Ιστορίες της θάλασσας (Β΄μέρος) – Μαίρη Βαβουράκη

Ταξιδεύοντας με πλοία που δεν υπάρχουν πια…


Κάτι τέτοιες νύχτες, που ο άνεμος λυσσομανάει έξω από τα σπίτια και χτυπάει πόρτες και βαράει πατζούρια και ρίχνει γλάστρες, δύο κυρίες έρχονται στο μυαλό μου. Πρώτα, η Κρύα Βρύση που είναι η μάνα του Ανέμου και μετά η γιαγιά η Φωτεινή, η μάνα του θείου Βαγγέλη που, όντας ναυτικός, ταξίδευε και με τέτοιους καιρούς, στις αγριεμένες θάλασσες και ανέβαζε, χωρίς να το θέλει, την πίεση της μάνας του.

Έτσι κι απόψε, αφού η σκέψη μου έκανε τη βόλτα της στα ανεμοδαρμένα σοκάκια της Κρύας Βρύσης, στάθηκε σε μια πολύ γνώριμη εικόνα, από εκείνες που δεν μπορούν να επαναληφθούν, αλλά ούτε και να ξεχαστούν. Κάτι τέτοια βράδια η γιαγιά Φωτεινή καθόταν δίπλα στη σόμπα, μπροστά από την τηλεόραση κι έπλεκε. Σε κάθε σφύριγμα του ανέμου στύλωνε με ανησυχία τ’ αφτί της, σαν να περίμενε κάτι να της πει κι αφού σιγουρευόταν πως ο βοριάς δεν είχε καμιά πληροφορία να της μεταδώσει, χαλάρωνε το τεντωμένο της κορμί, έκανε το σταυρό της κι έλεγε: «Παναγία μου Μεγαλόχαρη, βλέπε όλου του κόσμου τα παιδιά, βλέπε και το δικό μου». Ύστερα, σκούπιζε τα δακρυσμένα της μάτια και συνέχιζε το εργόχειρο. Τις περισσότερες φορές, την πειράζαμε. Ήμασταν παιδιά και δεν καταλαβαίναμε την ανησυχία της. Θεωρούσαμε πως ήταν υπερβολική έτσι όπως την κοιτάζαμε να κλαψουρίζει για τον θείο, δεν αντιλαμβανόμασταν τι σημαίνει φόβος, τι σημαίνει κίνδυνος…
Η εικόνα αυτή της γιαγιάς μου ν’ ανησυχεί για τον θείο Βαγγέλη, αντικαταστάθηκε στη σκέψη μου από την εικόνα του καθώς, μερικούς μήνες πριν, μου μιλούσε για κάποια από τα ταξίδια του. Έψαξα και βρήκα τις σημειώσεις που είχα κρατήσει και συνειδητοποίησα πως, τελικά, καθόλου υπερβολική δεν ήταν…

Στην πρώτη σελίδα του τετραδίου μου είχα σημειώσει το όνομα του πλοίου «Αριστάγγελος». Ταξίδευαν από το Νόρφο (πολεμικός ναύσταθμος) της Αμερικής για την Ισπανία και μετέφεραν Κάρβουνο. Από την Ισπανία έφευγαν, χωρίς φορτίο, και κατευθύνονταν στο seven islands, στον Καναδά. Εκεί, φόρτωναν μινεράλι και γέμιζαν πέντε αμπάρια, με 22-23 χιλιάδες τόνους, το οποίο μετέφεραν στη Βαλτιμόρη. Το πλοίο ήταν πάρα πολύ καλό, θυμόταν ο θείος, αφού διέθετε ηλεκτροτουρμπίνες, μηχανές για μεγάλα σκάφη. Όσο δυνατό ήταν το πλοίο τόσο καλός ήταν και ο καπετάνιος του. Το όνομα αυτού, Περπινάς Γιώργος, από τη Σύρο. Ήταν στη γέφυρα νύχτα μέρα, ειδικά, όταν το καλούσαν οι καιρικές συνθήκες κι απαγόρευε σε όποιον ανέβαινε στη γέφυρα να φοράει σαγιονάρες, υποδήματα που δεν φημίζονται, για την σταθερότητα τους.

