Ο Νικολής – Ζαφειρία Μαμάτση

Εμπνευσμένο από το βιβλίο της Χαρίκλειας Ντερμανάκη «Ιστορίες που δεν ήθελαν να μεγαλώσουν»

«Νικολή μου, ώρα σου να παντρευτείς! Η κοπελιά ευρέθηκε κι’ είναι καλή και όμορφη!
Έλα παιδί μου πίσω και λαχταράμε να σε δούμε».
Με αφορμή το σύντομο αυτό γράμμα του πατέρα του, ο Νικολής επιστρέφει από την ξενιτιά της Αμερικής, στα 22 του, εν έτη 1915.


Βρύσες Αποκορώνου, Απρίλης του 1915

Σκηνικό:

Στον οξιώστη του σπιτιού προσμένει η κυρά-Άννα το παιδί της, τον Νικολή.
Γυναίκα στρογγυλοπρόσωπη και αμυγδαλομάτα, με σκαλιστά μαλλιά, λάμπει σήμερα από χαρά μέσα στο γιορτινό της μάλλινο φόρεμα που φτάνει μέχρι τον αστράγαλο.
Με το βλέμμα καρφωμένο στο μικρό στενό, ανυπομονεί να φανεί ο Νικολής της.
Χαράματα έφυγε ο άντρας της, πήγε να υποδεχτεί το γιο τους στην πλατεία του χωριού.
Κοντεύει μεσημέρι πια.
Παραμέσα, στην αυλή του σπιτιού, κάτω από τη σκιά μιας γέρικης ελιάς, διακρίνονται επάνω στο πέτρινο τραπέζι το λαδοτύρι, τα παξιμάδια, και ο μαστραπάς, έτοιμος να ξεχειλίσει με καλό κρασί, στην υγειά του ξενιτεμένου.
Ξαφνικά, ένα ρίγος τη διαπερνά, καθώς ακούγονται από μακριά βηματισμοί που όλο και πλησιάζουν.
Δάκρυα προβάλλουν στα μάτια της τη στιγμή που ο Νικολής ανηφορίζει το μικρό στενάκι μαζί με τον πατέρα του.
Αμούστακο κοπέλι ήταν όταν έφυγε μα γύρισε άντρας πια!
Ψηλός, γεροδεμένος, με μαύρα μάτια και μαλλιά, μα με κάτασπρο δέρμα, που σε τραβά να τον κοιτάξεις!
Σωστό καμάρι μέσα στο γκρι κουστούμι του!
Τα λουστρινένια του παπούτσια, καλυμμένα από τη σκόνη της κακοστρατιάς, βαδίζουν πλάι στα στιβάνια του πατέρα του, ενός ανθρώπου καλοσυνάτου και γελαστού, με τα άσπρα γένια του και τις ρυτίδες, σημάδι ανεξίτηλο στου χρόνου τα περάσματα.
Μα λεβεντάνθρωπος! Με τη πέτσα τυλιγμένη στο κεφάλι, τη μπλε βράκα του, το γελέκι και το άσπρο πουκάμισο από μέσα, ενώ από το μάλλινο μπορντό ζωνάρι του εξέχει το μαυρομάνικο.
Λίγο πριν φτάσουν μπροστά από την σκαλιστή καμάρα, ο Νικολής αφήνει πάνω στο πεζούλι τη δερμάτινη καφετιά βαλίτσα του.
Εκεί σταματά ο πατέρας του, ενώ ο Νικολής, κάνει ένα ακόμα βήμα προς τη μάνα του, βγάζει τη ρεπούμπλικα, την κρατά στο δεξί του χέρι κι’ έπειτα πέφτει μες την αγκαλιά της.

Εκείνη τον σφιχταγκαλιάζει και του λέει:

Κυρά-Άννα: Την αναπνοιά σου ν’ ακλουθώ, στο ζάλο ν’ αποσώνω..
να σ’ ορμηνεύω στ’ όνειρο, να σ’ αποκαμαρώνω..

Κι’ εδά σιμά να σε θωρώ, αθιβολή μου πρώτη..
με αετού το πέταγμα κι’ αμέρωτη τη νιότη..

 

Ο Νικολής, με μια βραχνάδα στη φωνή και με κλειστά τα μάτια του, απαντά:

Νικολής: Οι μέρες μήνες έγιναν μες του καιρού το χέρι..
έκια που φύσα δυνατά τση παγωνιάς τ’ αγέρι..

Αμοναχό στη ξενιτιά χρόνοι οχτώ με βρήκαν..
και τα παπούτσια τα φτωχά πάλιωσαν και δαρθήκαν..

Το καλλιμέντο μάνα μου στο δρόμο μ’ απαντίχνει..
έκια που ο ζόρες σε δουλειές από μικιό με ρίχνει..

