Έρωτας μετ’ εμποδίων – Ηρώ Πισκοπάκη

ΔΙΗΓΗΜΑ

-Βαρέθηκα να σε βλέπω μέσα από μια οθόνη. Θέλω να σε αγγίξω, θα τον σπάσω τον υπολογιστή.

-Κάνε υπομονή. Τον φάγαμε τον γάιδαρο, τελειώνει και ο Φλεβάρης.

-Μα έχω να σε δω από το καλοκαίρι. Πόσο άλλο να αντέξω; Τόσους μήνες χωρίς σεξ. Θέλω να κάνουμε σεξ κανονικό, να σε νιώσω, να με νιώσεις, πολλά ζητάω;

-Έχεις δίκιο, θα αλλάξουν τα πράγματα δεν μπορεί.

-Είναι και αυτός ο ιός του μυρμηγκοφάγου στην μέση που μ’ έχει τρελάνει. Δεν μας έφτανε η απόσταση έχουμε και την κλεισούρα και από πάνω… Όλα τα ‘χε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε.

-Θα χαζέψουμε ισχύει,όμως τι άλλο μπορούμε να κάνουμε πέρα από υπομονή;

-Όλο υπομονή, υπομονή μου λες. Πώς γίνεται να είσαι τόσο ψύχραιμος. Εμένα μου έχουν’ ανάψει τα λαμπάκια, έχω βαρέσει φλάντζα, που λένε. Είμαι στο κόκκινο,οριακά να βαρέσω άνθρωπο.

-Προσπαθώ να σε ηρεμήσω και τα ακούω και από πάνω; Δεν παλεύεσαι, κλείνω!

Είδα την ένδειξη, «dimitris is offline», στην οθόνη και με έπιασε πανικός. Τον είχα εκείνη την στιγμή τόσο ανάγκη που δεν μπορούσε να φανταστεί. Έστειλα ένα μήνυμα «μου λείπεις» και τερμάτισα τον υπολογιστή μου.

Είχα σταματήσει τις πολλές επαφές με τους γύρω μου, όπως και να βλέπω ειδήσεις λόγω του κορωνοϊού, οπότε δεν ήξερα τι γινόταν στον έξω κόσμο και αυτό με έκανε να νιώθω ακόμη πιο μόνη.

Άναψα ένα τσιγάρο και κοίταξα το τασάκι απορημένη. Άραγε πότε θα τελειώσει όλο αυτό και θα τελειώσει ποτέ ή πλέον θα  το σκεφτόμαστε πριν αγκαλιάσουμε και φιλήσουμε κάποιον.

Ο χρόνος και οι μέρες περνάγανε από μπροστά μου σαν καράβι που αφήνει το λιμάνι και το  έχανα από τα μάτια μου. Μόνο μαύρες σκέψεις με συντρόφευαν, ούτε καν το Skype αφού ο Δημήτρης είχε βγει. Άνοιξα τον υπολογιστή μπας και είχε αλλάξει γνώμη. Ημουν τυχερή… Πού είχε καταντήσει η τύχη μου, να εξαρτάται από ένα πράσινο κουμπάκι σε μια εφαρμογή.

-Είσαι εκεί; του έστειλα

-Ναι εδώ είμαι, απάντησε.

-Συγνώμη για πριν

-Και ‘γω το ίδιο.

-Η μοναξιά με έχει αποσυντονίσει, δεν ξέρω πού πατάω και πού βρίσκομαι

-Μην νομίζεις, Ηρώ, και ‘γω νιώθω ότι όλα είναι στον αέρα.Δεν ξέρω τι θα γίνει και αυτό με αγχώνει πολύ, αλλά προσπαθώ να κρατάω τις ισορροπίες μου.

-Δεν θέλω άλλες ισορροπίες, Δημήτρη. Θέλω επαφή, άμεση, όχι διαδικτυακού τύπου. Είναι τραγικό για μένα.

-Έχεις δίκιο, μα πρέπει να προσαρμοστούμε.

