το καταγράφει μηχανικά, αλλά η ποιητική γλώσσα είναι χώρος στον οποίο ο ψυχισμός εγγράφει το δικό του νόημα.

«Χτίζω χαλάω, χτίζω χαλάω, γράφω γραμμές.

Ισιώνω στραβά περιθώρια».

Έτσι νομίζω μανουβράρει τα ποιητικά της ιστία η Κατερίνα Φραγκάκη, στην οποία εύχομαι καλή ποιητική πορεία και έναν ποιητικό χωροχρόνο που η ποίηση δεν θα είναι μόνο ο «ου τόπος» όπου θα στεγνώσει η ψυχή και θα χάσει δέρμα η σκέψη παραφράζοντας το ποίημα της «απλώστρας» και θα ήθελα τελειώνοντας να αφιερώσω ένα ποίημα το οποίο νομίζω βρίσκεται σε συνομιλία με τον «Χειρώνακτα».

Είναι ένα ποίημα του αγαπημένου μου Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου έναν από τους σημαντικότερους αιρετικούς ποιητές της Θεσσαλονίκης με τίτλο: «τα ερείπια της Παλμύρας»

Ερείπια της Παλμύρας

Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν.

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα
Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά, γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά – απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου. 1985. Ο δύσκολος θάνατος. Αθήνα: Νεφέλη.

*Από την ομιλία του φιλόλογου Μανόλη Τζάβλα στην παρουσίαση του βιβλίου που διοργάνωσαν οι Εκδόσεις Ραδάμανθυς στην Ιεράπετρα


Δείτε ΕΔΩ για παραγγελίες του βιβλίου

Χειρώναξ - Κατερίνα Φραγκάκη
Κατερίνα Φραγκάκη – Χειρώναξ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s