Πρώτες σελίδες

Από το βιβλίο του Άγγελου Ποθουλάκη

Η Παραίτηση

Ένας άνθρωπος που ισορροπεί ανάμεσα στον κοινωνικό καθωσπρεπισμό και το περιθώριο. Κάποτε, κάπου, ίσως και τώρα… στέκει σαν κατερειπωμένο αρχοντικό ατενίζοντας το πέλαγος. Μοιάζει, λες, με το πορτρέτο της κοινωνίας! Άνθρωποι που πονούν, μα είναι ανάλγητοι, που ποθούν, μα δεν τολμούν, που το επιθυμούν, αλλά δεν μπορούν να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους, μα ούτε και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ο Άγγελος Ποθουλάκης γεννήθηκε το 1993. Μεγάλωσε και ζει στα Χανιά. «Η παραίτηση» είναι το δεύτερο έργο του που κυκλοφορεί. Έχει εκδώσει και την ποιητική συλλογή «Κύκλος, Ανοικτός».

Η παραίτηση - Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Ι

  ΤΟ ΚΥΜΑ ΕΣΚΑΣΕ ΜΕ ΜΑΝΙΑ πάνω στα μυτερά βράχια αφρίζοντας και εκτόξευσε αμέτρητες σταγόνες γύρω του, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με αλμύρα. Εκείνος έκλεισε τα μάτια του. Οσφράνθηκε τη θάλασσα. Τη γεύτηκε. Ανάσανε βαριά, ανακουφισμένος, γεμάτος ηδονική γαλήνη. Βρισκόταν σε ένα από τα αγαπημένα του μέρη: είκοσι με τριάντα μέτρα μήκος κακοτράχαλου, βραχώδους εδάφους, γεμάτο ανώμαλες προεξοχές και κοιλότητες. Από τη μία πλευρά ήταν η άκρη ενός μισοέρημου δρόμου που περνούσε περιμετρικά από μία εξίσου ήσυχη συνοικία. Από την άλλη, εκεί που καθόταν τώρα, το κενό. Ένας γκρεμός, περίπου δέκα μέτρων, κι από κάτω κοιμόταν η θάλασσα. Ωστόσο, τις μέρες που είχε βοριά ή δυτικό άνεμο, όπως εκείνη τη μέρα, η θάλασσα ξυπνούσε απότομα και άγρια. Ένα σημείο στο οποίο διεξάγονταν μία από τις αρχαιότερες μάχες που έγιναν και γίνονται ακόμα στον πλανήτη. Η πάλη μεταξύ της στεριάς και της θάλασσας, η αέναη προσπάθεια των κυμάτων να γκρεμίσουν τα τείχη, να σκεπάσουν τα βράχια που ορθώνονταν μπροστά τους και, περνώντας θριαμβευτές πάνω από τους κομματιασμένους τους σωρούς, να ενώσουν τους δύο κόσμους.

Εκεί ακριβώς, στο συνταίριασμα των δύο κόσμων, με τον αέρα να σφυρίζει σιγανά στα αυτιά του, τον ήλιο να χαϊδεύει απαλά το δέρμα του, την αλμύρα να γεμίζει ηδονικά τα πνευμόνια του, και την απέραντη θάλασσα να μονοπωλεί το οπτικό του πεδίο, εκείνος γαλήνευε. Αναλογιζόμενος πόσο μικρός και ασήμαντος ήταν μπροστά στο μεγαλείο της μάχης που διεξαγόταν μπροστά στα μάτια του, καταλάγιαζαν τα συναισθήματά και τα πάθη του. Λες και μπορούσε όλα όσα έβλεπε και ένιωθε γύρω του, να τα πιάσει, να τα ψηλαφίσει, να τα αγκαλιάσει και να γεμίσει με αυτά όλη του την ύπαρξη, μην αφήνοντας χώρο για οτιδήποτε άλλο.

εξώφυλλο

Φωτογραφία στο εξώφυλλο, Άγγελος Ποθουλάκης: Έπαυλη της Βαρώνης Φον Σβαρτς, Χαλέπα, Χανιά.

Ο καπνός από το τσιγάρο του, που καιγόταν γρήγορα, στροβιλίστηκε και του θόλωσε την όραση. Τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά και το έσβησε. Πάντα όταν πήγαινε στο ησυχαστήριο – έτσι αποκαλούσε εκείνο τον τόπο – κρατούσε ένα φορητό σταχτοδοχείο, ώστε να βάζει μέσα τις γόπες του. Δεν ήταν ζήτημα οικολογικής ευαισθησίας. Ένιωθε πως στο σημείο όπου λάμβανε χώρα αυτή η πανάρχαια πάλη, δε χωρούσαν παρεμβάσεις ανθρώπινες. Ήταν άτοπες. Άλλωστε, ακόμα και μία γόπα, όσο μικρή και να ήταν, θα παρέμενε αντιαισθητικό θέαμα σε ένα τέτοιο μέρος. Όπως και να ’χε όμως, τούτη τη φορά είχε ξεχάσει στο σπίτι το φορητό του σταχτοδοχείο. Κοίταξε τριγύρω και ανακάλυψε μια μικρή εσοχή στο βράχο. Εκεί στρίμωξε τη γόπα έτσι ώστε να μη την παρασύρει ο άνεμος. Ήταν πράγματι ένα θλιβερό θέαμα. Έκανε νοερή σημείωση να μην αμελήσει να την μαζέψει στην επόμενη του επίσκεψη. Ξεφύσηξε βαθιά και σηκώθηκε. Μέσα σε λίγη ώρα είχε βαρύνει ο ουρανός. Πέρα μακριά, υπήρχε μία ασυνέχεια στα σύννεφα που τον κοσμούσαν, επιτρέποντας στις ακτίνες ενός αθέατου ηλίου να πέφτουν λοξά στη θάλασσα. Χρυσαφιές λουρίδες στη μέση του πελάγους που έδειχναν να ενώνουν – ή να χωρίζουν – τις δύο απέραντες βαθύχρωμες εκτάσεις. Αναρίγησε, καθώς άλλη μια ριπή παγωμένου αέρα τον χτύπησε ξαφνικά. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν ώρα να πηγαίνει. Μια τελευταία ματιά στον ορίζοντα και μεταβολή. Με προσεκτικά, μικρά βήματα προχώρησε πάνω στα βράχια και πήρε το δρόμο για το σπίτι.

Μπήκε και έκλεισε την πόρτα πίσω του με βιάση. Είχε ακούσει βήματα στη σκάλα – βήματα κοφτά και βιαστικά – που δήλωναν ότι κάπου εκεί γύρω βρισκόταν η σπιτονοικοκυρά του. Η κυρά Ελένη είχε χηρέψει πριν χρόνια και, ζώντας από τη σύνταξη του εκλιπόντος και τα νοίκια που της έφερναν τέσσερα μικρά διαμερίσματα, περνούσε το χρόνο της μαθαίνοντας και σχολιάζοντας ό,τι γινόταν στη γειτονιά. Εκείνος, που στο δρόμο για το σπίτι είχε ήδη συναντήσει δύο γείτονες στους οποίους με κοφτές αλλά ευγενέστατες κουβέντες είχε αφήσει να εννοηθεί ότι δεν είχε διάθεση για συζήτηση, ένιωθε πως δεν θα άντεχε άλλη μια συνάντηση με τη σπιτονοικοκυρά του. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα την είχε επισκεφθεί στο διαμέρισμα της στο ισόγειο ώστε να της δώσει το νοίκι του μήνα, όπου και αναγκάστηκε να υπομείνει ένα μαρτυρικό μισάωρο εξαντλητικής ανάκρισης, διανθισμένης με κάποια ομολογουμένως αδιάκριτα σχόλια και ερωτήσεις: «Πώς και τόσο καιρό δεν έχεις φέρει μια κοπέλα στο σπίτι, εσύ ένα τόσο καλό παλικάρι; Και πότε θα σε επισκεφθούν επιτέλους οι γονείς σου, να τους γνωρίσω και ‘γω;» Απηυδισμένος,  είδε και έπαθε πριν εφεύρει κάποια γελοία δικαιολογία προκειμένου να ξεφύγει.

Αθηνά Γαλανάκη - Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Φωτογραφία: Αθηνά Γαλανάκη

Φανταζόταν ότι η μαραμένη σπιτονοικοκυρά του θα περνούσε ένα μεγάλο διάστημα της πληκτικής μέρας της, με το πρόσωπό της κολλημένο στο ματάκι της πόρτας, με τα αυτιά της ανοικτά, για να μάθει οτιδήποτε διαδραματιζόταν στο θλιβερό μικρόκοσμο της εξίσου θλιβερής και μικρής της πολυκατοικίας, καθότι οι γνώσεις της για τα τεκταινόμενα ήταν ακριβέστατες. Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, τον ένα χρόνο, πάνω-κάτω, που έμενε ο ίδιος εκεί, την πόρτα του είχαν περάσει δυο-τρεις γυναίκες (για την καθεμιά ήταν η πρώτη και τελευταία φορά). Ωστόσο η είσοδος τους γινόταν αργά το βράδυ και η έξοδός τους νωρίς το πρωί, πριν καν φύγει αυτός για δουλειά και πάντα αθόρυβα. Επομένως ήταν λογικό ακόμα και αυτή η φοβερή και τρομερή κυρα-Ελένη να μην είχε πάρει χαμπάρι τίποτα. Όσο για τους γονείς του, η τελευταία φορά που τους είχε δει ήταν πριν από μήνες, στο μνημόσυνο της συγχωρεμένης της θείας του. Ο ίδιος δεν ήθελε να παραστεί, μα η μητέρα του τον έπεισε να το κάνει τελικά, φορώντας τα καλύτερά ρούχα του και ένα πένθιμο ύφος ταιριαστό με την περίσταση.

«Ίσως την επόμενη φορά που θα υποστώ την ανάκριση να της απαντήσω: Ω, μα τι λέτε κυρα-Ελένη μου! Να, προχθές είχα καλέσει την κοπέλα μου και τους γονείς μου. Μάλιστα φάγαμε όλοι μαζί. Πώς; Δεν μας ακούσατε;» μονολόγησε με ένα σαρκαστικό μειδίαμα, αναλογιζόμενος την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της σπιτονοικοκυράς του, όταν θα συνειδητοποιούσε πως της είχε ξεφύγει ένα τέτοιο συμβάν. Πάντως, μην έχοντας καμία τέτοια διάθεση προς το παρόν, η σκέψη του πέταξε στο ζήτημα που είχε θίξει η σπιτονοικοκυρά του, στο θέμα της σχέσης του με το άλλο φύλο. Η αλήθεια ήταν ότι συνειδητά απέφευγε να δεσμευτεί, με οποιονδήποτε τρόπο, απέναντι σε μια γυναίκα, και αυτό μεταφραζόταν σε μία συνολική παράκαμψη των σχέσεων του μαζί τους ακόμα και στην κοινωνική του ζωή, πόσο μάλλον στη σεξουαλική. Την εκκωφαντική ησυχία και την απόλυτη γραμμικότητα της καθημερινότητάς του, τις είχε σε μεγάλη εκτίμηση και γνώριζε καλά τις αναταράξεις και τους κλυδωνισμούς που κόμιζε η παρουσία μιας γυναίκας. Ωστόσο, αν και οι ορμές του είχαν καταλαγιάσει το τελευταίο διάστημα, δεν έπαυε να είναι άντρας στην ακμή της νιότης του, με το αίμα του να βράζει και την ανάγκη της επαφής με το γυναικείο σώμα να βροντοφωνάζει εντός του συχνά-πυκνά. Ήταν μια ανάγκη που, όσο περνούσε ο καιρός, πρόβαλλε επιτακτικότερη.

Απόδιωξε αυτές τις σκέψεις με ένα απότομο τίναγμα του κεφαλιού. Έφτιαξε ένα πρόχειρο γεύμα και έφαγε βιαστικά. Έπειτα επέλεξε τυχαία, ένα βιβλίο από το ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης, βολεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε στο μικρό, πολυκαιρισμένο καναπέ του σαλονιού και άρχισε να διαβάζει. Το φεγγάρι, ολόγιομο, είχε ανέβει ήδη ψηλά. Πότε κρυβόταν πίσω απ’ τα βαριά σύννεφα που, ανενόχλητα από τις σκοτούρες και τα βάσανα των ανθρώπων, συνέχιζαν το ατέρμονο ταξίδι τους, και πότε πρόβαλλε ξανά για να λούσει με ασήμι το σκοτεινό κόσμο που έχασκε από κάτω του. Τα μάτια του όλο βάραιναν και αφέθηκε, κυριευμένος από μια ξαφνική πνευματική κόπωση. Βυθίστηκε σε ύπνο ταραγμένο.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια ξαφνιασμένος απ’ το λαμπρό φως που τον έλουσε, προσπαθώντας να τα προσαρμόσει σ’ αυτό το τόσο φωτεινό – και άγνωστο – περιβάλλον.  Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Αφού αντιλήφθηκε ότι δεν τα κατάφερνε, έφερε τις παλάμες του μπροστά στο πρόσωπό του και το κάλυψε με αυτές, με αγωνία, ενώ παράλληλα ο κορμός του λύγισε και τα γόνατα του υποχώρησαν σαν να τον συνέθλιβε ένα τεράστιο, αόρατο βάρος. Μάταιος κόπος! Όσο κι αν προσπαθούσε να ανακουφιστεί ψάχνοντας το σκοτάδι, που φάνταζε εκείνη τη στιγμή ως ο φορέας της υπέρτατης γαλήνης, το φως απτόητο τον περιέβαλλε από παντού. Ως και αυτές οι ίδιες οι χούφτες του, στις οποίες είχε απελπισμένος κλείσει το πρόσωπο του, αντανακλούσαν αυτό το υπέρτατο φως ή το ακτινοβολούσαν αυτεξούσιες. Κυριευμένος από τρόμο και νιώθοντας να τον καθηλώνει ο πανικός, η τελευταία συνειδητή του σκέψη ήταν ότι βρέθηκε, με κάποιο τρόπο, στο κέντρο του φωτεινότερου ήλιου. Του ζωοφόρου ήλιου που απειλούσε να τον συνθλίψει κάτω από το εκτυφλωτικό του φως, την επελαύνουσα, ανίκητη, υπερουράνια του λάμψη…

©Άγγελος Ποθουλάκης & Εκδόσεις Ραδάμανθυς


Για να προμηθευτείτε το βιβλίο συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983 091 058

Δωρεάν αποστολή για αγορές άνω των 30 ευρώ

Τιμή βιβλίου: τώρα 12,40 + τα έξοδα αποστολής

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

About Χρήστος Τσαντής - Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Εκδόσεις βιβλίων, εκδόσεις Ραδάμανθυς, Βιβλία, λογοτεχνία, Ψυχολογία, ιστορία, πολιτισμός, άρθρα γνώμης

Κατηγορία

Η παραίτηση, εκδόσεις Ραδάμανθυς

Ετικέτες

, , , , , , , , ,