Η φιλόλογος Ρούλα Βουράκη μιλά για τη ποιητική συλλογή «Δακρυγόνες Αναμνήσεις», του Κυριάκου Στρατουδάκη (VIDEO)

Από την παρουσίαση του βιβλίου

ΔΑΚΡΥΓΟΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Λένε για τα πράγματα πως δεν είναι μόνο αυτό που φαίνονται, μερικές φορές δεν είναι καν αυτό που είναι, αλλά ‘κείνο που παρουσιάζουν. Εξαπατά ενδεχομένως τούτο, άλλες φορές πάλι είναι αυτό το ίδιο που προστατεύει και σώζει τη μνήμη και την αύρα τους αντίστοιχα. Μιλώ για τις γυναικείες μορφές, τον τρόπο που υπάρχουν και τον άλλο που απεικονίζονται, ζωγραφίζονται, τραγουδιούνται κι ασφαλώς εμπνέουν και αναβιώνονται ως ποιητική ανάμνηση ή αναμνήσεις, δακρυγόνες μερικές φορές, όπως αυτές που διάλεξε για να νοτίσει το κορίτσι στο οποίο αφιερώνει την ποιητική γραφή του, ο Κυριάκος Στρατουδάκης.

Επιτρέψτε μου να σας μεταφέρω μερικές χιλιάδες χρόνια πίσω στην εποχή των μύθων και των αοιδών, τότε που μια άλλη γυναίκα έγινε αιτία ερωτικού πάθους, αφορμή πολέμου και στίχος ραψωδίας.
«Τι θα ‘ταν η Ελένη, αν δεν περνούσε από πάνω της η πνοή του Ομήρου; αναρωτιέται ο Ν. Καζαντζάκης. Μια ωραία γυναίκα, απαντά ο ίδιος, όπως αναρίθμητες άλλες, που πέρασαν από τη γης και χάθηκαν. Στον ποιητή χρωστάει τη σωτηρία της η Ελένη, καταλήγει ο Κρητικός διανοούμενος και ποιητής… στον ποιητή χρωστάμε όλες οι γυναίκες τη συνειρμική προέκταση του εαυτού μας.

Όταν η πένα του δημιουργού προικίζει μια γυναίκα με ποιητική ζωή, δεν της χαρίζει μόνο μια θέση στο λογοτεχνικό σύμπαν, υποβάλλει για χάρη της έναν ρόλο στην ανδρική φαντασία κι έναν λόγο στη γυναικεία ευαισθησία των αναγνωστών. Να πλάθουν αυτό που αναζητούν οι άνδρες, να ταυτίζονται μ’ αυτό που ονειρεύονται οι γυναίκες. Έτσι η λογοτεχνία από έργο δημιουργίας γίνεται υπόθεση ζωής, η ποίηση των στιγμών που μας συναντούν οι αισθήσεις, νιώθουμε, διαισθανόμαστε και με όλα γύρω μας ερωτευόμαστε.

Εκεί που σε βρίσκει η ποίηση…. μας θυμίζει ο 94χρονος εν ζωή ποιητής μας, Τίτος Πατρίκιος. Κι αν ήταν στη θέση μου απόψε, θα συμβούλευε, νομίζω, τον Κυριάκο. Θα βλέπαμε έτσι πώς γεφυρώνεται το χάσμα των ηλικιών σε μια συνεχή, αδιόρατη, άχρονη κι ενιαία ποιητική πορεία με στίχους σαν αυτούς :
«Ό,τι κι αν λέμε, ό,τι κι αν κάνουμε/ ό,τι κι αν σιωπηλά ή φωναχτά αναψηλαφούμε/ κάποιοι άλλοι, μικρά παιδιά ακόμα/ θα ζήσουν τα ιδια
χιλιοειπωμένα βάσανα/ τις ίδιες απρόσμενες χαρές, θα προσπαθήσουν/ ν’ ανοίξουν καινούργιους δρόμους, ξεκινώντας όμως/ από έναν που δεν διαφέρει και πολύ απ’ τον δικό μας/ κάποτε αλλάζοντας, κάποτε ταλαιπωρώντας/ κάποτε ομορφαίνοντας τη ζωή,/ ζωή με χίλια πρόσωπα, ζωή μοναδική/, ζωή δική μας και των άλλων».

Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο πριν από ένα χρόνο περίπου, στις 21 Μαΐου 2020. Βρίσκεται στην τελευταία ποιητική συλλογή του Τίτου Πατρίκιου, «Ο δρόμος και πάλι» . Δημοσιεύτηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο και ένιωσα να αγκαλιάζει παραμυθητικά τις Δακρυγόνες Αναμνήσεις του Κυριάκου. Σκέφτηκα,λοιπόν, ότι αξίζει να συναντηθούν σε τούτη εδώ την παρουσίαση , σαν μια ευγενή πρόθεση αναγνώρισης και παραίνεσης του πρεσβύτερου προς τον νεότερο ποιητή.

Κρατώ το βιβλίο του Κυριάκου Στρατουδάκη στα χέρια μου, στη μικρή φόρμα μοντέρνου τύπου που αναδίδει κάτι από τα ιαπωνικά κομψοτεχνήματα της δυναστείας των Μινκ. Με κερδίζει το επιμελημένο φωτογραφικό αποτύπωμα της Εύας Καπετανάκη στο ασπρόμαυρο εξώφυλλο. Ένα ακόμα ποίημα, θα χαρακτήριζα το καλλιτεχνικό αυτό εξώφυλλο, το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής που ρομαντικά υποδέχεται και υποβλητικά εικονοποιεί την ατμόσφαιρα των Δακρυγόνων Αναμνήσεων.

Ξεφυλλίζω για δεύτερη φορά, μετά από την πρώτη περιδιάβαση το βιβλίο των αναμνήσεων του Κυριάκου. Στο μυαλό μου ξεπηδούν οι δεκαεπτά συλλαβές του χαϊκού ενός άλλου ωραίου ποιητή της πόλης μας. Βαγγέλης Ρούσσος λέγεται, και συστεγάζεται με τον Κυριάκο στις εκδόσεις Ραδάμανθυς του Χρήστου Τσαντή που τιμά την πόλη μας.
«παλιό βιβλίο
όπως το ξεφυλλίζω
με ξεφλουδίζει»

Αυτό ακριβώς, σκέφτομαι, είναι η πυκνωμένη αλήθεια της βιωματικής γραφής ενός συγγραφικού εγχειρήματος. Να οικειοποιείται ο αναγνώστης αυτό που βιώνει το υποκείμενο της γραφής, να νιώθει πως δεν διαβάζει μονάχα εκείνος το βιβλίο, αλλά και ότι το ίδιο διαβάζει επίσης αυτόν . Τον μετρά και τον ζυγίζει, τον γνωρίζει και τον αναγνωρίζει ή απλώς τον ξεφλουδίζει, ώσπου να τον ανακαλύψει και ευρηματικά τον ξεδιπλώσει. Και είναι πραγματικά όμορφη, μαγευτική θα ’λεγε κανείς τούτη η πνευματική διάδραση του συγγραφέα – ποιητή με τον αναγνώστη του, με τον καθένα από εμάς: σού κρατά συντροφιά κάτι «θλιμμένες Κυριακές», δίνει πνοή σε «μισοπεθαμένα απογεύματα», σού προσφέρει ένα ποτηράκι απ’ το ποτό της «Νοσταλγίας» και δεν διστάζει να σε χτυπήσει με «αδέσποτες σφαίρες» , πριν ξετυλίξει μαζί σου μια – μια τις «αναμνήσεις» που χάραξαν δακρυγόνα το βιβλίο ενός άλλου, μα στην ουσία, αισθάνεσαι πως πάντοτε δικές σου ήταν.

Αυτοί ήταν μερικοί από τους τίτλους των ποιητικών στιγμών που κοσμούν τις «Δακρυγόνες Αναμνήσεις». Διαλέγω εκείνη που πριμοδοτεί τη μνήμη, την ανθρωποποιεί, της δίνει ψυχή και την κάνει ζώσα ως δημιουργική προέκταση και αναπλαστική μαζί μιας υπαρκτής στιγμής, τόσο ζωντανής όσο κάθε άλλη να μοιάζει μονάχα φάντασμα.