-Να σε πάρω βιντεοκλήση να σε δω τουλάχιστον;

Είδε το μήνυμα, φαινόταν ότι είδε το μήνυμα, αλλά δεν απάντησε. Του ξανάστειλα. Το δεύτερο μήνυμα δεν στάλθηκε ποτέ. Κακός πληροφοριοδότης το Skype, όλα τα μαρτυράει. Ήξερα πότε, και αν, διάβαζα τα μηνύματα, και όταν δεν απαντούσε αμέσως, έβαζα χίλια δυο πράγματα στο μυαλό μου όπως ότι δεν νοιάζεται, ότι δεν τον ενδιαφέρει και απλά με γράφει.

Σηκώθηκα απ την καρέκλα και έκανα βόλτες μέσα στο σαλόνι. Τι να έγινε άραγε; αναρωτιόμουν. Σε άλλες περιπτώσεις θα ‘χα πάρει την τσάντα μου και θα ‘χα πάρει τους δρόμους, όμως ο κορωνοϊός περιόριζε την ελευθερία μου ακόμα περισσότερο.. Ναι, ομολογώ δεν ένιωθα ελεύθερη, αν και με τον Δημήτρη είχαμε πει απ’ την αρχή να έχουμε μια ελεύθερη σχέση. Ήμασταν και οι δύο πληγωμένοι και δεν θέλαμε να την πατήσουμε ξανά.

Είπα να διαβάσω το βιβλίο που ‘χα ξεχασμένο στο ράφι της βιβλιοθήκης εδώ και κάτι βδομάδες. Ήθελα κάτι να πιάσω, με κάτι να σχετιστώ και η μόνη μου λύση εκείνη την στιγμή ήταν το ξεφύλλισμα του βιβλίου, μιας και η απαγόρευση της κυκλοφορίες καλά κρατούσε.

Το βιβλίο αφορούσε μια γυναίκα που είχε περάσει καρκίνο μαστού και πως αυτό της άλλαξε την ζωή. Λίγο ψυχοπλακωτικό αλλά συνάμα πολύ λυτρωτικό. Κάθισα πίσω στην καρέκλα και αφουγκράστηκα τη στιγμή. Άραγε χρειάζεται κάτι τόσο συγκλονιστικό να γίνει στην ζωή μου για να δω τα πράγματα αλλιώς;

Δεν το ευχήθηκα, ούτε το απέρριψα όμως. Με συνεπήρε η ανάγνωση του για περίπου δύο ώρες.Δύο ώρες χωρίς ανασφάλεια και φόβο! Δύο ώρες χωρίς ερωτήματα όπως «είδε το μήνυμα; είναι online; θα μου απαντήσει και πότε;»

Έμεινα με το βιβλίο. Και το σημαντικότερο ήμουν παρέα με κάτι που έπιανα και αισθανόμουν. Σταμάτησα την ανάγνωση και άρχισα να επεξεργάζομαι τις σελίδες σαν να ήθελα να νιώσω την ενέργεια που έκρυβε μέσα του. Εκείνη τη στιγμή συνδεόμουν με το βιβλίο και αυτό με έκανε να νιώθω κάποια ικανοποίηση, ότι δεν σπαταλάω το χρόνο μου άσκοπα και διαδικτυακά.

Δεν κρατήθηκα παραπάνω από δυόμιση ώρες και άνοιξα πάλι τον υπολογιστή. Ξαφνικά ήρθε ειδοποίηση ότι έχω μήνυμα. Το διάβασα με ανυπομονησία.

-Ηρώ,δεν είχα ρεύμα τόσες ώρες,γι’ αυτό δεν μπορούσα να σου στείλω…

Σκέφτηκα πόσο εύκολα παρερμηνεύονται τα πράγματα μέσω το διαδικτύου. Ή μήπως ήταν απλή δικαιολογία;

Άφησα την σκέψη μου στην άκρη μαζί με το βιβλίο και απάντησα.

-Όλα καλά, δεν τρέχει τίποτα…

Ένιωθα ότι είχα γεμίσει την ώρα μου ποιοτικά, οπότε δεν με ενοχλούσε και τόσο η απουσία του. Σίγουρα κάποια άλλη δεδομένη χρονική στιγμή να είχα φρικάρει εντελώς. Είπα στον εαυτό μου να συνεχίσω την συζήτηση σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.

-Και τι κάνεις τώρα, τον ρώτησα?

-Έφαγα και θέλω να την αράξω λίγο στον καναπέ να χαλαρώσω.

Η αλήθεια ήταν ότι περίμενα άλλη απάντηση όπως ότι του έλειψα. Είχαμε δυο ώρες να μιλήσουμε και με έκανε όλο αυτό να πιστεύω ότι δεν ήμουν σημαντική για αυτόν. Άτιμο skype! Tο προσπέρασα και του έστειλα παίρνοντας την πρωτοβουλία να τον δω μέσα από την οθόνη.

-Θέλω να δω επιτέλους το πρόσωπό σου, σε λίγο θα ξεχάσω πώς είσαι. Τότε αντιλήφθηκα ότι με έπαιρνε βιντεοκλήση.. Χάρηκα όπως το παιδί όταν ξετυλίγει το χριστουγεννιάτικο δώρο του.

-Να ‘μαι λοιπόν, είπε.

-Τι καλά! Τα παιδιαρίσματά μου συνεχίζονταν….

-Μου ‘χεις λείψει, πήρα το θάρρος και του είπα. Και όταν σε βλέπω απαλύνεται κάπως αυτό το συναίσθημα, συμπλήρωσα, και χάιδεψα την οθόνη νομίζοντας ότι το χάδι θα φτάσει και στον ίδιο.

-Κι εμενα μου ‘χεις λείψει, απλά δεν κάνω σχέδια και όνειρα γιατί τα βλέπει ο Θεός και γελά, ξέρεις.

Εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω να ονειρεύομαι. Ήταν το μόνο που μου είχε απομείνει και δεν ήθελα να το χάσω και αυτό, ήδη είχα μπει σε μια διαδικασία σκέψης ότι θα τα χάσω όλα με όλη αυτήν την κατάσταση. Την δουλειά μου, το σπίτι μου, τους δικούς μου, την υγεία μου. Όλα.

-Δεν συμφωνώ, είπα με φόβο. Για μένα τα όνειρα είναι ζωή και θέλω να ζήσω πολύ ακόμα.

-Μα δεν σου πα να μην κάνεις όνειρα αλλά μην περιμένεις και πολλά αυτή την περίοδο.

Είχε ένα τρόπο μαγικό να με γειώνει κάθε φορά αν κι εγώ απ’ την φύση μου ήμουν τύπος φαντασιόπληκτος και έμοιαζα με αερικό.

-Διάβαζα ένα βιβλίο που κάπως μου άνοιξε τα μάτια.

-Κλείνω, κλείνω με παίρνουν απ την δουλειά

Ένιωσα πως τα λόγια μου πέσανε στο κενό. Και είχα τόση λαχτάρα και τόσα να του πω. Του έστειλα μια φατσούλα λυπημένη ελπίζοντας πως έτσι θα καταλάβει την κατάσταση μου εκείνη τη στιγμή.

Περίμενα με μεγάλη προσμονή να ξαναμπεί μέσα στο Skype να τα πούμε λίγο. Κοίταζα τον υπολογιστή,τον ξανακοίταζα. Τίποτα, άφαντος. Πώς μπορούσε αυτός χωρίς εμένα, ενώ εγώ δεν μπορούσα; Δεν ήθελα να του το παραδεχτώ κιόλας αλλά μου ‘χε γίνει απαραίτητος στην καθημερινότητα μου. Μαζί με αυτόν και το Skype παναθεμά το.

Όλα μοιάζαν διαφορετικά εκείνη την περίοδο που διανύαμε. Οι ανθρώπινες σχέσεις μηδαμινές, οι άμεσες επαφές  κατακρεουργημένες, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά χρεωμένα μέχρι το κούτελο. Με είχε κουράσει και η πανδημία και η cyberική σχέση που είχα με τον Δημήτρη.

Τα πράγματα δείχνανε μάταια. Το μόνο υπαρκτό η θέση στην οποία βρισκόμουν. Σε ένα ψυχικό κενό παρέα με την μοναξιά μου. Επιλογές όμως υπήρχαν. Δεν μπορούσα να δεχτώ ότι όλη μου η ζωή διαδραματιζόταν μπροστά σε μια οθόνη. Πήρα τον υπολογιστή και τον πέταξα κάτω με φόρα. Έγινε κομμάτια όπως είχε γίνει η καρδιά μου καιρό τώρα.

Ηρώ Πισκοπάκη


 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s