Μετάβαση στο περιεχόμενο

Διήγημα – Μαίρη Βαβουράκη

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Μαίρη Βαβουράκη

Εμείς, όταν λέγαμε «Πάσχα στο χωριό», εννοούσαμε το «Πάσχα στην Κρύα Βρύση». Αν δε φεύγαμε Σάββατο ή Κυριακή των Βαΐων, το αργότερο Μεγάλη Δευτέρα πρωί, ήμασταν εκεί. Μια συνήθεια που κράτησε αρκετά χρόνια και δε θυμάμαι πότε σταμάτησε…

Μαζί με τα καινούρια μου ρούχα, τη λαμπάδα μου, το χάρτινο φαναράκι μου, έβαζα στην τσάντα μου και αποξηραμένο χαμομήλι. Αυτή τη συνήθεια δε θυμάμαι πότε την ξεκίνησα…

Με τον ερχομό της  Άνοιξης,  το περιβόλι της κ. Ευσεβίας, που βρισκόταν δίπλα στο πατρικό μου, γέμιζε μεταξύ άλλων και μ’ εκείνα τα λευκά μοσχοβολιστά ανθάκια, τα οποία συλλέγαμε με τη γιαγιά Φωτεινή, αποξηραίναμε και τοποθετούσαμε σε γυάλινα βάζα.

Ραδάμανθυς - Τεύχος 2Γνωρίζοντας πως θα πάω στο χωριό το Πάσχα, έφτιαχνα ένα, για την προγιαγιά Ασπασία, τη γιαγιά του πατέρα μου. Ποτέ δεν έμαθα, αν το έπινε εκείνο το χαμομήλι που της πήγαινα κάθε χρόνο, όμως το δεχόταν με τόση χαρά και το ξεπλήρωνε με τόσες αγκαλιές, που, ο κόσμος να χαλούσε, εγώ έπρεπε να έχω μαζί μου εκείνο το ασπροκίτρινο γέννημα της ομορφότερης εποχής του χρόνου και ό, τι άλλο σκεφτόμουν για δώρο, ώστε να της το κρατάω, όταν θα πήγαινα στο χωριό.

Μόλις φτάναμε, λοιπόν, στην Κρύα Βρύση, έπαιρνα το δωράκι μου κι ανηφόριζα το Κοθιανό, ένα στενό ανηφορικό σοκάκι που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι μας, με αρχικό προορισμό την πλατεία του χωριού και στη συνέχεια, το σπίτι της προγιαγιάς. Εκεί στο Κοθιανό, έξω από την πόρτα του σπιτιού της, καθόταν πάντα μια γριούλα ντυμένη στα μαύρα. Δεν ξέρω, ακόμα και σήμερα, τίποτα γι’ αυτή τη γριούλα παρά μόνο πως το όνομα της ήταν Ελένη (Ελενιά, όπως τη φώναζε ο μπαμπάς μου) και πως μου ανταπέδιδε με μεγάλη προθυμία το χαιρετισμό που της απηύθυνα κάθε φορά που τη συναντούσα. Το σπίτι της ήταν χαμηλοτάβανο και μύριζε πολύ άσχημα, όποτε περνούσες από  μπροστά. Θύμιζε πιο πολύ στάβλο παρά σπίτι, μα ποτέ δεν στάθηκα στη μυρωδιά αυτή. Σα να μην υπήρχε. Τι μπορεί να κάνει σ’ ένα παιδί ένας καλοσυνάτος χαιρετισμός! Άρχισα να φέρνω και σε κείνη χαμομήλι, λουκουμάκια κι ό, τι άλλο σκεφτόμουν κατά καιρούς. Ακόμα τη θυμάμαι να τα παίρνει και να τα κρατάει στα χέρια της με ευλάβεια, σα να κρατούσε θησαυρό, και γεμίζει, όπως και τότε, η ψυχή μου με Άνοιξη.

     Αφού μοίραζα τα δώρα μου, η εβδομάδα των παθών του Κυρίου ήταν για μένα, όπως και για τα υπόλοιπα παιδιά που μαζευόμασταν στο χωριό, μια από τις πιο όμορφες εβδομάδες του χρόνου. Καμιά μέρα δεν έμοιαζε με την άλλη. Τα πρωινά δίναμε ραντεβού στην πλατεία του χωριού για βόλτες, παιχνίδια, γέλια και τη νύχτα στο γυναικωνίτη της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Εκεί πάνω μαζευόμασταν όλοι και γινόταν τέτοια ταραχή που κάθε τόσο σταματούσε τη λειτουργία ο παπά-Ηλίας, για να παρακαλέσει να κάνει ησυχία ο «γυναικωνίτης». Από εκεί, κατεβαίναμε μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή, για να ψάλλουμε τα εγκώμια. Από τη μία πλευρά του επιταφίου μαζεύονταν τα αγόρια κι από την άλλη τα κορίτσια κι έτσι ,χωρίς καμιά πρόβα, ψάλλαμε εναλλάξ  βοηθούμενοι οι μεν από τον ιερέα και οι δε από τον ψάλτη. Δεν έφτανε που ήμασταν παράφωνοι, αλλά, συχνά πυκνά, βάζαμε και τα γέλια πράγμα που έκανε τον ιερέα να παρεμβάλει ανάμεσα στις ψαλμωδίες ένα μακρόσυρτο «σσσσουτ» ή και να διακόπτει, για να μας συνετίσει. Τέτοιο γέλιο σαν εκείνο της Μεγάλης Παρασκευής των παιδικών μου χρόνων δεν θυμάμαι να το ξαναγέλασα. Και τόσο ωραία έδεναν τα αγνά παιδικά μας γέλια με την πένθιμη ατμόσφαιρα της Μ. Παρασκευής, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό, που είμαι σχεδόν βέβαιη πως ακόμα και ο Χριστός θα στεκόταν σε μια γωνιά της εκκλησίας και, κοιτάζοντας μας, θα χαμογελούσε…

  ΡέθυμνοΤο Μ. Σάββατο επιστρέφαμε σπίτι, νωρίς το μεσημέρι, κι αφού κάναμε όλοι μπάνιο, τρώγαμε και μετά έπρεπε να κοιμηθούμε, για να μη νυστάζουμε το βράδυ της Αναστάσεως. Δε θυμάμαι ποτέ να κοιμήθηκα. Ξάπλωνα, σηκωνόμουν και τριγύριζα στην αυλή… Πριν φύγουμε για την εκκλησία, πάντα στεκόμουν για λίγο, να παρακολουθήσω τις φωτιές που άναβαν στα απέναντι χωριά, στις Μέλαμπες και τα Σαχτούρια, για να κάψουν τον Ιούδα. Έναν Ιούδα τον οποίο άλλοι χαίρονταν να τον τιμωρούν, καίγοντας τον και  άλλοι όπως για παράδειγμα η αδερφή μου, τον πενθούσαν όπως και το Χριστό. Η Γωγώ, λοιπόν, τον λυπόταν πάρα πολύ και κλαψούριζε κάθε φορά που τον αναφέραμε. Εκεί, λοιπόν, που όλοι πηγαίναμε πάνω κάτω, καθώς ετοιμαζόμασταν για την Ανάσταση άκουγες τον θείο το Μανώλη να λέει: « που λες Γωγώ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης…», τη Γωγώ να λέει «θείε σταμάτα…» και να γκρινιάζει και τον μπαμπά μου να λέει «άσε, μωρέ Μανώλη το κοπέλι να μη στενοχωριέται…». Τότε ο θείος Μανώλης ξεκαρδιζόταν στα γέλια, όπως κι εμείς τα υπόλοιπα παιδιά, κι έλεγε πως αναφερόταν σ’ ένα κατσικάκι που είχε ίδιο με τον Ιούδα όνομα κι όχι στο γνωστό «προδότη»…

   Κλείνω τα μάτια και όλα περνούν από μπροστά μου τόσο ζωντανά και τόσο φρέσκα σαν να μην πέρασε μια μέρα. Μας βλέπω, τη Μ. Παρασκευή να περπατάμε το χωριό απ’ άκρη ως άκρη για να μαζέψουμε Αρισμαρί (Δενδρολίβανο) να το πάμε στην εκκλησία και να το παραδώσουμε στις κυρίες που στόλιζαν τον επιτάφιο, για να τον ντύσουν με αυτό το μοσχοβολιστό βότανο…  Βλέπω τις γυναίκες να μπαίνουν στις καρότσες φορτηγών να κατεβαίνουν στο κάτω χωριό, για να πλύνουν, στην εκεί βρύση, τα έντερα των ζώων που θα έκαναν το βράδυ μαγειρίτσα… Βλέπω κι ένα κοπάδι από πρόβατα κι ένα αρνάκι μικρούτσικο ανάμεσα τους…