Κάποτε το πλοίο άλλαξε καπετάνιο και σε ένα ταξίδι, φορτωμένοι με λιναρόσπορο, κατευθυνόμενο, από Καναδά προς Βόρεια Κορέα κινδύνεψαν να πνιγούν. Δεν έβαλαν μπουλμέδες (σιδερένιες λάμες που χωρίζουν το αμπάρι σε διαμερίσματα και βοηθούν στο να μη μετακινείται το φορτίο), έβαλαν μόνο λινάτσα στο αμπάρι. Το πλοίο έπεσε σε κυκλώνα και κάηκαν 2 κουζινέτα της μηχανής.

Ο θείος μου είχε ξαπλώσει για να κοιμηθεί, όταν άκουσε το μαραγκό να του φωνάζει να σηκωθεί. «Σήκω, γιατί βουλιάζουμε. Μπήκαν νερά στο πλοίο», επαναλάμβανε ο θείος μου τα λόγια του συναδέλφου του κι εγώ, μόνο στη σκέψη, κυριεύτηκα από τέτοια απελπισία που άρχισα να κοιτάζω γύρω μου, για να βεβαιωθώ πως εξακολουθώ να βρίσκομαι στο μπαλκόνι του σπιτιού του και πως δεν υπάρχει νερό ούτε σε ποτήρι. Έτσι μόνο ηρέμησα. Ε, δεν είμαι και ο πιο γενναίος άνθρωπος του κόσμου, το παραδέχομαι, ειδικά, όταν πρόκειται για το υγρό στοιχείο. Εξέπεμψαν σήματα S.O.S και με τη βοήθεια ενός αγγλικού πλοίου που βρέθηκε κοντά τους σε απόσταση μισού μιλίου, και τ’ αεροπλάνα της αμερικανικής ακτοπλοΐας που τους πλησίασαν και τους συμβούλεψαν ν’ ανάψουν τα φώτα και να μη σβήσουν τη μηχανή, άραξαν στο Σαν Φραντσίσκο. Εκεί, η αστυνομία του περιβάλλοντος έγραψε το καράβι, επειδή η μηχανή του κάπνιζε μαύρους καπνούς και μόλυνε τον ουρανό. «Οι νόμοι είναι νόμοι», είπε ο Βαγγέλης, «απρόσωποι κι αναίσθητοι». Το νόμο δεν τον ενδιαφέρει η βλάβη ούτε η καταπονημένη ψυχολογία των σεσωσμένων ναυτικών…
Από τον «Αριστάγγελο» ο θείος έφυγε στις 30 Δεκεμβρίου κι ήρθε στο Ηράκλειο να κάνει έκπληξη στην Φωτεινή, τη μάνα του, η οποία κοιμόταν και ξυπνούσε με τη σκέψη του παιδιού της που θαλασσοδερνόταν…

Το επόμενο πλοίο ήταν ο «Ταξιάρχης». Με αυτό ταξίδευαν ως το Μπαγκλαντές και ήταν τόσο παλιό που «πήγαινε και δεν πήγαινε», είχε τονίσει ο θείος, κι εγώ το είχα σημειώσει. Όταν έφτασαν έξω από το Πακιστάν έριξαν άγκυρα και περίμεναν να έρθει πιλότος, για να τους καθοδηγήσει να μπουν στο λιμάνι. «Τα ρεύματα, όμως, έξω από το Πακιστάν, ήταν τόσα πολλά που ο πιλότος πνίγηκε», είπε ο θείος με μια πολύ σοβαρή έκφραση, ενώ εγώ θυμάμαι είχα πάθει σοκ. Ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα ν’ ακούσω. Πόσο εύκολος είναι ο θάνατος κάποιες φορές!

Μετά από κείνο το ταξίδι, ο «Ταξιάρχης» πήγε για παλιοσίδερα. Όχι μόνο δεν ταξίδεψε ξανά, αλλά και μέσα σε 2-3 μέρες αφανίστηκε. Τόσες χρειάζονταν σύμφωνα με τις πληροφορίες του θείου, για να τα κομματιάσουν, να κρατήσουν ό, τι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και να πετάξουν ό, τι ήταν άχρηστο…

Το τελευταίο πλοίο των σημειώσεων μου ήταν ο «Άθλος του Περατικού». Με αυτό το πλοίο έκαναν τη διαδρομή Αυστραλία- Κίνα. Από Σύδνεϋ φόρτωναν σιτάρι και μέχρι να φτάσουν στην Κίνα, μέσα σε 16 μέρες – αναλόγως την ταχύτητα που ανέπτυσσαν – περνούσαν από 3 διαφορετικά κλίματα. Άφηναν την καλοκαιρινή Αυστραλία, περνούσαν από τον Ισημερινό, όπου το κλίμα είναι τροπικό – «Στα νησιά του Σολομώντα είναι 0 πλάτος, βρέχει κάθε 10 λεπτά, αλλά η θάλασσα είναι λάδι», εξήγησε ο θείος στην άσχετη κι αταξίδευτη ανιψιά του – κι έφταναν στην Κίνα όπου τους περίμενε ένας βαρύς Χειμώνας.

Πάγος σχηματιζόταν πάνω από τα νερά του λιμανιού και, για να περάσει το πλοίο τους, προηγούνταν ένα άλλο πλοίο που έσπαγε τον πάγο δημιουργώντας δίοδο. Ήταν τόσο χαμηλή η θερμοκρασία που ο πάγος σχηματιζόταν σχεδόν αμέσως μετά την διέλευση του πλοίου, καλύπτοντας ξανά τα νερά.

Ο θείος στάθηκε αναποφάσιστος για μερικά δευτερόλεπτα. Δεν ήξερε, αν ήθελε να αναφερθεί στο περιστατικό, αλλά τελικά αποφάσισε να μην το παραλείψει και μου μίλησε για τον φίλο του τον Μιχάλη Κοντάρη (αν άκουσα καλά) από τη Σύρο.

«Είχε τελειώσει η βάρδια του», είπε ο θείος «κι έπρεπε να πάει να κοιμηθεί, γιατί το βράδυ θα ήταν εκείνος ο φύλακας του πλοίου». Τελευταία στιγμή, αντί να πάει στο κρεβάτι του αποφάσισε να τους βοηθήσει να λύσουν τις βάρκες. Ο θείος παρατήρησε πως ενώ ήταν, γενικά πολύ καθαρός, άφησε το πορτοκάλι που είχε καθαρίσει πάνω στον πάγκο της κουζίνας, έκανε μια άλλη δουλειά και μετά το πήρε και το έφαγε, πράγμα που δεν έκανε ποτέ. Ανέβηκε πάνω μαζί με τους υπόλοιπους κι άρχισε να λύνει βιαστικά τη βάρκα χωρίς ν’ ακολουθεί τους κανόνες ασφαλείας (τους οποίους μου εξήγησε ο θείος, αλλά δεν κατάλαβα). Ίσως βιαζόταν να τελειώσει για να πάει να κοιμηθεί, ίσως το μυαλό του απασχολούσε κάποια σκέψη που δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί.

Προσπάθησε να χωρέσει το σώμα του ανάμεσα στο κάγκελο και τη βάρκα, αλλά δεν χωρούσε. Έχασε την ισορροπία του κι έπεσε στη θάλασσα. Ο θείος μου ήταν κοντά και τον είδε να σπάει την κρούστα πάγου και να τον καταπίνει το νερό. Καθώς τον κοίταζαν να παλεύει με το νερό φώναζαν πανικόβλητοι: «άνθρωπος στη θάλασσα», μα πολύ σύντομα πάγος σχηματίστηκε από πάνω του και τον κάλυψε. Όλη μέρα έψαχναν το σώμα του, μα δεν το βρήκαν ποτέ. «Μέχρι που έφυγα, από κείνο το πλοίο», είπε με θλίψη ο θείος Βαγγέλη, «δεν θυμάμαι να ξαναγέλασε κανένας μας»…

Δεν είχε άδικο η γιαγιά μου, που κάτι τέτοιες νύχτες θερμοπαρακαλούσε την Παναγία να προσέχει τα παιδιά όλου του κόσμου και το δικό της και που έταζε τάματα στο Θεό και στους Αγίους του. Προφανώς τόση ήταν η ένταση της προσευχής της και τόση η πίστη της, που η Παναγία της έκανε το χατίρι να τον πάρει υπό την προστασία της και να μην τον αφήνει απροστάτευτο, ακόμα και τώρα που δεν ταξιδεύει πια…

Έκλεισα το τετράδιο μου. Τα γράμματα, τα σχεδιασμένα πάνω στο χαρτί τέλειωσαν, μα οι σκέψεις δεν τελειώνουν ποτέ…

Photo by Rodolfo Clix on Pexels.com

Μια τέτοια ανεμοδαρμένη νύχτα, μεταξύ άλλων, το μυαλό μου έριξε άγκυρα και σ’ εκείνα τα πλοία που όργωσαν τους ωκεανούς, που τόσα δρομολόγια έκαναν και δεν υπάρχουν πια. Υπάρχει το όνομα τους, μα κι αυτό είναι ένα «άδειο πουκάμισο». Ανέτρεξα σε κάτι άλλες σημειώσεις που είχα κρατήσει από το βιβλίο του Φ.Κόντογλου και διάβασα: «Σε κάτι λίγα λιμάνια βρίσκεται πού και πού κανένα σκαρί ιδιότροπο κι εκείνο, παρατημένο σε καμμιάν άκρη, τις πιο πολλές φορές ξυλάρμενο, γέρικο με σκουριασμένα σίδερα, με γδαρμένα μαδέρια, με ξεπατωμένη κουβέρτα λες και σε κοιτάζει με τα γέρικα μάτια του, τα όκια (τρύπες που βγαίνει η αλυσίδα της άγκυρας), που τρέχει η σκουριά σαν την τσίμπλα. Αν δεν ζήσει κανένας απάνου σε καράβι, δεν μπορεί να καταλάβει ποτέ τον καημό του και το μυστήριο του».

Κι αφού τέλειωσα την ανάγνωση, σε μια νέα στροφή του νου κατέληξα στο συμπέρασμα πως τα πλοία αυτά όσο υπάρχουν οι ναυτικοί που τα «καβάλησαν», για να αρμενίσουν πάνω τους τις θάλασσες του κόσμου, δε θα αφανιστούν. Δε θα αφανιστούν, γιατί ακόμα μπορούν να μεταφέρουν ανθρώπους στα πέρατα της γης, σε μέρη που δεν έχουν πάει ποτέ. Όχι, αυτά τα πλοία δεν άραξαν, δε θ’ αράξουν ποτέ. Κάποτε, όσο βρίσκονταν «εν ζωή» ταξίδευαν τα κορμιά, σήμερα, όντας νεκρά, ταξιδεύουν το νου…

Ο Θεός να προστατεύει τους ναυτικούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και ν’ ακούει τις προσευχές των μανάδων τους και όλων αυτών που τους αγαπούν κι ανησυχούν γι’ αυτούς.

ΗΡΑΚΛΕΙΟ 3.12.2017


Αντώνης Σχετάκης-Στους δρόμους του Αυγερινού

Μια σπουδαία στιγμή για τη λογοτεχνία στον τόπο μας

Ένα ιστορικό μυθιστόρημα με χαρακτηριστικά των πεζογράφων της γενιάς του 1930

Το βιβλίο του Αντώνη Ελ. Σχετάκη είναι ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ένα έργο που θα μας ταξιδέψει από την Κίσσαμο και τα Χανιά, στην Οδησσό στη δύση του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Ένα συγκλονιστικό, κινηματογραφικό ταξίδι σε εποχές που δεν ζήσαμε, μα που ο συγγραφέας φροντίσει να αναπλάσει ως και στην τελευταία λεπτομέρεια… 

Διαβάστε περισσότερα: https://ekdoseis-radamanthys.webnode.gr/products/theodoros-sideris-syllektis/

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s