«Οι αναμνήσεις δεν έχουν μπέσα.
Μαχαιρώνουν το παρόν πισώπλατα.
Καταλαμβάνουν το μυαλό βίαια,
προκειμένου να σε πείσουν ότι ζουν.
Μα δε ζουν.
Έζησαν κάποτε, ως στιγμές.
Πλέον, υπάρχουν μόνο σαν αναμνήσεις».

Όση ώρα μετέφερα τους στίχους αυτούς από το βιβλίο στο χαρτί, στο ραδιόφωνο ο αγαπημένος μου σταθμός έπαιζε τις «στιγμές» του Ν. Παπάζογλου. Είναι κάτι στιγμές/, ερμήνευε ο γνωστός τραγουδοποιός, τρυφερές και λεπτές/, σαν κλωστές τυλιγμένες σ’ αδράχτι/, σε γυρνούν απαλά,/σε μεθούν σιωπηρά, / σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι.

Δεν μπορεί, σκέφτομαι, μια γλυκιά εκλεκτική συνωμοσία συνέχει αρμονικά την ποίηση της γραφής και την άλλη της μελωδίας υποβάλλοντας το αίσθημα που χαρίζει στην ανάγνωση αισθαντικότητα και μέσα μας εγγράφεται, αναγνωστικά, ως μνήμη της καρδιάς. Η μικρή μάλιστα μοντέρνα φόρμα τύπου βιβλίο – μινιατούρα που χωρά στο μέγεθος της παλάμης ευνοεί και διευκολύνει αυτήν την εγγραφή.

Τα ζεύγη ποιητικών στιγμών που κοσμούν τη μεικτού τύπου ανθολογία των «Δακρυγόνων Αναμνήσεων» παίρνουν το καθένα με τη σειρά του τη θέση που του αναλογεί στο σημείο τομής του νου και της καρδιάς. Εκεί που γεννιούνται τα συναισθήματα των εξωτερικών ερεθισμάτων και αναπλάθονται ως φαντασία της μνήμης για να μορφοποιηθούν ακολούθως σε αναμνήσεις. Ο Κυριάκος έδωσε διπλή μορφή στις δικές του αναμνήσεις: τις έβαλε να συνομιλούν αντικριστά η στιχουργική με την πεζολογική εκδοχή της, στην αριστερή σελίδα η πρώτη, στη δεξιά η δεύτερη.

Ένας ρυθμός ιδιότυπα εσωτερικός και αυθεντικός, ως πρωτόλειο σκίρτημα διαπερνά και συνέχει με γλωσσική αμεσότητα την ερωτική ιστορία που ξετυλίγει τον μίτο των Δακρυγόνων Αναμνήσεων. Δύο νέοι που ζουν τα νιάτα και την έμπνευσή τους, ένα βίωμα ρομαντικό κι ένα ζευγάρι δυνάμει ερωτικό στις πολλαπλές αναγνώσεις του βιβλίου.

Ο χρόνος της μνήμης που γυρίζει πίσω την ταινία της γραφής εκτείνεται σε δύο βαθμίδες, το σύγχρονο που αρχίζει με την τέλεση της πράξης και το υστερόχρονο που αποκτά ζωντανή διάρκεια στους κύκλους της ανάκλησης. Κι ενώ ο Ενεστώτας ως γραμματική επιλογή θα έπρεπε να βρίσκεται στην πρώτη βαθμίδα, εδώ ευφάνταστα καταλαμβάνει τη δεύτερη, για να δηλώσει εμφατικά τη ζώσα μνήμη
Τα δάκρυά – σου- ….
Το «αντίο».
Αυτά επέλεξα να θυμάμαι από εσένα.
Η εξήγηση που ακολουθεί στο πεζό απόσπασμα της δεξιάς σελίδας δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα, Κυριάκο Στρατουδάκη, να τεκμηριώσει εξομολογητικά τους στίχους του:
«Οι στιγμές , μάς λέει , που επιλέγουμε να κρατήσουμε από έναν άνθρωπο και από τη σχέση μας μαζί του, αποτελούν τη ζώσα μνήμη εκείνου, εντός μας. Είναι στιγμές που θα υπάρχουν για πάντα σε μια γωνιά της καρδιάς μας, επειδή κάποτε, την έκαναν να χτυπήσει λίγο πιο γρήγορα. Εκείνο το βράδυ, ανακάλυψα τη δική σου ζώσα μνήμη, εντός μου».

