Μορφές της Λογοτεχνίας

Μενέλαος Λουντέμης «ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ»

 Μέστωσα πια, βγήκα απ’ το «κέλυφος» του μύθου*

…Ποτέ κανείς δεν προδίδεται απ’ τους εχθρούς του. Προδίδεται και διαψεύδεται από τους φίλους του…

Ένας κόσμος ολόκληρος από θέματα διαγκωνίζονται ποιο να πρωτοδεί πρώτο το φως. Ξέρω, πως πολλοί συνάδελφοί μου ψάχνουν να βρουν θέματα. Εγώ ψάχνω να βρω τρόπους για ν’ απαλλαγώ από κανένα…

Αυτό που λέμε «λογοτεχνική σχολή», φοβούμαι πως είναι λογοτεχνική μίμηση, ή λογοτεχνικός πιθηκισμός…

Ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός είναι τόσο σοσιαλιστικός όσο σοσιαλιστής ήταν κι ο Ζντάνωφ που τον επέβαλλε με ημερήσιες διαταγές…

Πρέπει να αποσκορακιστούν τα «αλάθητα».

Λουντέμης

-Αγαπητέ μου φίλε, να που – παρόλες τις απαισιόδοξες προβλέψεις σου – ξανανταμώνουμε. Είχαμε μείνει σύμφωνοι, αν το θυμάσαι, αν το έφερνε η τύχη να ξανανταμώσουμε, να συνεχίζαμε από την «Ντόυτσε Βέλλε» τη συζήτηση που είχαμε αρχίσει το προπέρσινο Φθινόπωρο στο Βουκουρέστι. Ήταν θυμούμαι χλιαρός Οκτώβρης, δεν είχαν πέσει ακόμα τα κρύα, μα εσύ κρύωνες.

-Κρυώνω και τώρα το μεσοκαλόκαιρο. Δεν ξέρω τι τρέχει μ’ εμένα. Ο βοριάς με κυνηγάει χειμώνα καλοκαίρι. Νιώθω το κορμί μου σα μαστιγωμένο. Την αιτία, φοβούμαι πως δεν θα τη μάθω ποτέ. Αλλά… γι’ αυτά θα μιλάμε τώρα; Το κορμί βαρυγγομώντας, ασθμαίνοντας, το χρέος του το έκανε, δεν μ’ άφησε στη μέση, μόλο που μερικούς χειμώνες το φοβήθηκα. Με το πνεύμα όμως τι θα κάνουμε πού, μολονότι πάντα «πρόθυμο», όλο χάνει έδαφος παλεύοντας με τα «τελώνια» του καιρού του.

-Ποια ακριβώς λες «τελώνια»;

-Τα κήτη και τα τέρατα που αφού χορταίνουν με σάρκες και αίμα στους πολέμους δεν αναπαύονται ούτε στην ειρήνη. Τρώνε την ελευθερία και τη γαλήνη εκείνων που επέζησαν.

-Δηλαδή… αν καλά κατάλαβα νιώθεις λίγο προδομένος;

-Φυσικά. Μα όχι απ’ τους εχθρούς μου. Ποτέ κανείς δεν προδίδεται απ’ τους εχθρούς του. Προδίδεται και διαψεύδεται από τους φίλους του. Εμείς όμως πια προδοθήκαμε. Ας κοιτάξουμε να κρατήσουμε μακριά απ’ την προδοσία τουλάχιστον το πνεύμα.

-Εσύ τα κατάφερες;

-Θα σου απαντούσα ναι. Αλλά θα χρειαζόταν να επαναλαμβάνω αυτό το «ναι» κάθε μέρα, γιατί οι πειρασμοί χτυπούν κάθε μέρα την πόρτα μου. Θα μπορούσα να βρω κι εγώ μια «φόρμουλα» και να συμβιβαστώ. Να πείσω μάλιστα και τη συνείδησή μου. Το έκαναν πολλοί κι αντί για χλεύη εισπράξανε λιβανωτούς και εγκώμια με το τσουβάλι άλλοι εξ Ανατολών και άλλοι εκ Δυσμών, μερικοί μάλιστα και εξ Ανατολών και εκ Δυσμών μαζί.

