Τα δυο πουγκιά

Γιώργος Ηλιάδης: Κοίταξα στα μάτια κάτι που φοβόμουν να δω σαράντα τρία χρόνια

«Τα συναισθηματικά αρχεία της μνήμης είναι όμορφα μα κρύβουν οδύνη»

Μία συζήτηση με τον Γιώργο Ηλιάδη, με αφορμή την έκδοση του δεύτερου βιβλίου του από τις  Εκδόσεις Ραδάμανθυς

«Το μαγκάλι» ξεκινά με τις μαγικές στιγμές που όλοι λίγο-πολύ έχουμε ζήσει κοντά στο τζάκι, ακούγοντας παραμύθια από αγαπημένα πρόσωπα που έφτιαξαν το ονειρικό τμήμα του ΕΙΝΑΙ μας, και αυτό μας βοηθά να σταθούμε στα πόδια μας και ν’ αντιπαλέψουμε τις τρομερές δυσκολίες της ζωής. Σε αυτά τα μαγκάλια προστρέχουμε όταν έχουμε ζόρια, από αυτά αντλούμε δύναμη για να προχωρήσουμε, αυτά μας έχουν πάει σε μαγικές διαδρομές. Θα ήθελα να το αφιερώσω σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μα και σε όλους τους εκπαιδευτικούς…». Γιώργος Ηλιάδης

Ο Γιώργος Ηλιάδης έχει γράψει μέχρι σήμερα δύο μυθιστορήματα: «Τα δύο πουγκιά» και «Το μαγκάλι». Και τα δύο έργα συνδέονται, μα διαβάζονται και αυτόνομα. Πηγαίος, γνήσιος και εκφραστικός, όπως πάντα, μιλά για το βιβλίο του και για όσα βίωσε καθώς έγραφε. Ο Γιώργος Ηλιάδης και οι Εκδόσεις Ραδάμανθυς, δεν αντιμετωπίζουν το βιβλίο ως «προϊόν», αλλά ως αυτό που πραγματικά είναι: μια μεγάλη κατάδυση στον εσωτερικό μας κόσμο, που όπως ο δύτης έχει ανάγκη από σταδιακή εξισορρόπηση της πίεσης καθώς επιστρέφει στην επιφάνεια της θάλασσας, έτσι και ο δημιουργός έχει ανάγκη το οξυγόνο της επικοινωνίας και της αλληλεπίδρασης για να γίνει ακόμα καλύτερος, ως συγγραφέας, ως άνθρωπος. 

Χρήστος Τσαντής    

«Το μαγκάλι» της παιδικής μας ηλικίας

Γιώργο, πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς το δεύτερο μυθιστόρημά σου, με τίτλο «Το μαγκάλι». Ποιο είναι το θέμα του βιβλίου σου;

dsc_0081

Γιώργος Ηλιάδης και Χρήστος Τσαντής, σε αυθόρμητο, αυτοσχέδιο θεατρικό δρώμενο στην παρουσίαση του βιβλίου «Τα δυο πουγκιά» στο Βενεράτο Ηρακλείου Κρήτης.