Επ’ αφορμή αυτού σκιαγραφώ το προφίλ των αναμνήσεων τούτης της συγγραφής, σταχυολογώντας τα κύρια γνωρίσματα που, κατά τη γνώμη μου, τις συνθέτουν.
Είναι ευγενείς με ηθική διάσταση: Αποδίδουν σεβασμό στο βίωμα και στην έμψυχη μορφή που αναπαράγουν ως μνήμη, αποκαθιστώντας την εικόνα τους ως ανάμνηση.
Είναι παράλληλα νοήμονες αναμνήσεις: Υπόκεινται σε συνειδητή επεξεργασία από το υποκείμενο της γραφής. Η αναπαράστασή τους, μάλιστα, σε λεκτική μορφή, στιχουργική και μη τους χαρίζει μια νέα ζωή, κατ’ επίγνωση διαφορετική από εκείνη των στιγμών που αναπλάθουν.
«Μα δε ζουν/ διαπιστώνει η ποιητική φωνή στο ομότιτλο ποίημα, Έζησαν κάποτε ως στιγμές. / Πλέον υπάρχουν μόνο ως αναμνήσεις./
Και, ασφαλώς, είναι ψυχογενείς και ψυχοφθόρες αναμνήσεις: Περιβάλλονται με συναίσθημα, εξ’ ου και δακρυγόνες. Σε κάθε περίπτωση είναι καθοδηγούμενες, κατευθυνόμενες από την πένα της γραφής που τις διεκδικεί και τις προστατεύει ως ζώσα μνήμη, δεν τις αφήνει ασύνειδα να προκύψουν. Ακόμα κι όταν δηλώνεται ότι εκείνες πολιορκούν, στην πραγματικότητα το ίδιο το υποκείμενο της γραφής υποσυνείδητα υπαγορεύει , για χάρη του , να το κάνουν.

«Δραπετεύω από το παρόν με κάθε ευκαιρία. / Γυρίζω σε σένα./ Αγνή, ανόθευτη νοσταλγία./ αποκαλύπτει στο ομώνυμο ποίημα.

Με την επιλογή αυτής της στάσης, νοσταλγός κατά βούληση και οδηγός των αναμνήσεών του, ο δημιουργός υπογράφει τα ποιήματά του ως γνήσια αρρενωπή γραφή. Και δικαιούται αυτόν τον χαρακτηρισμό, διότι ως νεαρός άντρας τιμά τον έρωτα που έζησε κι ως ωραίος ποιητής τού χαρίζει μια θέση στην ποίηση του λόγου. Κι έναν λόγο, επίσης, να υπάρχει στη μνήμη της καρδιάς, με αντρική τιμή και πάλι στον τρόπο που διαχειρίζεται τη θλίψη της απώλειας, διότι δεν φοβάται να τσαλακωθεί, ούτε ζητάει να κρυφτεί πίσω από τη γρανιτένια ρήση: «Οι άντρες δεν κλαίνε».

Αυτή είναι η αλήθεια και μαζί η αυθεντικότητα της γραφής και του υποκειμένου της που σαν δίδυμο αρμονικό θα αγαπηθούν πολύ από το γυναικείο και όχι μόνο φιλαναγνωστικό κοινό. Κι ο λόγος είναι ένας και απλός: Έχουν την αμεσότητα που προδίδει η αγνότητα της ηλικίας και η καθαρότητα του συναισθήματος που τη συναρπάζει. Γιατί, αν υπάρχει πράγματι, κάτι που μπορεί να μάς διδάξει τούτη εδώ η εποχή κι οι νέοι της είναι η ανυπόκριτη στάση τους σε πρόσωπα και πράγματα: να είσαι όπως είσαι και να διατηρείς αυτό που είσαι, μακριά από αγκυλώσεις, προσποιήσεις, και δεσμεύσεις που ταλαιπωρούν και ταλανίζουν τις σχέσεις και τον έρωτα, κάτω από ένα πέπλο συμβάσεων και υποκρισίας. Να αισθάνεσαι, να κλαις και να γελάς με ό,τι σε κάνει να λέγεσαι άνθρωπος ευαίσθητος, ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, τάξη, ιδιότητα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο ποιητής μεταμορφώνεται σε αφηγητή και μας συστήνεται με διαφορετικά ρηματικά πρόσωπα μέσα από τέσσερα (4) πεζολογικού χαρακτήρα μικροκείμενα τύπου μπονσάι. Σε πρώτο πρόσωπο ανοίγει τα φύλλα της καρδιάς του για να εκμυστηρευτεί: «όταν έγραφα το συγκεκριμένο βιβλίο, είχα θέσει ως στόχο να ξορκίσω
την απώλεια»… Σχεδόν εξομολογητικά ανοίγει διάλογο μαζί μας σε δεύτερο ενικό πρόσωπο για να παραδεχτεί πως … «τον πόνο της απώλειας πρέπει να τον βιώσεις στο έπακρο και να προσπαθήσεις να δημιουργήσεις μόνος σου, αναλγητικά «φάρμακα». Κρατάει ασφαλώς την απαραίτητη απόσταση από εκείνον κι από εμάς, για να διαπιστώσει στο τρίτο ενικό πρόσωπο ότι «το μόνο πραγματικό αντίδοτο στην απώλεια, είναι η παρουσία», πριν μας ενώσει τρυφερά τριγύρω του σ’ αυτό το υπέροχο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που ακόμα κι αν δεν μάς εκφράζει, νιώθουμε τουλάχιστον να μας αγκαλιάζει τόσο, ώστε για μια στιγμή να συλλογιστούμε: «Είναι γεγονός ότι, κατά μείζονα λόγο, γράφουμε για εκείνο που μας λείπει».

Και κάπως έτσι η καθολική τούτη παραδοχή πριμοδοτεί την έμπνευση στο ομώνυμο κείμενο από τα τέσσερα. Aυτό που αποδομεί την έννοια κι από ειδικό ευγενές προνόμιο των λίγων, την αναγνωρίζει ως φυσικό δικαίωμα των πολλών «Πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος που γράφει, δικαιούται στη ζωή του γύρω στις δέκα «άγριες» εμπνεύσεις». Με αυτήν την πεποίθηση ως κρίση αξιολογική ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής – σχολιαστής πάνω στο όχημα της πένας του Κυριάκου επιχειρεί, παρά το νεαρό της ηλικίας του, ένα αναδρομικό ταξίδι μερικές δεκαετίες πίσω για να συμπορευτεί με το συλλογικό όνειρο της πρώτης μεταπολιτευτικής γενιάς του ’70.

Είναι μια ανθρωπολογική προσέγγιση του όρου, θυμοσοφικού χαρακτήρα που μετράει την έμπνευση στο ανάστημα κάθε άνθρωπου συμβατά προς τη φύση του και τις ψυχικές διεργασίες του θυμικού του για τον ίδιο και τους άλλους και μέσα από αυτούς.
Κι όπως κάθε δικαίωμα φυσικό που αξιώνεται στον εκφραστή του , έτσι και στην έμπνευση δικαιούται ο καθένας, όμως εκείνος που σέβεται και ξέρει, γνωρίζει και τον τρόπο να το κάνει όσο το δυνατόν καλύτερα… «Θέλει θάρρος, λέει ο Κυριάκος, για να γράψεις κάτι καλό και άρτιο,… πρέπει να παλέψεις για να φτάσεις στο αποτέλεσμα που επιθυμείς».
Έτσι από υπερτιμημένο τάλαντο η έμπνευση, θέλει να πει ο αφηγητής, γίνεται σεμνό αγώνισμα υψηλής ευαισθησίας ταπεινού εργάτη της γραφής «σκάει στο κεφάλι σαν πυροτέχνημα» , μάς υποβάλλει με την υπέροχη αυτή ηχητική παρομοίωση η συγγραφική πένα, «όμως για να μετουσιωθεί σε κάτι ολοκληρωμένο, απαιτεί σκληρή δουλειά», μάς επαναφέρει ρεαλιστικά αμέσως μετά. Μοιάζει με μάχη, αλλά απαιτεί ψυχή διαπιστώνει παρακάτω η ίδια αφηγηματική φωνή η οποία μεταγλωττίζοντας την έμπνευση μιλά για έναν μηχανισμό αυτοάμυνας που έδωσε την εντολή στο υποκείμενο της γραφής να γράψει για να κατευνάσει τις αναμνήσεις του.

Γι αυτή λοιπόν την όμορφη και μαγική στιγμή της δημιουργίας, επιτρέψτε μου να σας μεταφέρω συνειρμικά αρκετά πίσω στον χώρο και στον χρόνο. Προσγείωση ομαλή στο Μπουένος Άιρες, φθινόπωρο του 1934, μπαίνουμε στην αίθουσα όπου δίνει διάλεξη ο Λόρκα. Μιλά για την έμπνευση και της δίνει το όνομα Ντουέντε . Είναι, λέει μια δύναμη κι όχι μια λειτουργία, μια πάλη κι όχι μια αφηρημένη έννοια, δεν είναι μια ικανότητα, αλλά αληθινή μορφή, αίμα, αρχαία κουλτούρα, είναι σκοτεινό κι ολότρεμο το ντουέντε, έχει πηδήσει από τους μυστηριακούς Έλληνες κι είναι απόγονος του εύθυμου δαίμονα του Σωκράτη. Κάθε σκαλί που ανεβαίνει ένας άνθρωπος, ή όπως θα ‘λεγε ο Νίτσε, ένας καλλιτέχνης, στον πύργο της τελείωσής του γίνεται ύστερα από σκληρή μάχη μ’ ένα ντουέντε. Όχι μ’ έναν άγγελο όπως έχουν πει, ούτε με μια μούσα. Ο άγγελος και η μούσα έρχονται απ’ έξω. Ο άγγελος χαρίζει ακτινοβολία, η μούσα δίνει μορφές. Το ντουέντε πρέπει να ξυπνάει μέσα στα ίδια τα κύτταρα του αίματος.

Νιώθω, καθώς τα γράφω αυτά, σαν να έχω πάρει απ’ το χέρι τον Κυριάκο και οι δυο μαζί ακροατές στη διάλεξη του Λόρκα. Βγαίνοντας έξω τον ακούω να μού ψιθυρίζει αυτό που διαβάζω κρατώντας το βιβλίο του στα χέρια μου «Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε μια «άγρια» έμπνευση για μένα. Δεν είχα σκοπό να το γράψω. Προέκυψε. Ήταν λες και δεν ήλεγχα εγώ το χέρι μου». Είναι αυτή η άγρια κι όχι ήρεμη, αλλά εμμονική δύναμη που σηματοδοτεί τους πρώτους στίχους του εναρκτήριου και ομώνυμου της συλλογής ποιήματος «Είμαι έρμαιο στις ορέξεις της μνήμης μου/. Είναι εμμονική. / Με σέρνει βίαια και σε ανύποπτο χρόνο, / σε συγκεκριμένες στιγμές του παρελθόντος,/».

Θα μπορούσα στο σημείο αυτό να μιλήσω για αυτές τις περιβόητες εκλεκτικές συγγένειες όχι μόνο συγγραφικές, αλλά και βιολογικές που συγκοινωνούν αρχέγονα το κρητικό με το λατινοαμερικάνικο αίμα. Τα μεταφέρω,ωστόσο, χρονικά για μια ειδικότερη προσέγγιση επ’ αφορμή, πιθανόν, ενός νέου συγγραφικού εγχειρήματος του Κυριάκου με την ευρύτερη ιδιότητα του ίδιου ως αφηγητή που περιλαμβάνει και τον ποιητή. Δεν τον αποκλείει, όπως σπεύδει να μας προκαταβάλλει ο ίδιος δηλώνοντας πως είναι αφηγητής και όχι ποιητής.

Βάζω ν’ ακούσω τον Νίκο Παπάζογλου σε στίχους Λάζαρου Ανδρέου «Εγώ δεν είμαι ποιητής είμαι στιχάκι / είμαι στιχάκι της στιγμής/ πάνω σε τοίχο φυλακής/ και σε παγκάκι / Με τραγουδάνε οι τρελοί και οι αλήτες / καταραμένη είμαι φυλή / με μιαν εξόριστη ψυχή / σ’ άλλους πλανήτες/

