Το χωριό των Αυγερινών – Αντώνης Ελ Σχετάκης

Οι πρώτες σελίδες από το μυθιστόρημα του Αντώνη Έλ. Σχετάκη «Στους δρόμους του Αυγερινού»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

 

Αντώνης Σχετάκης-Στους δρόμους του Αυγερινού

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΛΕΕΙ πως οι Αυγερινοί, οπλοποιοί, πολεμιστάδες πεζοί και ιππείς κατάφραχτοι του αυτοκρατορικού στρατού, αλλά και ξακουστοί μάστορες, χτίστες, πελεκάνοι, σιδεράδες, πεταλωτήδες, μαραγκοί, ήρθαν από την Πόλη γύρω στα 1200. Η Βασιλεύουσα ήθελε να κηδεμονέψει το νησί της Κρήτης για να διαφεντεύει τους θαλάσσιους δρόμους ανάμεσα στις τρεις αρχαίες στεριές που ζώνουν τη Μεσόγειο και ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός έστειλε τον γιο του Ισαάκιο και δώδεκα αρχόντους του Βυζάντιου με εκατό και μία γαλέρες γεμάτες μέχρι τα παραπέτια προμήθειες και πρόθυμους αποίκους να κατακτήσουν τη δυτική άκρη του νησιού. Αφού πόδισαν διαδοχικά στη Μονεμβασιά, στο Τσιρίγο και στο Σιγγλιό, πέρασαν ανοικτά από τη Γραμπούσα και άγγιξαν σε μια ακτή της Κίσσαμος μισή αναπνοή δρόμο νοτιότερα. O γιαλός πίσω από το Μαύρο Μόλο – ένα βραχίονα μακρύ ίσα με εκατό μέτρα από πελώριες μαυρόπετρες τακτοποιημένες απ’ τους Πελασγούς στη σειρά, κόντρα στο βοριά – ήταν σίγουρο αγκυροβόλιο. Οι δώδεκα επικεφαλής αρχοντογεννημένοι βυζαντινοί, με τις φαμίλιες και τους υποτακτικούς τους, ξεμπάρκαραν στην ακτή και ξεφόρτωσαν το φορτίο, όπλα, εργαλεία, προμήθειες, στήνοντας σκηνές με τη σημαία του αυτοκράτορα στην κορυφή κι ολόγυρα τα μπαϊράκια τους με τα χρώματα και τους θυρεούς του οίκου του ο καθένας.

Οργανοπαίχτες, ακροβάτες και χορεύτριες έστησαν χορούς στην άμμο καλώντας τους, εντυπωσιασμένους από την αρμάδα, ντόπιους να πάρουν μέρος στο γλέντι. Δίπλα, οι κωλοπετσωμένοι τσαμπάσηδες(1) ξεπέρασαν εύκολα τους δισταγμούς τους να αποχωριστούν την πατρική γη. Μοιράζοντας πουγκιά με «άσπρα και κίτρινα», ασημένια και χρυσά νομίσματα με τη μορφή του αυτοκράτορα Αλέξιου, αγόρασαν εκτάσεις γης, λιόφυτα, αμπέλια, σπίτια, καλλιέργειες και ζώα, με αντάλλαγμα ένα δερμάτινο πουγκί που μέσα του κουδούνιζε μεθυστικά Βυζαντινό χρήμα.

Οι Αυγερινοί αγόρασαν κι εκείνοι με δέκα άσπρα ένα κομμάτι γης στη γαρμπινή πλευρά του βουνού που εγκαταστάθηκε ο Ισαάκιος, στα νοτιανατολικά της Κισσάμου, σ’ ένα ύψωμα διακόσια μέτρα ψηλό, σκέτο πέτρες κι αργιλόχωμα, και ρίζωσαν στον ξερότοπο δίνοντας το όνομά τους στη περιοχή και στο χωριό που έχτισαν προς το βασίλεμα του ήλιου πάνω από την κοιλάδα της Ποταμιάς.

Αυγερινή: το χωριό των Αυγερινών. Περισσότερα από εξακόσια χρόνια η οικογένεια αυτή κατάφερε να επιζήσει εδώ, κόντρα στους αυταρχικούς Βενετούς κατακτητές και σε διαρκή σύγκρουση με τους βάρβαρους Οθωμανούς που τους διαδέχτηκαν ύστερα. Όσοι απ’
τους νέους της Αυγερινής σκόπευαν να παντρευτούν, έχτιζαν με τη βοήθεια συγγενών και φίλων το σπίτι τους πριν πάνε γαμπροί στην εκκλησία. Τα σπίτια, πύργοι με στενά παράθυρα, με την κάμαρα του ζευγαριού και τους κοιτώνες για τα μελλοντικά τέκνα στο
ανώγειο και τις αποθήκες, τους κοινοβιακούς χώρους, τις κουζίνες και το αχούρι στο ισόγειο, επικοινωνούσαν μεταξύ τους με υπόγεια λαγούμια, εξασφαλίζοντας τη διαφυγή τους απ’ τους διωγμούς των Βενετών και αργότερα των Τούρκων. Σε ένα τέτοιο δίπατο καμαρόσπιτο, πύργο απόρθητο, φάτσα στον πουνέντε, δίπλα στην εκκλησιά τ’ Άη Γιώργη, ζούσε ο Νικόλας Αυγερινός με την γυναίκα του την Ηρακλεία.