-Κι εσύ;

-Διάλεξα τον παραμερισμό. Έτσι τα κατάφερα ν’ αγνοηθώ απ’ όλους.

-Νομίζω πως έχεις δίκιο. Τον τελευταίο καιρό πέσανε στα χέρια μου αρκετές ιστορίες της Ελληνικής Λογοτεχνίας. Ε, είναι απίστευτο. Σε καμιά δεν αναφέρεται το όνομά σου. Τι τους έκανες; Δεν μπορεί. Σε κάτι θα τους πείραξες. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι όλοι τους τόσο αμαθείς ή τόσο εμπαθείς.

-Εμπαθείς; Μα γιατί; Έχω κοντά είκοσι χρόνια να τους δω. Κι ούτε θυμούμαι ποτέ να τους έβλαψα.

-Τότε λοιπόν;

-Δεν ξέρω. Και γι’ αυτό μένω με το «αμήχανον άλγος».

-Ξέρεις ότι έβγαλε ιστορία και ο φίλος σου ο Βαλέτας;

-Ναι; Αυτός πιστεύω να με θυμήθηκε!

-Και όμως… και όμως… σε αγνοεί επιδεικτικά.

-Λυπούμαι. Όχι για μένα. Γι’ αυτόν. Φαντάζομαι πως δεν θα το έκανε χωρίς τύψεις. Γιατί – ξέρεις – στο τελευταίο μας αντάμωμα είπε ότι ετοιμάζει βιβλίο για μένα. Πάει κι αυτός.

-Ας ξαναγυρίζουμε στο σκοπό της συνέντευξής μας.

-Ναι. Θαρρώ πως με ρώτησες απ’ το δρόμο ακόμα κάτι για τα θέματά μου. Αν τα εφευρίσκω ή μου τα δίνει έτοιμα η ζωή.

-Ναι. Γιατί γελάς;

-Η ζωή; Μα δεν μου φαίνεται πως στάθηκε και τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Βέβαια η ζωή μας προσφέρει την πρώτη ύλη, την εμπειρία. Αύριο μπορεί αυτό να γίνει θέμα, μα θα είναι ατομικό μας αποθεματικό. Η ζωή μόνη της, πέρα απ’ το ότι τη ζούμε, τίποτα άλλο δεν προσφέρει στον συγγραφέα. Θα μου πεις, λίγο είναι αυτό; Κάθε άλλο. Μα αυτό είναι μια γενική εύνοια που την παραχωρεί σε όλα τα ζωντανά πλάσματα, από τα σκουλήκια ως τους κοσμοκράτορες.

-Ναι αλλά φοβούμαι πως θα μας ξαναφύγει πάλι το θέμα μας.

-Το θέμα μας για τα… θέματά μου.

-Έχεις μπόλικο «αποθεματικό» όπως είπες.

-Και είναι το μόνο. Και μέχρι πνιγμού. Ένας κόσμος ολόκληρος από θέματα διαγκωνίζονται ποιο να πρωτοδεί πρώτο το φως. Ξέρω, πως πολλοί συνάδελφοί μου ψάχνουν να βρουν θέματα. Εγώ ψάχνω να βρω τρόπους για ν’ απαλλαγώ από κανένα. Άλλος κίνδυνος. Της πλησμονής.

-Αν θέλεις τώρα λέμε κάτι και για τις «Σχολές».

-Μα υπάρχουν; Εγώ θαρρώ πως πρόκειται για μια θεληματική ή άθελη πλάνη. Αυτό που λέμε «λογοτεχνική σχολή», φοβούμαι πως είναι λογοτεχνική μίμηση, ή λογοτεχνικός πιθηκισμός κ.λπ.