Χαμηλώνω τη μουσική και επιστρέφω στο βιβλίο και στη φωνή του αφηγητή «δε θεωρώ τον εαυτό μου ποιητή … Γουστάρω να λέω ιστορίες. Είτε μέσα από στίχους τραγουδιών, είτε μέσα από ποιήματα, είτε μέσα από ένα μυθιστόρημα, εγώ, θα συνεχίσω να λέω ιστορίες». Αυτό λέω κι εγώ, και συμφωνώ με την αφηγηματική φωνή. Η ποίηση είναι αίσθηση, εμφορείται κι ενυπάρχει, δεν είναι τίτλος, ούτε ταυτότητα που φοριέται. Αφαιρώ λοιπόν τον τίτλο του αφηγήματος «Είμαι αφηγητής, όχι ποιητής» και αφήνω να κυλήσει η φλέβα του ποιητή που είδα να ρέει σε τούτες τις λιγοστές, αλλά ουσιαστικές γραμμές της βιωματικής γραφής που μας προσφέρει .

Θα ‘λεγα μάλιστα ότι τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη τούτη η συνταγή καλλιεργημένου λόγου είναι λιτά, σεμνά, μα και μελίρρυτα ποιητικά. Συλλαβή τη συλλαβή, λέξη τη λέξη κάθε γραμματοσειρά και στίχος ποιεί αισθήματα και δράση στις στιγμές, χτίζει σκηνικά και ζωγραφίζει τοπία και εικόνες, όχι μόνο στην κατεξοχήν ερωτογενή εστία του Ενετικού λιμανιού της πόλης μας, αλλά και στην τρυφερή πλευρά της ψυχής κάθε αναγνώστριας και αναγνώστη…

Με σύμμαχο την ευαισθησία των τελευταίων που είναι κάτι περισσότερο από τη ρομαντική διάθεσή τους, η ποίηση που τους προσφέρεται χαμηλόφωνα είναι όσο πρέπει υπαινικτική: Υποψιάζει, δεν δηλώνει. Αισθητοποιεί σημειολογικά με μεταφορές και σύμβολα, δεν αποκρυπτογραφεί, ούτε αποκαλύπτει. Σέβεται τη σιωπή, τη ραγίζει, δεν τη σπάει.
Σε ένα μπαλκόνι, με μάρτυρα τον ετοιμόρροπο ήλιο, μας εξομολογείται, έχουν ειπωθεί τα μεγαλύτερα σ’ αγαπώ./ Ήταν η μόνη στιγμή που ράγιζε τη σιωπή./ Δεν την έσπαγε./ Εκείνο το σ’ αγαπώ, ήταν ψιθυριστό./

Κρατώ αυτόν τον τελευταίο στίχο βαθιά μες στην ψυχή μου και, ως απάντηση στην σιωπή του, προσφέρω μερικούς άλλους στίχους που γράφτηκαν για έναν ,επίσης νέο ποιητή, όπως τον Κυριάκο…με την ευχή να ζουν οι ποιητές και ο Κυριάκος την έμπνευσή τους και να ακούν ζωογόνα τη σιωπή τους.

Μέσα στους κήπους
Πρέπει να διασχίσουμε ξανά τη σιωπή
πρέπει ξανά παράφορη αγάπη να ορκιστούμε
να συνεχίσουμε μονάχοι την παράσταση
πρέπει να πιούμε απ’ την αρχή όλο το πέλαγος
και με δικά μας έξοδα να προχωρήσουμε
φωνάζοντας απελπισμένα ονόματα
στη νύχτα, στη σιγή, μέσα στους κήπους, στον αέρα

καρπολύπη, πυρασθένη,
φυγονόη, κραυγαλή, ευρυελία

πρέπει ακόμη μια φορά ν’ ανέβουμε στα κάστρα
ν’ ανατινάξουμε το σήμερα
και να σκορπίσει άστρα.

(από τη συλλογή του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, Γράμματα σε έναν πολύ νέο ποιητή, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ)

Επιμέλεια κριτικού σημειώματος
Βουράκη Ρούλα
Φιλόλογος,
Υπεύθυνη της Τοπικής Επιτροπής Χανίων της Διεθνούς Εταιρίας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (ΔΕΦΝΚ)


Δείτε ΕΔΩ για παραγγελίες του βιβλίου

ή καλέστε στο 6983 091058

Εκδόσεις Ραδάμανθυς
Φωτογραφία εξωφύλλου: Εύα Καπετανάκη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s