Θυμάμαι φεύγαμε, από το σπίτι, εγώ και η Γωγώ που τότε ήταν πολύ μικρούλα, με προορισμό την πλατεία της Κρύας Βρύσης. Κάτω ακριβώς από το σπίτι μας περνούσε ένα μικρό κοπάδι από πρόβατα. Είχαμε σταθεί, για να περάσουν, και το βλέμμα μου καρφώθηκε σ’ ένα τοσοδούλικο αρνάκι. Δεν ξέρω πώς το κοίταζα, αλλά μάλλον ο θαυμασμός μου γι’ αυτό το πλάσμα ήταν τόσο έκδηλος που τράβηξε την προσοχή του ιδιοκτήτη του, ενός γλυκού ανθρώπου που χωρίς να ξέρω συμπαθούσα πάρα πολύ. «Να σου το χαρίσω;» με ρώτησε και λες και μου είπε πως θα μου δώσει χρυσάφι. «Ναι» του απάντησα με ενθουσιασμό, χωρίς να το πολυσκεφτώ. Το είχα πιστέψει πως θα μου το έδινε και τόση ήταν η χαρά μου που μάλλον έφερα σε δύσκολη θέση τον καλό εκείνο βοσκό ο οποίος δεν ήξερε πώς να μου πει ότι αστειευόταν.

«Θα σου το χαρίσω, αν μου δώσεις κι εσύ την αδερφή σου, θα μου τη δώσεις;» με ρώτησε. Γύρισα και κοίταξα τη Γωγούλα που ήταν επίσης ένα μικροσκοπικό πλασματάκι άσπρο με ξανθά μπουκλάκια και πράσινα μάτια και σκέφτηκα πως ήταν δίκαιη η δοσοληψία. «Ναι, σας τη δίνω» του είπα και τον έκανα να ξεκαρδιστεί στα γέλια. Δε μου είπε τίποτα άλλο. Έφυγε, γελώντας ενώ εγώ είχα μείνει με την απορία, γιατί δε μου έδωσε το αρνάκι, αφού είχαμε καταλήξει σε συμφωνία.

     Ο δεύτερος σε σειρά που ξεκαρδίστηκε στα γέλια, όταν του ανέφερα το περιστατικό, ήταν ο μπαμπάς μου. Μάλιστα, του έδειξα εκείνο τον κύριο, για να τον ρωτήσω ποιος είναι. Μου είχε πει, μα δεν το συγκράτησα (ήμουν πάντα πολύ αφηρημένη και ενώ έκανα  ερωτήσεις δεν άκουγα τις απαντήσεις, με αποτέλεσμα να διατυπώνω τις ίδιες  ερωτήσεις μετά από λίγο. Το έκανα τόσο συχνά που στο τέλος οι άλλοι θύμωναν. Με τον καιρό, σταμάτησα να ρωτάω για οτιδήποτε, επειδή δεν θυμόμουν, αν το είχα ξαναρωτήσει). Δεν χρειαζόμουν όνομα, για να τον συμπαθώ. Ήταν ο κύριος με το τοσοδούλικο και πανέμορφο αρνάκι. Φέτος, μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια, τον ξαναθυμήθηκα και ξαφνικά θέλησα η εικόνα μου ν’ αποκτήσει όνομα. «Ο Δεσποινο-Μιχάλης ήταν» είπε ο μπαμπάς, όταν τον ρώτησα, κι εγώ έσπευσα να το σημειώσω…

    Είναι κάποιες αναμνήσεις που δε σβήνουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Είναι κάτι πρόσωπα που ακόμα κι αν έφυγαν είναι ακόμα εδώ και τίποτα δεν τα σβήνει από τη μνήμη κι από την καρδιά. Είναι κάτι «παλιά» γέλια που, αν και έχουν πάψει να ηχούν, είναι πιο ηχηρά από κάθε καινούριο.  Δε λυπάμαι που δε θα ξαναγυρίσουν εκείνες οι εποχές. Αφού μπορεί η ανάμνηση τους να με κάνει να γελώ, να χαμογελώ, να συγκινούμαι είναι σα να μην έφυγαν ποτέ. Στην τελευταία μου επίσκεψη στο χωριό, ανηφόρισα το Κοθιανό. Στάθηκα μπροστά από την πόρτα της γριούλας κι ενώ το στενό δεν κατοικείται από κανέναν πια, εγώ κατάφερα να δω όχι μόνο εκείνη να κάθεται στο κατώφλι του σπιτιού της αλλά είδα κι εμένα παιδί να της δίνω αποξηραμένο χαμομήλι και λουκούμια.

                                            ΗΡΑΚΛΕΙΟ    07.04.2018

                                            Μαίρη Βαβουράκη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: