Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γιώργος Λούντζης – Τρία ποιήματα για τον έρωτα

Τα λύματα του έρωτα

persons hands with rainbow colors

Photo by cottonbro on Pexels.com

Σου άρεσε να ξαπλώνεις στο λακκάκι των χειλιών μου,

ακριβώς κάτω από την μύτη μου,

να τυλίγεσαι

και να ζεσταίνεις το σαρκίο σου

με τα χνώτα μου,

για να μπορώ να σε μυρίζω

και να σε γεύομαι συνέχεια!

Καλοκαιρινή ραστώνη κάτω από την κληματαριά

η γεύση σου,

κυριακάτικο πρωινό δίχως ρούχα στο κρεβάτι

η μυρωδιά σου.

Δεν χόρταινα

να με μυρώνεις με αγιόκλημα

Δεν χόρταινα

να σε στριφογυρίζω στον ουρανίσκο μου

σαν καραμέλα,

Επίγευση ανθρώπινη,

Χαμογελαστή,

Παιδική…

Έλα όμως που δεν πρόσεχα και σε κατάπια!

Δεν σε χώνεψα ποτέ,

Καούρα έγινε ο έρωτας,

Παροξυσμός η συντροφιά.

Κηλίδες αίματος στάζουν από το στόμα μου,

χρωματίζουν το σάλιο

που στάζει επάνω στον λευκό νιπτήρα.

Πλήγωσες τις πεταλούδες στο στομάχι μου,

ξέβαψες τα πολύχρωμα φτερά τους!

Εύχονται να ήταν χρυσαλλίδες,

προστατευμένες στο μεταξωτό κουκούλι της.

Τι ήθελαν και αυτές να χωθούν στα σωθικά μου;

Καλύτερα να τις έκλεβες παρά να τις πλήγωνες,

διότι τα πληγωμένα συναισθήματα

πονούν περισσότερο το κορμί

από τα κλεμμένα…

Σαν φυγάς το έσκασες από μέσα μου

μια δακρυσμένη νύχτα,

βρήκες διέξοδο από το κέντρο του κύκλου

από τον αφαλό μου…

Έκρυψες κάνα δυο πεταλούδες στις τσέπες σου

για να παραπλανήσεις κι άλλους

και τις υπόλοιπες τις άφησες μέσα μου

ζαλισμένες και σχεδόν νεκρές…

Πού να ‘ξερες ότι μου ήρθε αναγούλα,

τους χάρισα ένα ταξίδι  με ένα πάτημα στο καζανάκι,

τις ρούφηξε το σιφόνι

μαζί με τις αναμνήσεις μας..

Πάντα πρέπει να ξεφορτωνόμαστε

Τα λύματα του έρωτα,

Για να κρατάμε τις εσωτερικές μας θάλασσες διαυγής,

για νέα σαρκικά ταξίδια

με πλήρωμα πιστό

και όχι με λαθραίους επιβάτες της στιγμής…


Ναυάγιο καλοκαιρινό

wood light nature art

Photo by Markus Spiske on Pexels.com

 

Στις αμμοθίνες του γιαλού φώλιασε η αγάπη μας,

τα κορμιά μας γυμνόστερνα

και η άμμος θερινό περιένδυμα

στο πετσί μας.

Ηλιοκαμένες όψεις,

αγουροθερισμένες,

αυγουστιάτικη ολονυχτία,

μελωδίες μυσταγωγικές.

Φρουροί μας τα βουνά,

οι καταπράσινες πλαγιές τους,

εμείς πλεούμενα στον βελούδινο αφρό

των θαλάσσιων κυμάτων.

Κρύωνες και φοβόσουν το σκοτάδι.

Σε σκέπαζα με την αλμύρα του βυθού,

Ξάπλωνες πάνω στο μαξιλάρι

από τα πεφταστέρια που σου μάζευα,

σε νανούριζα με την ηχώ

της λέξης «σ ’αγαπώ»

που ξεχείλιζε μέσα από τα σπειροειδή κοχύλια.

Άρχισα να σε φιλώ

από τον λαιμό μέχρι την κοιλιά,

ζέστανα κάθε άστεγο πόρο του δέρματος σου.

Τα χειλικά αποτυπώματα που άφηνα επάνω σου

σχημάτιζαν περιγράμματα

που έλαμπαν κάτω από το σκοτάδι,

φωσφόριζαν το καυτό μου σάλιο

χαρτογραφούσε τα σημάδια σου,

τις απόκρημνες γωνιές σου.

Σταμάτησες να κρυώνεις,

σταμάτησες να φοβάσαι την νύχτα

και εγώ κούρνιασα

στον έναστρο ουρανό του στήθους σου.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα

έλειπες,

τα αγκίστρια των ψαράδων

σε πήραν μακριά μου.

Δεν πρόλαβα να γευτώ

έως και τον τελευταίο

κόκκο αλατιού που υπήρχε

ανάμεσα στα δάχτυλα σου,

στον αγκώνα σου,

στο μέτωπο σου.

Μόνο η γεύση των δακρύων

Μου θυμίζει αυτή την ιδιότητα μου,

την ιδιότητα να είμαι γευσιγνώστης του σκηνώματος σου…

Tα παράτησα όλα,

έγινα κουρσάρος της χαμένης επιθυμίας,

Μια βάρκα με το όνομα «περιπέτεια»

και καμιά δεκαριά κονσέρβες

γεμάτες παστές ελπίδες,

δίχως ημερομηνία λήξης.

Στο υπόσχομαι

θα έρθω να σε βρω

καλοκαιρινό μου ναυάγιο!


Ήλιε μου

flock of birds flying above the mountain during sunset

Ειλικρινά τώρα, δεν ζήλεψε κανείς τα ηλιοτρόπια;

Ακολουθούν πιστά την πορεία του ήλιου

προς τον ουρανό,

ενώ τη νύχτα στρέφονται αργά

προς την ανατολή,

περιμένοντας το επόμενο ξημέρωμα.

Υπήκοοι που στρέφονται στο σκοτάδι,

διψάνε για ωμές ηλιαχτίδες

για ατόφιο φως…

Εμένα ο δικός μου ήλιος μάλλον έσβησε,

μάλλον τον αποπλάνησε η νύχτα,

μάλλον τον έκλεψε το φεγγάρι.

Τι βλακείες λέω πάλι,

ο δικός μου ήλιος στριμώχτηκε

στις συλλαβές σου,

στο κρεβάτι μας

εκεί που με ξυπνάς,

όταν γυρίζεις πλευρό και με κοιτάς,

όταν μου φιλάς γλυκά την πλάτη,

όταν τα δάχτυλα ταξιδεύουν μέσω της αφής

και βρίσκουν καταφύγιο κάτω από την μπλούζα μου,

όταν στο δωμάτιο δεν μπαίνει φως από τις γρίλιες

τα φωτίζεις όλα με αυτές τις δυο λέξεις

«Καλημέρα, σ’ αγαπώ!».

Εγώ είμαι το ηλιοτρόπιο

εσύ ο μαγευτικός μου ήλιος

θα σε ακολουθώ μέρα νύχτα

και ας μην ξέρω

πότε θα μαραθώ…

Γιώργος Λούντζης


*Με αφορμή άσκηση του Εργαστηρίου Δημιουργικής Γραφής και Αυτογνωσίας, των Εκδόσεων Ραδάμανθυς, πάνω σε έργο του Ρίλκε.


Λογοτεχνικός Διαγωνισμός «Νίκος Καζαντζάκης»

Λογοτεχνικός διαγωνισμός Νίκος Καζαντζάκης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: