Μια γυναίκα του χωριού – Αναπαράσταση 50 χρόνια μετά – Αγγελική Μπεμπλιδάκη

σελίδα01

Η ομάδα του 2018 του Εργαστηρίου Δημιουργικής Γραφής και Αυτογνωσίας των Εκδόσεων Ραδάμανθυς, ολοκλήρωσε έναν από τους κύκλους δραστηριοτήτων της με μία «α΄σκηση» γύρω από την ταινία «Αναπαράσταση», του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Άνθρωποι της τέχνης, όπως ο Αγγελόπουλος δεν «φεύγουν» ποτέ από κοντά μας. Θέλουμε να τον φέρνουμε κοντά μας, αξιοποιώντας το έργο του μέσα από ζωντανές δράσεις, έτσι που πολλοί ακόμη άνθρωποι να το γνωρίσουν και να συνομιλήσουν με τις δημιουργίες του, έτσι που ακόμη περισσότεροι άνθρωποι να προβληματιστούν, να μπολιαστούν, να προβληματιστούν, να γονιμοποιήσουν ιδέες και προβληματισμούς, δίνοντας ώθηση στον τροχό της δικής τους δημιουργικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, το 2018 αλλά και το 2019, πραγματοποιήσαμε στο Εργαστήρι μια σειρά από βιωματικές ασκήσεις με θέμα την «Αναπαράσταση» και καταλήξαμε στην επιλογή ρόλων από τα μέλη της ομάδας, με βάσει τα πρόσωπα του έργου, δίνοντας φωνή στους πρωταγωνιστές της ιστορίας, μισό αιώνα μετά. 


Αναπαράσταση

Μια γυναίκα του χωριού – Αγγελική Μπεμπλιδάκη

Την έβλεπα να κατηφορίζει ντυμένη με τα καλά της. Σαν  να πήγαινε την Κυριακή στην εκκλησιά. Το κεφάλι στητό και τα μαύρα μάτια να μας καρφώνουν από ψηλά. Λες και τίποτα δεν είχε συμβεί.

Αγέρωχη, ανάμεσα στα όργανα της τάξεως που την περικύκλωναν. Κι ενώ στον άλλο είχαν περάσει χειροπέδες αυτή κατέβαινε με τα χέρια ελεύθερα. Σαν να μην τολμούσαν να την αγγίξουν. Σαν να  φοβόντουσαν να την αγγίξουν. Σαν να μην είχε διαπράξει κάτι ολέθριο.

Δεν άντεξα. Η φωνή βγήκε από μέσα μου χωρίς να το καταλάβω.

-Πουτάναααα!

Πως βρέθηκε η πέτρα στο χέρι μου; Δεν θυμάμαι πότε την μάζεψα. Μα ήταν εκεί λες και φανερώθηκε ξεπιτούτου. Για τον σκοπό αυτό. Την σβεντούριξα πάνω της και της χίμηξα.  Να  την δείρω, να την χτυπήσω. Να σβήσω από τα χείλη το προκλητικό χαμόγελο που μας περιγελούσε. Να της βγάλω τα μάτια. Που μας κοίταζαν αφ υψηλού. Σαν να μοίραζαν μυστικά που εμείς δεν ξέραμε. Να σημαδέψω αυτό το κορμί που όπου περνούσε ακόμα και τυλιγμένο σε δέκα στρώσεις ρούχα,  μαγνήτιζε τους άντρες μας.

Την έπιασα στα χέρια μου μια στιγμή. Έτοιμη ήμουν να την σουρομαδίσω. Να της τα βγάλω τα  μάτια. Προλάβανε οι χωροφυλάκοι και την κρύψανε με το κορμί τους. Γιουρούντηξα και πάλι. Βαρούσα όπου μπορούσα κι έβρισκα. Από το περιπολικό ακούστηκε η σειρήνα κι αυτό σα να με σταμάτησε μια στιγμή. Μόνο μια στιγμή. Κι ύστερα πάλι λακτίσματα, κλωτσήματα, μπουνιές. Όπου έφταναν τα χέρια και τα πόδια. Και κουβέντες…

-Κακούργα τον έφαγες! Κακούύύργα! Πουτάάάνα!

Τα καταφέρανε και την τραβήξανε. Την πήρανε από τα χέρια μας και την βάλανε στο περιπολικό. Μα είχα τόση μάνητα που έπιασα την πόρτα του αυτοκινήτου. Να την ανοίξω ήθελα να την βγάλω έξω την πουτάνα. Να  την χαμοκυλήσω. Να την πονέσω. Να δώ το αίμα της να τρέχει. Έτρεξα κάμποση ώρα κρατημένη από το αυτοκίνητο ώσπου ανέβασε ταχύτητα και μ έριξε πάνω στις πέτρες. Χτύπησα μα τότε ούτε που το πήρα είδηση. Ούτε πόνεσα, ούτε την πληγή είδα. Το βράδυ το κατάλαβα σαν πήγα να κοιμηθώ.

Ακούς εκεί όμως. Να φυλάνε τώρα οι πλερωτικοί, οι ανθρώποι του κράτους, τις πουτάνες.

Εμ βέβαια οι τίμιες και οι ηθικές καλό δεν βλέπουνε πουθενά. Όλοι προσέχουνε τις άλλες. Τις πεταχτές. Αυτές  που παίζει το μάτι τους. Αυτές σαν την Ελένη• που τους βάζουν μέσα στο βρακί τους. Και τους παίρνουν στο λαιμό τους. Δες και τα χαϊρια του αλλουνού. Του Χρηστάκη ντε. Έρωτες ήθελε ο δικός σου. Δε τούφτανε η γυναίκα του; Τώρα να δούμε θέλει πότε θα βγεί από την φυλακή .

Κι η άλλη; Τι νόμιζε. Πως ήτανε αυτή καλύτερη μας; Όλες δεν βράζαμε στο ίδιο καζάνι; Δεν απομέναμε όλες στα ερημωμένα χωριά μόνες να μεγαλώνωμε κοπέλια και να γεροκομούμε γερόντους; Και η ζωή να περνάει δίπλα και μείς να την ξανοίγουμε από μακριά. Και το κορμί να μαραίνεται να στεγνώνει.  Να ξεχνά τη φύση του και να γίνεται ένα κουτσούρι.

Δεν είμαστε γυναίκες εμείς; Δεν είχαμε καρδιά ν’ αγαπήσουμε εμείς; Και κορμί να πέσει ο άντρας πάνω του να το οργώσει;

-Εμ τον ξέραμε και μείς Ελενίτσα τον τρόπο. Μπορούσαμε και μείς να βρούμε αγαπητικούς. Μπορούσαμε σαν θέλαμε και τους άντρες μας να ξεκάνουμε και την ζωούλα μας να γλεντήσουμε.

 Μπορούσαμε. Μα  δεν θέλαμε.

 Είμαστε τίμιες εμείς.

 Έχωμε φόβο Θεού εμείς.

                                                                       24/2/2018

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s