-Και ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός;

-Είναι τόσο σοσιαλιστικός όσο σοσιαλιστής ήταν κι ο Ζντάνωφ που τον επέβαλλε με ημερήσιες διαταγές. Ο Ρεαλισμός είναι έ ν α ς κι αν διαφέρει σε κάτι συνίσταται στο ότι ο Ρεαλισμός του κάθε αιώνα παίρνει τη φυσιογνωμία του καιρού του. Αν αρχίσουμε και τον χωρίζουμε σε γεωγραφικά ή ιδεολογικά σύνορα τον χάσαμε.

-Τώρα κάτι άλλο. Για πες μου… φρονείς ότι κινδυνεύει ο Ανθρωπισμός;

-Το κακό δεν είναι ότι κινδυνεύει αλλά το ότι εμείς τον αφήνουμε να κινδυνεύει. Ότι τον εγκαταλείψαμε λεία στις αρπάγες του Αγριανθρωπισμού. Κι εμείς περιοριζόμαστε στο ρόλο του τραγικού χορού που αφήνεται να άγεται απ’ τη Μοίρα.

-Ένα άλλο ζήτημα πιο προσωπικό. Τι επιδιώκεις να ολοκληρώσεις με το έργο σου;

-Να ολοκληρώσω; Τίποτα. Πρώτα-πρώτα σε αυτή τη ζωή δεν ολοκληρώνεται τίποτα.

-Μα τότε τι ήρθες να κάνεις;

-Να μπω κι εγώ στον τροχό. Να βάλω κι εγώ το λαιμό μου στο ζυγό για ν’ αλέσω κι εγώ το αλάτι μου.

-Δηλαδή;

-Να «υδροφορήσω στον πίθο των Δαναΐδων» που έλεγαν και οι παλιοί μας.

-Ώστε… δεν πιστεύεις ν’ αφήσεις τίποτα; Τίποτα;

-Μ ό χ θ ο.

-Μόνο αυτό;

-Μπορεί και το παράδειγμα μιας ανάλωσης. Ο Σίσυφος το ήξερε πως δεν θα έφτανε στην κορυφή και όμως συνέχισε ν’ ανεβαίνει. Καμμιάν άλλη ερώτηση;

-Ναι. Για πες μου. Πιστεύεις στην Επιστήμη;

-Σε ποιαν; Της καταστροφής ή της σωτηρίας; Γιατί φοβούμαι πως ολόκληρη σχεδόν η σύγχρονη Επιστήμη έχει αλλοτριωθεί.

-Όλη;

-Περίπου. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις. Θ’ αναφέρω δύο μόνο ονόματα.

-Ποια;

-Του Οπενχάιμερ και του Ζαχάρωφ.

-Μια που μιλήσαμε για την Επιστήμη, ας μιλήσουμε τώρα και για τη νόθα αδελφή της τη θρησκεία.

-Ευχαριστώ για το «νόθα». Με διευκολύνει. Αλλά με ποια έννοια μου έβαλες την ερώτηση;

-Θέλω να μάθω αν είσαι θρησκευόμενος.

-Φυσικά όχι. Μα να το ξέρεις… Αν πίστευα στον Χριστιανισμό θα ήμουν ορθόδοξος. Γιατί απ’ όλες τις αιρέσεις η Ορθοδοξία διέπραξε τα λιγότερα εγκλήματα. Μπορώ να πω πως περισσότερο αίμα έδωσε παρά πήρε. Αν όμως την απαλλάσσω για τις ανθρωποκτονίες δεν της συγχωρώ καθόλου τα εγκλήματα που διέπραξε σε βάρος του Πολιτισμού. Βαφτίζοντας συλλήβδην όλα τ’ αριστουργήματα του Λόγου και της Τέχνης «ειδωλολατρικά» τα κατέκοψε και τ’ αφάνισε.

-Δηλαδή, αν δεν έκανε αυτά τα εγκλήματα θα…

-Σε προλαμβάνω. Όχι. Μέστωσα πια, βγήκα απ’ το «κέλυφος» του μύθου. Δεν με πείθουν οι απαντήσεις που δίνει η θρησκεία στα κρίσιμα ερωτήματα του καιρού μας. δεν καταφρονώ όμως κανέναν απ’ τους οπαδούς της. Άξιοι καταφρόνιας είναι εκείνοι που απαρνήθηκαν ένα Ιδανικό χωρίς να βάλουν στη θέση του άλλο.

-Εσύ έβαλες;

-Και βέβαια.

-Ποιο;

-Τον Ουμανισμό. Και πέρα απ’ αυτόν τα ιδανικά που κήρυξε η Γαλλική και η Ρωσική Επανάσταση, άσχετο αν δεν τα εκπλήρωσε καμιά.

-Ούτε η Ρωσική;

-Το μεγάλο δράμα για την ανθρωπότητα ήταν ο πρόωρος χαμός του Λένιν. Κείνος ήταν σε θέση να δει τις πλάνες (που αργότερα έγιναν «δόγματα») και να τις διορθώσει. Κείνος το είδε έγκαιρα ότι το πολυτιμότερο απ’ τα πολυτιμότερα είδη της πρώτης ανάγκης ήταν η Ελευθερία. Το είδε ότι χωρίς αυτήν το Ιδανικό θα έμενε μετέωρο και άδειο. Και γι’ αυτό μιλώντας μια μέρα στον Λουνατσάρσκυ του εμπιστεύθηκε τις ανησυχίες του για την ύπαρξη ακόμη της Λογοκρισίας. Και πότε αυτό; Τις μέρες της Αντεπανάστασης.

-Και τότε τι πρέπει να γίνει;

-Πρώτα: να ρίξουμε μια ματιά στη γραμμή πλεύσης του 1924. Όχι όμως για να επαναλάβουμε τις φόρμουλες, τα τσιτάτα ή τα πειράματα, αλλά να προχωρήσουμε σύμφωνα με τα καινούργια δεδομένα. Πρέπει να ρυμουλκηθεί το σκάφος του Σοσιαλισμού απ’ τα παλιά νερά όπου έπηξε μένοντας ασάλευτο μισό αιώνα.

-Κι αν με τη ρυμούλκηση διαλυθεί στο δρόμο;

-Θα φτάσουν τα γερά κομμάτια. Κι αυτά μπολιασμένα με το καινούργιο θα χτίσουν το συγχρονισμένο σκάφος του Σοσιαλισμού με σημαία τον Άνθρωπο. Προπαντός πρέπει να αποσκορακιστούν τα «αλάθητα». Η σκοτεινή σήραγγα έσπασε κι απ’ τις ρωγμές της μπήκε άπλετο φως. Μα… νομίζω πως θα έπρεπε να είχαμε τελειώσει.

-Τελειώσαμε. Μια τελευταία ερώτηση. Τι ετοιμάζεις;

-Δουλεύω. Βαριά, δύσκολα. Προπάντων παραπονεμένα.

-Γιατί;

-Είναι δύσκολο να στο διατυπώσω. Μα να, βλέπω πως είναι δύσκολη η συμβίωση του κορμιού και της ψυχής όταν το ένα ζει στο εξωτερικό και το άλλο στην Ελλάδα. Αυτό ο «διαμελισμός» είναι που μακραίνει τις νύχτες μου και γεμίζει με κατάθλιψη της ζωή μου έτσι που υπάρχει κίνδυνος να δηλητηριαστεί ολόκληρο το έργο μου.

*Αναδημοσίευση από το: Μενάλος Λουντέμης, (1977), «Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά», Αθήνα, Εκδόσεις Δωρικός

Λουντέμης

Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη – Δημήτρης Δαμασκηνός

    

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s