Διήγημα

Η ζωή αποφασίζει – Χρήστος Τσαντής

Διήγημα*

Η ζωή αποφασίζει

Του Χρήστου Τσαντή

Η ζωή αποφασίζει

 «Πόντισον», έδινε τη διαταγή ο πλοίαρχος και το πτώμα κυλούσε πάνω στο σανίδι, δεμένο με ένα βαρίδι στα πόδια κι έπεφτε στον ωκεανό μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Το όνειρο του Νέου Κόσμου τελείωνε με την υπογραφή του καπετάνιου, του ιατρού του πλοίου και δύο ακόμα μαρτύρων σε μία ληξιαρχική πράξη θανάτου, ενώ τα πράγματα του νεκρού παραδίδονταν στην αρμόδια προξενική αρχή. Όσοι κατάφερναν να φτάσουν στην ακτή, καταρρακωμένοι από τις κακουχίες παραδίνονταν στο Αμερικανικό Γραφείο Μετανάστευσης, απ’ όπου πολλοί απορρίπτονταν και επέστρεφαν άπραγοι πίσω, αφού προηγουμένως είχαν παραδώσει το όποιο κομπόδεμά τους στους πράκτορες των ατμοπλοϊκών εταιρειών και σε άλλους εμπόρους ελπίδων.

Ο παππούς μου όμως ήταν ένας από τους τυχερούς. Θυμάμαι που μου έλεγε ότι: «Οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες, όταν ήρθαν στην Αμερική βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Ταλαιπωρημένοι καθώς ήταν από την οικονομική καχεξία και χωρίς να μπορούν να βρουν δουλειά, δίχως να γνωρίζουν τη γλώσσα, γίνονταν έρμαιο στα χέρια όλων αυτών που τους οδηγούσαν στο κυνήγι του αμερικανικού χρυσού! Άλλοτε γίνονταν δούλοι ή πλανόδιοι. Δεν είχαν ούτε καν την αναγκαία τροφή, ξάπλωναν σε υπόγεια χωρίς στοιχειώδη θέρμανση και υγιεινή, γύριζαν στους δρόμους με χειράμαξες πουλώντας φρούτα, τους ξυλοφόρτωναν οι κλητήρες, έμεναν έξω στο δρόμο υπό αφόρητο ψύχος ή υπό αφόρητη ζέστη, περιόριζαν στο ελάχιστο τον νυχτερινό ύπνο, γύριζαν ρακένδυτοι και ρυπαροί. Άλλοι τσακώνονταν συνεχώς με αποτέλεσμα να συλλαμβάνονταν καθημερινά. Οδηγούνταν στα κρατητήρια ως παραβάτες αστυνομικών διατάξεων. Γίνονταν στόχος επιθέσεων. Πάλευαν να εξοικονομήσουν ελάχιστα για να ζήσουν, καταστρέφοντας την ίδια τους τη ζωή, αφού οι πιο πολλοί έγιναν φθισικοί. Αυτά που είδαν στην Αμερική τα παιδικά μου μάτια, τα είδα ξανά στην Ελλάδα στα χρόνια της Κατοχής, εκεί που λίγο έλειψε να χάσουμε όχι μόνο το βιός μας, αλλά και τη ζωή μας».

Όταν έφτανε να μιλήσει για τα χρόνια εκείνα και να περιγράψει τη ζωή στην Κρήτη της Κατοχής, σώπαινε. Σταματούσε να με ταξιδεύει με τα λόγια του και πήγαινε στο βαζάκι με τις καραμέλες και μου έδινε μερικές. Τις ίδιες συνήθειες είχε και η γιαγιά που ήθελε να μοιράζει σε όλους τα γλυκά της. Ακόμα και στα άλογα έδινε λουκούμια.

Ήμουν μικρή όταν με παίζανε στα πόδια τους ο παππούς και η γιαγιά μου, μα θυμάμαι καθαρά τη ζεστασιά, την αίσθηση της σιγουριάς που μου χάριζαν οι αγκαλιές τους, την ίδια αίσθηση που ένιωθα όταν χανόμουν στην αγκαλιά του πατέρα μου. Και οι τρεις τους έκαναν όνειρα για μένα. Ήθελαν, μόλις θα τελείωνα το σχολείο, να με στείλουν στην Αμερική για σπουδές. Η σκέψη και μόνο, έφερνε αναγούλα στη μάνα μου. Την θυμάμαι που πέταγε τα πατσαβούρια στους τοίχους της κουζίνας από τα νεύρα της, όταν μου έλεγε ο πατέρας μου ότι: «πλησιάζει ο καιρός που θα μας στέλνεις καρτ-ποστάλ με φόντο το άγαλμα της ελευθερίας. Εκεί θα γίνεις μεγάλη και τρανή».