Οι πελεκητές αμυγδαλόπετρες, τα φουρούσια στα παράθυρα και τα σκαλιστά κοσμήματα πάνω από τις τοξωτές πόρτες του σπιτιού, μαρτυρούσαν τέχνη στο πελέκημα, στο χτίσιμο και στο αρμολόιμα. Απέναντι από το φουρνόσπιτο, ο αχυρώνας χτισμένος με σοφία.
Εκεί φύλαγαν σπόρους και εργαλεία για τη σπορά, το θερισμό, τον τρύγο, το λιομάζωμα, και άχερα για τη διατροφή των ζώων τον χειμώνα. Ταυτόχρονα, στις πέτρινες κρύπτες του έκρυβαν λιανοτούφεκα κι από κει ξεκινούσαν οι στοές που οδηγούσαν στα υπόγεια λαγούμια. Ο Βενέτης, ο σκύλος του σπιτιού, τσακωνόταν διαρκώς με τον γάιδαρο, τη φοράδα και το μπεγίρι (2) της οικογένειας και με τα περιστέρια που γουργούριζαν στις σκαλοθυρίδες (3), Αλέτρια, δρεπάνια, βωλόσυροι (4), λιχνίστρες, σκοινιά, καπίστρια και λογής-λογής
σύνεργα και εργαλεία ήταν κρεμασμένα στο τοίχο και στη μουρνοπούλα στη γωνιά ή περίμεναν ακουμπισμένα στο καλντερίμι της αυλής. Οι πόρτες του περίγυρου που αγκάλιαζε την αυλή, καμωμένες από πελεκημένους κορμούς κυπαρισσιού δυο μπόγια ψηλές μέχρι το τελείωμα του τοίχου, διπλοσφάλιζαν με σιδερένιες αμπάρες. Αν κάποιος ανεπιθύμητος τις παραβίαζε, πράγμα απίθανο, βρισκόταν απέναντι από τις πολεμίστρες – στενές σχισμές στο τοίχο που φάρδαιναν προς τα μέσα – όπου παράστεκαν οι Αυγερινοί με γεμάτα τουφέκια, καψούλια, βόλια και μπαρούτι και τον σημάδευαν όπως οι Βυζαντινοί παππούδες τους με βαλίστρες, βέλη και τόξα.

«Σειρικό το βασιλίκι» λένε, κι ο Νικόλας διατηρούσε άξια την οικογενειακή φήμη των μαστόρων στο χτίσιμο, χωρίς να ξεχνά ότι το σόι του απ’ τον καιρό του αυτοκράτορα Αλέξιου ήταν σόι πολεμιστάδων. Αυτό το ήξεραν και οι Τούρκοι στην κοιλάδα, γι’ αυτό όχι μόνο δεν τον ενοχλούσαν αλλά – κι όταν τον έβλεπαν καβάλα στο μπεγίρι του να ξεχύνεται σαν άνεμος και να διασχίζει τους τουρκομαχαλάδες της ποταμιάς – προτιμούσαν να μανταλώνονται στα κονάκια τους παρά να διασταυρωθούν μαζί του.

Ο Νικόλας, άντρακλας ψηλός σαν κυπαρίσσι και δυνατός σαν ταύρος, με αετίσια μάτια που σπίθιζαν σαν αναμμένα κάρβουνα, με μπράτσα που φάσκιωναν στριφωχτά οι φλέβες και κούτελο χαρακωμένο από βαθιές ρυτίδες κάτω από τα κρόσσια του κεφαλομάντηλου που τιθάσευε τα μακριά σγουρά μαλλιά του, άφηνε τακτικά τη γυναίκα του την Ηρακλεία να κουλαντρίζει αμοναχή τα κτήματα και τα ζωντανά τους, ενώ αυτός μαζί με άλλους, διαρκώς επαναστατημένους Κισσαμίτες, κυνηγούσε τους Τούρκους, πότε στα ορεινά της Κισσάμου, στη Μελισσιά και στο Σάσαλο και πότε στη Κυδωνία και στον Αποκόρωνα. Ξεχύνονταν καβάλα στα μπεγίρια τους και με πρωτοκαβαλάρη τον Άη Γιώργη κυνηγούσαν τον δράκο, τον καταραμένο τον Τούρκο, που μόλευε τον τόπο και στράγγιζε με τους φόρους και τα χαράτσια του το βιός τους.

1. Τσαμπάσηδες ήταν οι ζωέμποροι της εποχής

2. Μπεγίρι (τουρκική beygir): το άλογο

3. Οι τρύπες που μένανε στον τοίχο μετά την αφαίρεση της
σκαλωσιάς όπου φύλαγαν μικροπράγματα.

4. Συρόμενο ξύλινο εργαλείο αλωνίσματος σιτηρών.


Το βιβλίο του Αντώνη Ελ. Σχετάκη είναι ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ένα έργο που θα μας ταξιδέψει από την Κίσσαμο και τα Χανιά, στην Οδησσό στη δύση του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Ένα συγκλονιστικό, κινηματογραφικό ταξίδι σε εποχές που δεν ζήσαμε, μα που ο συγγραφέας φροντίσει να αναπλάσει ως και στην τελευταία λεπτομέρεια…

Διαβάστε περισσότερα: ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s