 

Η συγκίνηση της στιγμής λυγίζει το γερό πάτημα των στιβανιών του πατέρα του και με τη βοήθεια της κατσούνας του κάθεται στο πεζούλι που βρίσκεται μπροστά από τον οξιώστη, ενώ της κυρά-Άννας τα δάκρυα κυλούν κοντά στο μέρος της καρδιάς του Νικολή.
Εκεί αφήνει έναν αναστεναγμό, τη λύτρωση του καημού της, λίγο πριν το βλέμμα της συναντηθεί με το δικό του. Και λέει:

Κυρά-Άννα: Μέρα χρυσή ξημέρωσε και λούλουδα ανθίζουν..
κι’ από χαρά τα μάθια μου για χάρη σου δακρύζουν..

Κι’ ήρθε το μπλάβο τ’ ουρανού τα νέφαλα να σβήσει..
και βγήκε ήλιος λαμπερός να σε καλωσορίσει..

Ο Νικολής, αφήνει ένα φιλί πάνω στα δάκρυα της μάνας του, της δίνει το μαντήλι που έβγαλε από την αριστερή του τσέπη και αποκρίνεται:

Νικολής: Του ξένου τόπου οι πληγές που την καρδιά ματώνουν..
στη γιατρειά της αγκαλιάς το μέσα τους μερώνουν..

Αντάρες τ’ απομισεμού εδά με μιας στερεύουν..
και οι καρδιές που σμίγουνε γλεντούνε και χορεύουν..

Η Κυρά-Άννα, σκουπίζει τα δάκρυα της με το μαντήλι του Νικολή ενώ το βλέμμα της δε σταματά να τον καμαρώνει!
Στα χείλη του Νικολή χαράζεται το πολυπόθητο χαμόγελο όταν η μάνα του λέει:

Κυρά-Άννα: Απογιαγέρνει η χαρά κι’ η λεβεντιά στενάζει..
κι’ η αφεντιά σου Νικολή στο φτωχικό κοπιάζει..

Όντε σιμώνει η χαρά, μαραίνει κάθε πόνο..
κι’ η λησμονιά απλώνεται τση ξενιτιάς το δρόμο..

Του δοξαριού την όρεξη, βεγγέρα τη προσμένει..
κι’ η βιόλα που σου τάξαμε στον αργαλειό υφαίνει..

Ο Νικολής, αφήνει την αγκαλιά της μάνας του, κάνει ένα βήμα παραπέρα προς τα δεξιά, παίρνει τη βαλίτσα του από το πεζούλι, ενώ την ίδια στιγμή σηκώνεται ο πατέρας και στέκεται πλάι στη γυναίκα του.
Ο Νικολής γυρνάει την πλάτη στον φακό και περνάει πρώτος μέσα από τον οξιώστη, κρατώντας τη βαλίτσα του στο δεξί χέρι και το καπέλο του στο αριστερό.
Ακολουθούν πιασμένοι αγκαζέ οι γονείς του.
Η σκηνή τελειώνει εκεί που και οι τρεις τους στέκονται πάνω από το πέτρινο τραπέζι, στην αυλή του σπιτιού, κάτω από τη σκιά της γέρικης ελιάς.


Οξιώστης : Ο χώρος του σπιτιού, πριν από την αυλή, όπου άφηναν τα ζώα τους. Είχε οροφή.
Μαστραπάς : Μικρή μεταλλική ή πήλινη κανάτα.
Αναπνοιά : Αναπνοή
Ακλουθώ: Ακολουθώ
Ζάλο : Βήμα, περπατησιά
Αποσώνω : Φτάνω
Ορμηνεύω : Συμβουλεύω
Αποκαμαρώνω : Θαυμάζω, καμαρώνω
Σιμά : Κοντά
Θωρώ : Κοιτάζω
Αθιβολή : Κουβέντα, συζήτηση
Αμέρωτη : Άγρια
Έκια : Εκεί
Λούλουδα : Λουλούδια
Μάθια : Μάτια
Μπλάβο : Μπλε
Νέφαλα : Σύννεφα
Αμοναχός : Μοναχός, μόνος
Καλλιμέντο : Η πρόοδος, προκοπή
Ζόρες : Κίνδυνος, ζόρισμα
Αντάρα : Βροχή
Απομισεμός : Ο αποχωρισμός
Σμίγω : Συναντιέμαι
Απογιαγέρνω : Επιστρέφω
Η αφεντιά σου : Εσύ ο ίδιος
Μαυρομάνικο: Μαχαίρι με σκουρόχρωμη κεράτινη λαβή, το οποίο θεωρείται πιο λεβέντικο.
Πέτσα : Το μεγάλο μαντήλι που φορούσαν οι Κρητικοί από τα τέλη του 15ου αιώνα. Την τύλιγαν στο κεφάλι τους και άφηναν τις άκρες να πέφτουν στους ώμους μπρος και πίσω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s