Γιώργος Ηλιάδης: Το θέμα ενός βιβλίου, έτσι κι αλλιώς είναι ο άνθρωπος. Όσα τον αφορούν, όσα θα έπρεπε να λύσει, όσα θα έπρεπε να σκεφτεί. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Στην προκειμένη περίπτωση το θέμα δεν είναι ένα. Είναι πολλά θέματα. Είναι σα να συνεχίζουν το ταξίδι των «δύο πουγκιών». «Το μαγκάλι» ξεκινά με τις μαγικές στιγμές που όλοι λίγο-πολύ έχουμε ζήσει κοντά στο τζάκι, ακούγοντας παραμύθια από αγαπημένα πρόσωπα που έφτιαξαν το ονειρικό τμήμα του ΕΙΝΑΙ μας, και αυτό μας βοηθά να σταθούμε στα πόδια μας και ν’ αντιπαλέψουμε τις τρομερές δυσκολίες της ζωής. Σε αυτά τα μαγκάλια προστρέχουμε όταν έχουμε ζόρια, από αυτά αντλούμε δύναμη για να προχωρήσουμε, αυτά μας έχουν πάει σε μαγικές διαδρομές. Θα ήθελα να το αφιερώσω σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μα και σε όλους τους εκπαιδευτικούς και τους καλούς, και τους ελλιπείς, και τους κακούς. Το λέω γιατί σαν μαθητής γνώρισα όλα τα είδη – έστω ένα μεγάλο τμήμα. Αυτοί μπορούν να σε ενεργοποιήσουν βγάζοντας στο φως της μέρας τον καλύτερο εαυτό σου ή απλά να σε αχρηστεύουν ανάλογα με το τι θέλουν, αν είσαι «δύσκολο, άτακτο άτομο» και να το πω ωμά: αν τους θέτεις ερωτήματα που δυσκολεύουν τη δική τους μορφή διδασκαλίας, δηλαδή ένα μπλα-μπλα που συνήθως επεδίωκε, στα δικά μου χρόνια μαθητείας, να σε κάνει παπαγάλο, να σε παραλάβει το σύστημα να σε κάνει ακόμη καλύτερο, να βγαίνεις να λες διάφορα και να κάνεις τον κόσμο περισσότερο ηλίθιο απ’ ό,τι είναι ήδη.

«Το Μαγκάλι» είναι ένα ταξίδι στη γνώση, προσπαθεί να γνωστοποιήσει τις προσπάθειες του ανθρώπου να επικοινωνήσει μέσω της γλώσσας, μέσω του βιβλίου, ξεκινά από τους πρωτοπόρους Σουμέριους και τη σφηνοειδή γραφή, φτάνει στον Γουτεμβέργιο και στο τύπωμα του πρώτου βιβλίου και φτάνει μέχρι το σήμερα. Ενδιάμεσα θέτει διάφορα ερωτηματικά για διάφορα μικρά και μεγάλα παραμύθια που έχουμε ακούσει. Δεν γίνεται, όμως, να σου μιλήσω για όλα τα θέματα, θα είναι σαν να σου διαβάζω όλο «Το μαγκάλι» και δεν πρόκειται να το κάνω, αλλά θα σου πω πως οι εκπλήξεις συνεχίζονται μέσα από το κείμενο και φτάνουν σ’ ένα τελικό σημείο, όπου όλοι όσοι έχουν ήδη παρευρεθεί στις εκδηλώσεις για την παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου (Τα δυο πουγκιά-κυκλοφορούν επίσης από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς), θα ανακαλύψουν έκπληκτοι πως είναι και οι ίδιοι πρωταγωνιστές του βιβλίου με τον δικό τους τρόπο.

Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, όμως, γύρω από τον οποίο εκτυλίσσεται ολόκληρη η πλοκή, ποιος είναι;

Ο Ιορδάνης είναι ο κεντρικός ήρωας, ένας ταλαίπωρος έμπορος που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας. Ο Ιορδάνης, λοιπόν, ξεκινά να κατέβει στην αγαπημένη του Κρήτη, να παρουσιάσει το πρώτο του βιβλίο κι εκεί συμβαίνει η αποκάλυψη. «Σκάνε μύτη» οι «δρόμοι του μεταξιού», οι δρόμοι της γνώσης, οι δρόμοι της αφύπνισης, γιατί μας έχουν μάθει να τα τρώμε όλα αμάσητα, μας «χώνουν» πληροφόρηση, ό,τι είδους γουστάρουν και εμείς «τρώμε» σαν αγελάδες σε κτηνοτροφική μονάδα… δεν έχουμε χρόνο για άλλα πράγματα γι’ αυτό και έχουμε κολλήσει σε εκείνο το παλιό: «Τυρί-ρύζι-γάλα-Καμπά», το οποίο έχει μετατραπεί πλέον σε «ΔΕΗ-ΟΤΕ-ΕΝΦΙΑ-ΕΦΚΑ… και το λουρί της μάνας», δηλαδή… το «λουρί της χώρας».

Γιώργο έχεις ασχοληθεί με το θέατρο, έχεις γράψει θέατρο, ενώ έχεις παίξει και σε γνωστές σειρές στην τηλεόραση. Μία από αυτές ήταν «Το νησί». Στις εκδηλώσεις που έγιναν για την παρουσίαση του πρώτου σου βιβλίου είπες ότι η εμπειρία των γυρισμάτων από αυτή την τηλεοπτική σειρά σε οδήγησε στη συγγραφή. Ποια ανάγκη, όμως, σε οδήγησε στο δεύτερο; Αυτά τα δύο συνδέονται; 

dsc_0085
Τα δυο πουγκιά στο Βενεράτο. Γιώργος Ηλιάδης, Μαρίνος Σμπώκος, Βαγγέλης Μαραγκάκης.

Το πρώτο βιβλίο ξεκίνησε σαν θεατρικές ή, αν θέλεις, σαν κινηματογραφικές σκηνές για το «Νησί». Ο Θ. Παπαδουλάκης, σκηνοθέτης της σειράς, ήταν ανοιχτός σε ιδέες κι έτσι άρχισα να αραδιάζω διάφορα στο χαρτί σαν διαλόγους, μα και σαν μαντινάδες σχετιζόμενες με την στιγμή, με την εποχή κ.λπ. Μερικές από τις μαντινάδες τις είπα κιόλας σε κάποιες σκηνές, άλλες ακούστηκαν καθαρά, άλλες όχι. Τώρα ας έρθουμε στο προκείμενο περί του ποια ήταν η αφορμή που ξεκίνησα να γράφω. Θα το πω ξεκάθαρα: προσπάθησα να μεγαλώσω το ρόλο μου στο «νησί». Εκείνο όμως που με έβαλε στη διαδικασία είτε θες είτε όχι να το πιστέψεις, ήταν πως φοβήθηκα το γεγονός ότι το έργο ήταν βαρύ και ήθελα να του προσθέσω μια νότα κωμική. Προσπάθησα να δημιουργήσω ένα δίδυμο Καφετζή-παπά που κάνει διάφορα στο νησί: γκομενίζει, πίνει, κάνει καντάδες, βαράει καμπάνες όταν έχει πιει πολύ, είναι μπερδεμένος με εμπόριο λαθραίων κ.λπ. Το διάβασα του σκηνοθέτη και πιστεύω πως του άρεσε, όμως την τελική έγκριση τη δίνει η σεναριογράφος και έπρεπε να περάσει από το δικό της βλέμμα. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω αν έφτασε ή αν πήγε αυτόματα σε κάδο σκουπιδιών, ακόμη και σήμερα δεν ξέρω. Πάντως καλά που δεν μου δόθηκε απάντηση γιατί αυτό με οδήγησε στο πρώτο, στο δεύτερο και τώρα στο τρίτο βιβλίο, μέσα από ένα όμορφο ταξίδι αυτογνωσίας. Είδες τι μπορεί να δημιουργήσει ένα ρολάκι, σε συνδυασμό με πείσμα, διάθεση και έρευνα;

«Το Μαγκάλι» είναι  κάτι σαν μεγεθυντικός φακός σε κάποια σημεία του, ειδικά στο τέλος εκεί που γίνεται άμεση σύνδεση με το πρώτο βιβλίο «Τα δυο πουγκιά», και ξανασυναντάμε κάποιους ήρωες με τα κανονικά τους ονόματα, κάποιους άλλους τους βλέπουμε ν’ αλλάζουν το όνομά τους, ο μικρός Γιώργος για παράδειγμα που έχει ορκιστεί να γίνει ναυπηγός, μεταβάλλεται στον δόκιμο συγγραφέα Ιορδάνη, ο ζωγράφος ο Χρήστος, «έρχεται» στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου για να συμβουλέψει το γιο του!

Για να διευκολύνουμε όσους διαβάζουν αυτές τις γραμμές, να πούμε ότι η μορφή του ζωγράφου, του Χρήστου, ο οποίος είναι ένας από τους βασικούς ήρωες στο μυθιστόρημά σου «Τα δυο πουγκιά», είναι βασισμένος στη μορφή του πατέρα σου. Γιώργο, πόσο εύκολο είναι να ανατρέχεις στα συναισθηματικά αρχεία της μνήμης, να συλλέγεις πληροφορίες και υλικό, να μεταπλάθεις, να δίνεις στον κόσμο τόσο δυνατές εικόνες και παράλληλα να τολμάς μια βαθιά κατάδυση σε αχαρτογράφητα νερά; Ρητορικό το ερώτημα. Ρωτάω, όμως, γιατί για όλους μας, όσοι τουλάχιστον θέλουμε να πορευτούμε στο δρόμο της αναζήτησης, της αυτογνωσίας, όπως είπες, το γράψιμο αποτελεί αναγκαιότητα. Είναι το οξυγόνο μας. Θα ήθελα να μας μεταφέρεις τη δική σου εμπειρία. Σε μία συνέντευξη στην εφημερίδα του Ηρακλείου, στην «Πατρίς», είχες πει ότι «η συγγραφή του βιβλίου μοιάζει με τη γέννηση ενός παιδιού». Και «ό,τι αν δε νοιώσει έτσι ο συγγραφέας, δεν θα αποδώσει η πένα του».

Θα έλεγα πως δεν μοιάζει μόνο με τη γέννηση ενός παιδιού, είναι κάτι πιο ολοκληρωμένο, αγκαλιάζει το όλο θέμα, απ’ τη στιγμή  της σύλληψης, το μεγάλωμα και τη γέννηση. Τα συναισθηματικά αρχεία της μνήμης είναι όμορφα μα κρύβουν οδύνη. Πρέπει να είσαι καλά προετοιμασμένος -όσο αυτό είναι εφικτό-για περίεργες αντιδράσεις του εαυτού σου, μερικές φορές μη ελέγξιμες, όσο μεγαλύτερη η αλήθεια σου, τόσο μεγαλύτερος είναι ο πόνος. Σ’ αυτά τα δυο βιβλία θα σου πω πως υπάρχουν τουλάχιστον τρεις σκηνές, τρία σημεία στα οποία τράβηξα μεγάλο ζόρι. Ίσως να σου φανεί παράξενο, μα στο πρώτο, μία από τις δύο σκηνές που με συνεπήραν και μ’ έκαναν να κλάψω πολλές φορές, είναι εκείνη που ο «κοπρίτης» – το σκυλί του Χρήστου – νιώθει το πλήρωμα του χρόνου, ξέρει πως θα πεθάνει κι έρχεται να σωριαστεί στα πόδια του. Ακολουθεί η ταφή του, ψηλά στο λόφο. Η άλλη είναι στο Μάλεμε, εκεί που μαζεύονται κάθε χρόνο οι αντιμαχόμενοι και κάνουν μνημόσυνο, εκεί που δίνονται τα εύσημα και τα παράσημα, μετά θάνατον, στα 20χρονα που τα έστειλαν στο σφαγείο. Γιατί υπάρχει ο πόλεμος; Πώς έφτασε ο άνθρωπος να φτιάξει κάτι τόσο άσχημο, τόσο θανατηφόρο, τόσο ολέθριο; Γιατί πρέπει να υποστεί όλα τα δεινά; ΓΙΑΤΙ; Μια τέτοια αφίσα είχα κολλήσει στον τοίχο του δωματίου μου, μ’ έναν φαντάρο που πέφτει σκοτωμένος και αναρωτιέται το ΓΙΑΤΙ. Η Τρίτη σκηνή είναι η τελική στο «Μαγκάλι», της παρουσίασης του βιβλίου. Τράβηξα κι εκεί ζόρι. Κοίταξα στα μάτια κάτι που φοβόμουν να δω 43 χρόνια.

Και οι τρεις σκηνές που περιγράφεις είναι πραγματικά συγκλονιστικές. Άρτιες λογοτεχνικά, ενώ θα μπορούσαν ακόμα και να παρουσιαστούν ως θεατρικά μονόπρακτα. Αλλά, ας αφήσουμε τους αναγνώστες να τις ανακαλύψουν στα δύο σου βιβλία που έχουν εκδοθεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς: «Τα δυο πουγκιά» και «Το μαγκάλι». Γιώργο, πότε προβλέπεις ότι θα παρουσιαστεί «Το Μαγκάλι», και τι συγγραφικά σχέδια έχεις για το άμεσο μέλλον;

Γιώργος Ηλιάδης - Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Ο Γιώργος Ηλιάδης στην παρουσίαση του μυθιστορήματος «Τα δυο πουγκιά» στο Πολύκεντρο Νεολαίας του Δήμου Ηρακλείου

«Το μαγκάλι», πιστεύω να το παρουσιάσουμε μέχρι τα μέσα Δεκέμβρη στο Ηράκλειο. Έτσι κι αλλιώς εκεί παρουσιάστηκε το πρώτο μου βιβλίο. Το σκηνικό του χώρου στο Πολύκεντρο Νεολαίας του Δήμου Ηρακλείου εντάχθηκε στη μυθοπλασία του επόμενου βιβλίου μου. Εκεί, λοιπόν, έχω παραγγείλει να στήσουν ένα μεγάλο μαγκάλι στη μέση του Πολυκέντρου της οδού Ανδρόγεω. Θα το ανάψω, θα του κοτσάρω κι ένα αλουμινόχαρτο από πάνω να ψήσω διάφορα: ξηρούς καρπούς, φέτες ψωμί, οφτές πατάτες, κάστανα… κι ύστερα θα πλακώσω τα παραμύθια κι όποιος αντέξει! Εγώ θ’ αντέξω σίγουρα να σας πω 2-3 ιστορίες. Όσο για το συγγραφικό μου μέλλον, έχω ετοιμάσει ένα «αποχαιρετιστήριο» βιβλίο. Αλλά για αυτό θα ήθελα να βάλουμε σε ψηφοφορία τον τίτλο του βιβλίου. Ετοιμαστείτε, βάλτε μέσα το ψηφοδέλτιο και ρίξτε το στην κάλπη. Τίτλοι που προτείνω είναι: 1] Ο Πλασιέ, 2] Ο Μπάμπης ο πλασιέ, 3] Ο πλασιέ ο Μπάμπης, 4] Ο λούκουμος, 5] Το κύκνειο άσμα, 6] Η αυλαία. Όλα δένουν ταμάμ με το περιεχόμενο. Ψηφίστε ό,τι θέλετε. Δεν υπάρχει πολιτική δέσμευση, καμία ενοχή κι ούτε εξαρτάται το μέλλον της χώρας από αυτή την ψηφοφορία.

Για παραγγελίες των βιβλίων του Γιώργου Ηλιάδη συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983 091058

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα και στην Κύπρο

Τιμές βιβλίων

Τα δυο πουγκιά: 15,90 (περιέχει και το ΦΠΑ 6%)

Το μαγκάλι: 16,90 (περιέχει και το ΦΠΑ 6%)

Γιώργος Ηλιάδης Το μαγκάλι

%ce%b5%ce%be-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%cf%80

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s