Διήγημα

Φωτεινή – Σμαράγδη Νικολακάκη

Διήγημα*

Φωτεινή

Γράφει η Σμαράγδη Νικολακάκη

«Είναι η νύχτα καιρός για να κλαις, να ποτίζεις με ανείδωτα δάκρυα παλιών χρόνων χαμένες χαρές που κοιμούνται στης μνήμης μιαν άκρια»

Διήγημα Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Είμαι πενήντα χρόνων και οι παροιμιώδεις σωματικές αντοχές μου έχουν αρχίσει να μειώνονται. Παρασκευή αργά το απόγευμα γυρνώ  στο σπίτι κουρασμένη από το γραφείο. Ο καιρός βροχερός και μουντός από το πρωί, έχει ενισχύσει την μελαγχολική μου διάθεση στην προοπτική ενός μοναχικού σαββατοκύριακου. Η αλήθεια είναι πως κάποιες συναδέλφισσες από το γραφείο μου πρότειναν να βγούμε για ένα ποτό το βράδυ. Αρνήθηκα.

Παρ’ όλη τη μοναξιά και τη μελαγχολία, απόψε θέλω να ασχοληθώ με τις φωτογραφίες μου. Ένα ζευγάρι παντόφλες, ένα ζεστό τσάι, τα αγαπημένα μου βουτήματα, και να ‘μαι αγκαλιά με τους φακέλλους και τα φωτογραφικά άλμπουμ έτοιμη να κάνω παρέα με τα όνειρα και τις αναμνήσεις μου.

Τα απλώνω πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Το σπίτι όλο δικό μου. Τα παιδιά μακρυά στα πανεπιστήμιά τους, κι εγώ αυτή την εποχή χωρίς σύντροφο,  είμαι μόνη να κάνω ό,τι θέλω, όπως το θέλω, όταν το θέλω. Η ζωή με έβαλε πολλές φορές σε κακοτράχαλα μονοπάτια, με άφησε πολλές φορές μόνη κι εγώ πιάστηκα από νεαρή ηλικία από δυο μεγάλες αγάπες που έδωσαν και δίνουν σταθερά νόημα στη ζωή μου για να κρατηθώ όταν η μοναξιά ήταν αφόρητη.

Κίσσα στο χιόνι, Κλώντ Μονέ 1840-1926

«Η Κίσσα στο χιόνι», έργο του Κλοντ Μονέ (1830-1926)

Είχα και έχω την φωτογραφική μου μηχανή και το μολύβι μου. Με την μηχανή αποθανατίζω το φως και την ομορφιά ακόμα κι όταν όλα γύρω μου, κι εγώ μαζί, είναι βυθισμένα στο σκοτάδι. Μου αρέσει το φως. Τα θέλω όλα φωτεινά. Προσπαθώ να είμαι πάντα γελαστή και να εκπέμπω χαρά ακόμα κι όταν τα προβλήματα είναι μεγάλα. Νοιώθω ότι έτσι  βοηθώ τους ανθρώπους όσο μπορώ και δεν τους φορτώνω αναίτια με τα δικά μου προβλήματα.

Το άλλο μου πάθος, το γράψιμο μαζί με το διάβασμα με έχουν βοηθήσει να αντιμετωπίσω πολλές δυσκολίες στη ζωή μου ξεκινώντας από τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας. Πιο δύσκολα για μένα από τα άλλα συνομήλικα μου παιδιά. Τα δικά μου προβλήματα! Να αρχίσω από πού, για να τελειώσω που και πότε;

Ψαχουλεύω τους φακέλους με τις αταξινόμητες φωτογραφίες. Κάπου έχω ένα φάκελο που δεν τον ανοίγω συχνά γιατί πονάει. Μα απόψε θέλω να βγει ο πόνος προς τα  έξω, να τον αντιμετωπίσω άλλη μια φορά και να ανακουφιστώ από το ασήκωτο βάρος που κουβαλώ. Α! Να… εδώ είναι ο φάκελος που ψάχνω. Να και οι κρυμμένες φωτογραφίες, εκείνες με τους αγαπημένους που στερήθηκα τόσο στη ζωή.

Να ο μπαμπάς ντυμένος με την στρατιωτική του στολή, κρατά από το χεράκι την μεγάλη αδελφή, ένα γλυκό κοριτσάκι γύρω στα τέσσερα του χρόνια. Δίπλα του η μαμά κρατά εμένα στην αγκαλιά. Ήμουν τότε ενός χρόνου. Πίσω μας ο Λευκός Πύργος. Μόλις είχε πάρει ο μπαμπάς μετάθεση και είχαμε μετακομίσει οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη. Είναι η τελευταία φωτογραφία που έχω και με τους τέσσερις μας. Σχεδόν αμέσως μετά ήρθε ο χωρισμός τους και ο χωρισμός μας. Σαν κάποιο αόρατο χέρι να πήρε ένα ψαλίδι και να έκοψε τη φωτογραφία στη μέση. Ο μπαμπάς με την Άννα μαζί, κι εγώ με τη μαμά. Ποτέ ξανά όλοι μαζί. Ο καθένας πήρε το δικό του παιχνίδι και έφυγε.

Οι άνθρωποι έχουν την ψευδαίσθηση ότι αποφασίζουν αυτοί για την ζωή τους. Τίποτα πιο αναληθές! Οι ζωές όλων μας είναι σημαδεμένες από ορόσημα που δεν τα επιλέγουμε εμείς. Εμείς κάθε φορά καλούμαστε να επιλέξομε την στάση μας απέναντι σε αυτά. Ένα βρέφος όμως ενός έτους που χωρίστηκε από τον πατέρα του και από την αδελφή του δεν μπορούσε  να διαλέξει τίποτα. Αυτή η σκέψη είναι αρκετή για να πλημμυρίσουν τα μάτια μου δάκρυα.

Η ησυχία του σπιτιού διακόπτεται από το θόρυβο του κινητού που έχω δίπλα μου. Ρίχνω μια ματιά στην οθόνη πριν απαντήσω. Είναι η κόρη μου. Προς στιγμή νομίζω πως θα με δει να κλαίω και σκουπίζω τα μάτια, καθαρίζω την φωνή και απαντώ. Μου τηλεφωνούν και αυτή κι ο αδερφός της κάθε βράδυ, αρκετές φορές με τις πιο ανόητες δικαιολογίες, μόνο και μόνο για να βεβαιωθούν ότι είμαι εκεί και είμαι καλά. Ανησυχούν όταν με νοιώθουν μόνη.

Κήπος και φωτιά, Αλέξης Ακριθάκης 1939-1994

«Κήπος και φωτιά», έργο του Αλέξη Ακριθάκη (1939-1994)

Τα παιδιά μου, η χαρά και το φως της ζωής μου. Από την ημέρα της γέννησης τους προσπαθώ να έχουν ένα απάνεμο λιμάνι, ένα σπίτι-φωλιά για να αντλούν δύναμη, θάρρος και θετική ενέργεια κάθε φορά που τη χρειάζονται. Θέλω να έχουν ό,τι εγώ λαχτάρησα και στερήθηκα. Ευτυχώς  συμφωνούμε σε αυτό με τον πατέρα τους . Μπορεί εμείς τελικά να μην τα βρήκαμε, αλλά παραμείναμε καλοί φίλοι και ομονοούντες γονείς. Με νοιάζεται και τον νοιάζομαι και οι δυο μαζί τα παιδιά μας.

Βρίσκω και την φωτογραφία του γάμου με τον Γιάννη. Κοιτάζω προσεκτικά. Την διαφορά στα χρόνια εγώ τότε δεν την έβλεπα. Κι όμως είναι εδώ αποτυπωμένη στο χαρτί. Πολύ νεότερη εγώ, θαμπωμένη από την αίγλη του ώριμου και πετυχημένου πανεπιστημιακού μου δασκάλου, αφέθηκα στην σαγήνη του έρωτα και της πιο μεγάλης λαχτάρας μου. Να φτιάξω μια φωλιά για εμένα και την οικογένεια που τόσο λαχταρούσα. Άλλη μια ψευδαίσθηση από την εποχή του έρωτα και της νιότης. Στον γάμο δεν μπαίνουμε ψάχνοντας τα κενά της παιδικής μας ηλικίας και δεν θυσιάζουμε τα βασικά μας όνειρα. Εγώ τα έκανα και τα δυο αυτά λάθη.

Έπειτα, όταν πήρα το πρώτο μου πτυχίο, επιθυμούσα ένα μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Υπηρεσιών Υγείας. Τόσα χρόνια τριγυρίζοντας μέσα στα νοσοκομεία με την μάνα μου, άλλοτε σαν εργαζόμενη νοσοκόμα κι άλλοτε σαν καρδιοπαθή ασθενή, μου έδειξαν την δυσλειτουργικότητα του συστήματος. Εγώ λοιπόν, πραγματικά ονειρευόμουν να δουλέψω σε αυτόν το τομέα και να παλέψω για τη βελτίωση του. Αντί για αυτό όμως αφέθηκα να με πείσει ο Γιάννης να κάνω άλλο μεταπτυχιακό, μια και η συγκεκριμένη ειδικότητα δεν υπήρχε στο Πανεπιστήμιο που δούλευε εκείνος τότε.

Τα παιδιά ήρθαν γρήγορα και μαζί με αυτά, η πραγματικότητα της καθημερινότητας.  Ανακάλυψα και εγώ, όπως φαντάζομαι και χιλιάδες άλλες γυναίκες πανεπιστημιακών σε όλο τον κόσμο, πως η μεγάλη αφοσίωση στην επιστήμη καταβροχθίζει τα παιδιά της. Γίνονται απόμακροι, αφιερωμένοι στα ερευνητικά τους προγράμματα, στο κυνήγι των δημοσιεύσεων, στις μεταξύ τους ίντριγκες για τα λιγοστά κονδύλια και τις ακόμα λιγότερες ευκαιρίες εξέλιξης. Τα πάλεψα όσο καλύτερα μπορούσα. Την ανατροφή των παιδιών, τη δουλειά, τα προβλήματα του γάμου. Στο τέλος όμως κάποια στιγμή βρήκα την ευκαιρία και την δύναμη να αφήσω τον Γιάννη και να σταθώ στα πόδια μόνη μου. Τώρα, αρκετά χρόνια μετά το διαζύγιο, χωρίς τις πατερίτσες των απατηλών ονείρων, τον ευγνωμονώ για τα υπέροχα παιδιά μας και για τη φιλία μας.

Συνεχίζω το ψάξιμο στις φωτογραφίες. Θέλω να μας ξαναδώ μαζί αγαπημένη μου αδερφή. Να… βρήκα την τελευταία μας φωτογραφία. Σφιχταγκαλιασμένες, μεγάλες πια, χαμογελάμε στο φακό με αισιοδοξία. Όταν βρεθήκαμε ξανά, προσπαθήσαμε να καλύψουμε τα κενά των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων.  Μα πως αγαπημένη μου να κτιστούν όλες οι γέφυρες χωρίς κοινές παιδικές αναμνήσεις, χωρίς τα αδελφικά γέλια και τα κλάματα, τους τσακωμούς και τις εκμυστηρεύσεις των χρόνων της νιότης. Εσύ με τον πατέρα κι εγώ με την μάνα. Μακριά η μια από την άλλη. Και σαν να μην έφτανε αυτός ο χωρισμός που τόσο είχε σημαδέψει τις ζωές μας, ήρθε και ο θάνατος να σε πάρει μακριά μου αμετάκλητα, πριν προλάβουμε πραγματικά να χαρούμε σαν ενήλικες πια η μία την άλλη. Ούτε προλάβαμε να λύσουμε τα θέματα μας. Ήταν τόσες πολλές οι φορές που σε ζήλευα γιατί είχες τον μπαμπά, τόσες πολλές οι φορές που σε μίσησα γιατί με είχες αφήσει μόνη με την άρρωστη μάνα και τους παππούδες που από το άγχος τους μου φώναζαν διαρκώς. Τώρα τους καταλαβαίνω. Μα τότε μου έσπαγαν τα νεύρα. Συχνά σε φανταζόμουν να έχεις παρέα τα άλλα σου αδέρφια, να ζεις σε μια κανονική οικογένεια, και με έπιανε το παράπονο πως εγώ περνούσα το καιρό μόνη στους διαδρόμους των νοσοκομείων όπου για χρόνια μπαινόβγαινε η μάνα μας.

ζωγραφίζοντας ΚαβάφηςΕξαιτίας αυτής της απομονωμένης ζωής ένοιωθα αποκομμένη και διαφορετική από τους άλλους συνομήλικους μου και βρήκα παρηγοριά και διέξοδο στο διάβασμα και το γράψιμο. Καβαλούσα το σύννεφο της φαντασίας μου κι έφευγα μακριά από την μοναχική  μου ύπαρξη. Κι αυτό το έκανα να στόχο ζωής. Ήθελα και θέλω να γίνω συγγραφέας. Να μοιραστώ με τους άλλους τις εμπειρίες μου. Πού ξέρεις; Μπορεί να βοηθήσω και κάποιον. Ήθελα και θέλω όμως και κάτι παραπάνω. Να γίνω διάσημη συγγραφέας. Να με μάθουν όλοι. Εκείνο το μικρό παιδί που για χρόνια ήταν κάπου στη γωνία παραγκωνισμένο θέλει να φωνάξει δυνατά και να διαβαστεί από όλους η κραυγή του.

Μα να ξέρεις πολυαγαπημένη μου αδερφή. Σιγά-σιγά τον στόχο τον πλησιάζω. Ήδη ένα διήγημά μου βραβεύτηκε,  μια ποιητική συλλογή μου εκδόθηκε και κάποια εικαστικά έργα μου συμμετείχαν σε μία συλλογική έκθεση. Είναι και αυτά παιδιά μου. Γεννημένα από την προσπάθεια να μεταλλάξω τον πόνο της ζωής μου σε λέξεις και φως. Αντλώ μεγάλη χαρά και ικανοποίηση από την αναγνώριση της δουλειάς μου. Μετά τις χαρές των παιδιών, για μένα αυτή είναι η μεγαλύτερη και βαθύτερη απόλαυση.

Κοιτάζω το ρολόι. Η ώρα πέρασε. Τα δάκρυα έχουν στεγνώσει, η καρδιά έχει μαλακώσει. Μου κάνει καλό, πού και πού, να επισκέπτομαι το μικρό κοριτσάκι, την μικρή Φωτεινούλα. Να της χαϊδεύω την ψυχούλα και να την επαινώ για όλα αυτά που κατόρθωσε με τόση θέληση και πείσμα. Μαζεύω τα πάντα και πάω για ύπνο. Καληνύχτα αγαπημένοι μου!

©Ιανουάριος 2018, Σμαράγδη Νικολακάκη


*Το διήγημα γεννήθηκε στο πλαίσιο συναντήσεων του Εργαστηρίου Δημιουργικής Γραφής των Εκδόσεων Ραδάμανθυς που γίνονται στο βιβλιοπωλείο Koukoubook στα Χανιά, με συντονιστή τον Χρήστο Τσαντή.

Δημιουργική Γραφή και Αυτογνωσία

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s