ΠΡΟΣΩ ΟΛΟΤΑΧΩΣ – ΖΑΦΕΙΡΙΑ ΜΑΜΑΤΣΗ

Μόλις το αεροπλάνο προσγειώθηκε στη Σιγκαπούρη εκείνη ένιωσε μια ανακούφιση. Ήταν μεγάλη πτήση, σχεδόν δεκατέσσερις ώρες. «Πάει κι αυτό, πέρασε», σκέφτηκε.

Παρέλαβε τη βαλίτσα της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Το βλέμμα της έψαχνε με λαχτάρα μέσα στο πλήθος, ώσπου είδε γραμμένο σε μια κόλλα χαρτί το όνομα του καραβιού: «STAVRONISI».

Κάθε φορά το ίδιο γίνεται, έμαθε πια. Κι όμως, κάθε φορά που βλέπει αυτήν τη λευκή κόλλα με το όνομα του εκάστοτε καραβιού, έρχεται στο νου της η ίδια ανάμνηση.

Πάνε χρόνια που έσκισε από το μπλε τετράδιο μία σελίδα κι έφτιαξε μ’ αυτήν ένα καράβι. Μα δεν το κράτησε για πολύ. Σαν μαγνήτης την τράβηξε η θάλασσα, και αν και δειλά, το άφησε στην αγκαλιά της. Τα πόδια της είχαν βραχεί μα δεν την ένοιαξε. Στάθηκε  ακίνητη στην ακρογιαλιά και το έβλεπε να ξεμακραίνει. Ώσπου χάθηκε μέσα στη μελαγχολία και τη γοητεία του φθινοπωρινού δειλινού.

Χαμογέλασε και προχώρησε προς τον οδηγό. Κατά τη διάρκεια της σύντομης διαδρομής προσπαθούσε να μαζέψει όσες περισσότερες εικόνες μπορούσε, ώσπου το λιμάνι άρχισε ν’ ανοίγεται μπροστά της. Διάφορα καράβια δεμένα στους ντόκους. Μα εκείνη κοίταζε με αγωνία τις τσιμινιέρες, γυρεύοντας το μπλε αστέρι. Μπορούσε ακόμα και να δακρύσει από τη χαρά της, κι ας χτυπούσε η καρδιά της τόσο δυνατά από συγκίνηση.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε, κι εκείνη κοίταξε τη σκάλα του καραβιού. Εκείνος ερχόταν προς το μέρος της, φορώντας την άσπρη φόρμα εργασίας. Της άπλωσε το χέρι και την τράβηξε κοντά του. Όλα τα υπόλοιπα χάθηκαν. Ακόμα κι’ αυτός ο κόμπος στο λαιμό, από την ώρα που είπαν αντίο στο αεροδρόμιο των Χανίων, όταν εκείνος έφευγε για μπάρκο.

Πάνε σχεδόν τρεις μήνες από τότε, μα τώρα βρίσκεται και πάλι ο ένας μαζί με τον άλλον, πάνω σ’ ένα δεξαμενόπλοιο. Την επόμενη ημέρα, με το τελείωμα της φόρτωσης, ήρθαν και οι οδηγίες για το λιμάνι εκφόρτωσης. Fortaleza, Brazil.

Οι κάβοι έλυσαν και το καράβι απομακρύνθηκε από το ντόκο ενώ εκείνη κοίταζε μέσα από το φινιστρίνι της καμπίνας, μαζεύοντας εικόνες της στεριάς, για να ‘χει να θυμάται σε ωκεανούς, εκεί που το μάτι συναντά ουρανό, θάλασσα μα και αγάπη.

ΖΑΦΕΙΡΙΑ ΜΑΜΑΤΣΗ

Γράφτηκε στο πλαίσιο ασκήσεων στο Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής και Αυτογνωσίας (Εκδόσεις Ραδάμανθυς) 


ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ

Ανδρομάχη Χουρδάκη – Φεύγουσα

Η Ανδρομάχη Χουρδάκη στο θεατρικό έργο «Φεύγουσα» αξιοποιεί στοιχεία της μυθολογίας μας, της τελετουργίας των Ελευσινίων μυστηρίων, της Κρητικής Παράδοσης και της Χριστιανικής πίστης. Η δραματουργική σύνθεση με ολωσδιόλου άλλη ιδεολογική σκευή συναντιέται με τα autos sacramentales – θρησκευτικές αλληγορίες για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας – του Καλντερόν του ισπανικού χρυσού αιώνα. Η Φεύγουσα ως απόγονος του ιερού θήλεος στην υπαρξιακή της περιπέτεια, αντιμετωπίζει τις θλιβερές συνέπειες πανάρχαιου δόλου. Με το σώμα της ταξιδεύουν θεές και θνητές, διασώζοντας ιερά, κομίζοντας γνώση και θέτοντας ερωτήματα. Κι όλα αυτά η συγγραφέας επιλέγει να φανερωθούν στη γενέτειρά της Ελευσίνα και στην πατρική γη της, στη Δυτική Κρήτη, ρίχνοντας στους δύο τόπους το ημίφως του θρύλου κι  αφήνοντας εντέλει ανοιχτούς δρόμους πολλαπλής ερμηνείας για τη μοίρα της Φεύγουσας που αγαπά πάνω απ’ όλα την ελευθερία.

Στο εξώφυλλο έργο (ζωγραφική σε ύφασμα, μπατίκ 2.40 μ. Χ  0,85 μ.) του Χρήστου Χουρδάκη (1959-1992), αρχιτέκτονα, εικαστικό, αδελφό της συγγραφέως.

Διαβάστε περισσότερα: https://ekdoseis-radamanthys.webnode.gr/products/andromachi-choyrdaki-feygoysa/

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s