«Δεν χρειάζεται να πάει στην Αμερική για να γίνει μεγάλη και τρανή η κόρη σου. Ούτε και να της γεμίζεις το κεφάλι με φαντασιοπληξίες», του φώναζε. «Αυτό που χρειάζεται η κόρη σου», έλεγε και τόνιζε ιδιαίτερα αυτές τις λέξεις, «είναι ένα καλό στεφάνι, αλλά μόνο εγώ εδώ μέσα νοιάζομαι για ένα προξενιό της προκοπής. Από τότε που πέθαναν ο παππούς και η γιαγιά, το μόνο που σε νοιάζει είναι τα δρομολόγια που θα κάνεις με το φορτηγό και πως θα μαζέψεις τα λεφτά για να στείλεις τη Μαντώ στην Αμερική. Δεν ακούς τίποτα. Κι εγώ που τρέχω να κανονίσω μια καλή παντρειά, δεν μπορώ να σταυρώσω γαμπρό, άμα ξέρει όλο το χωριό ότι η κόρη είναι ταγμένη από τον πατέρα της να μπαρκάρει για την Αμερική».

  Ο τόπος μου είναι μικρός, ένα μικρό χωριουδάκι, με μεγάλη όμως ιστορία. Μα δεν μπορούσε να με κρατήσει γαντζωμένη εκεί μονάχα η ιστορία του. Εγώ έκανα όνειρα και ήθελα να φύγω, να πετάξω μακριά, να γνωρίσω το νέο κόσμο. Ήταν λες και αυτή η μοίρα να με καθοδηγούσε από τότε που άκουσα τις πρώτες περιγραφές του παππού μου για εκείνη τη μακρινή χώρα. Ακόμα και όσα μου έλεγε για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι μετανάστες, για τις τραγικές συνθήκες μέσα στις οποίες εργάστηκαν σκληρά, εγώ και πάλι δεν το έβαζα κάτω. Ύστερα είχα για πρότυπο τον πατέρα μου, που μου είχε εκμυστηρευτεί ότι αυτό ήταν και το δικό του όνειρο, μα δεν πρόλαβε να το ζήσει, καθώς έφυγαν για την Ελλάδα όταν ο ίδιος ήταν ακόμα νέος. Τώρα όμως περίμενε από εμένα να κάνω πράξη και τα δικά του ανεκπλήρωτα όνειρα.

Ήθελα να φτιάξω ένα μαγικό χαλί και να ταξιδέψω στη χώρα των παραμυθιών. Αυτό ήταν για μένα η Αμερική. Η ελευθερία να επιλέξω εγώ τι και πως θα σπουδάσω, ποιον θα παντρευτώ, τι δουλειά θα κάνω, πως θα ζήσω. Ήξερα ότι αν δεν έφευγα, η μητέρα μου θα έβρισκε τον τρόπο να με παντρέψει στα γρήγορα για να με κρατήσει κοντά της στο χωριό. Εκείνο το καλοκαίρι όλα έμοιαζαν ιδανικά. Ο πατέρας μου είχε συγκεντρώσει ισχυρές οικονομίες και κατάφερε να βρει επαφή με τους συγγενείς μας και με ανθρώπους της οικογένειας στη Νέα Υόρκη. Αυτοί με χαρά δέχθηκαν να με φιλοξενήσουν και να με βοηθήσουν να κάνω τα πρώτα μου βήματα, αλλά η ζωή δεν μας ρωτά για τη δική μας γνώμη και αποφασίζει κατά πως θέλει η ίδια.

 

Τα πόδια μου δεν με κρατούσαν και το στερέωμα όλο έτριζε από κάτω. Ο άξονάς μου είχε στραβώσει, η κρίση μου θολή και τα μάτια τυφλά, γεμάτα δάκρυα, πόνο και ενοχές. Το ταξίδι του πατέρα μου με το φορτηγό ήταν το τελευταίο. Κανείς δεν ήξερε να πει ακριβώς το πώς έγινε το κακό. Ίσως κάτι να πετάχτηκε μπροστά του και να προσπάθησε να το αποφύγει. Ίσως… Τίποτα τώρα δεν είχε σημασία και η χώρα των παραμυθιών μετατράπηκε σε κόλαση. Ο πατέρας μου έτρεχε και έκανε δρομολόγια εντατικά για να μαζέψει τα χρήματα που απαιτούνταν για το δικό μου παραμυθένιο ταξίδι. Έτσι πίστευα τότε, και το πίστευα για πάρα πολλά χρόνια ότι εγώ ήμουν η αιτία, ότι εγώ έφταιγα. Και κατηγορούσα τα εαυτό μου και τον βασάνιζα για καιρό.

Με το ζόρι και με μεγάλες πιέσεις της μητέρας μου, πήγα στην Αθήνα για σπουδές. Η μάνα μου, που όλα αυτά τα χρόνια δεν ήθελε να ακούσει ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να φύγω από το σπίτι ανύπαντρη, είχε αλλάξει τελείως γνώμη βλέποντας πως μέρα με τη μέρα κατέρρεα. Κάπως έτσι βρέθηκα στην Αθήνα για σπουδές. Διάβαζα και δούλευα για να μην υπάρχει περιθώριο να με επισκεφθεί οποιαδήποτε άλλη σκέψη. Η Αμερική για μένα είχε πεθάνει, τα όνειρά μου είχαν θαφτεί κάτω από τη γη.

Η αλήθεια είναι πως με τον καιρό αγάπησα τη σχολή μου. Με αυτό το χαρτί έπιασα δουλειά και έμεινα στην ίδια θέση για είκοσι ολόκληρα χρόνια. Μέσα σε αυτό το διάστημα παντρεύτηκα, έκανα δύο παιδιά, τα οποία σπουδάζουν – ευτυχώς όχι στην Αμερική κι έτσι μπορώ να τα βλέπω. Σε λίγο καιρό θα βγω στη σύνταξη και θέλω να κάνω πράγματα που με ευχαριστούν. Αισθάνομαι κουρασμένη. Θα βρω ευκαιρία να στα πω αναλυτικά κάποια στιγμή, ίσως αυτές εδώ οι γραμμές να μου χρησιμεύσουν ώστε να καταφέρω κάποτε να γράψω το βιβλίο της ζωής μου. Όπως και ’χει όμως δεν μετανιώνω για τίποτα. Η ζωή πολλές φορές αποφασίζει, κι εμείς ακολουθούμε…

©2018, Χρήστος Τσαντής


*Το διήγημα με τίτλο: «Η ζωή αποφασίζει», γεννήθηκε στο πλαίσιο των συναντήσεων του Εργαστηρίου Δημιουργικής Γραφής των Εκδόσεων Ραδάμανθυς που γίνονται στο βιβλιοπωλείο Koukoubook στα Χανιά, με συντονιστή τον Χρήστο Τσαντή. 


Εκδόσεις Ραδάμανθυς-Χρήστος Τσαντής

«Οι Έλληνες αποκαλούσαν την ιδιότητα του ανθρώπου, η οποία επιτυγχάνεται στο λόγο της φιλίας, φιλανθρωπία: αγάπη του ανθρώπου, καθώς εκδηλώνεται ως ετοιμότητα να μοιραστούμε τον κόσμο με άλλους ανθρώπους… Η Ανοιχτότητα στους άλλους είναι η προϋπόθεση της ανθρωπότητας, με κάθε έννοια της λέξης», Χάνα Άρεντ

Το βιβλίο αφιερώνεται στα χιλιάδες καταδιωκόμενα παιδιά-πρόσφυγες
Κάποιος έγραψε τη λέξη «Migozarad» στον τοίχο ενός καφενείου, πέρα στη μακρινή Καμπούλ του Αφγανιστάν, που σημαίνει «θα περάσει». Μα δεν περνά! Αντίθετα, οι μέρες μας βυθίστηκαν μέσα στους ατμούς και στο βαθύ μπλε της θάλασσας.

Η μέσα μας προσφυγιά συναντιέται με τους κυνηγημένους του πολέμου και η ιστορία ενός μικρού, ασυνόδευτου πρόσφυγα από το Αφγανιστάν αφυπνίζει. Μπλέκεται με τις διηγήσεις ναυαγών στις αρχές του αιώνα στα ανοιχτά της Κρήτης, με τη διαχρονική περιπλάνηση ενός λαού που ξέρει καλά, μα ταυτόχρονα λησμονεί, τι θα πει πρόσφυγας. Από την πόλη των καταυλισμών ο μικρός Φαζίλ στέλνει το δικό του μήνυμα. Ένας Έλληνας δημοσιογράφος στήνει το δικό του ρεπορτάζ και στροβιλίζεται βαθιά στις μνήμες της ψυχής του.

Στην «εποχή των υπερπολιτισμένων πιθήκων» που ανατέλλει, η ιστορία παίζει περίεργα παιχνίδια…

Η νουβέλα γράφτηκε σε πρώτη μορφή το 2010.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς.

Φωτογραφία εξώφυλλου: Αθηνά Γαλανάκη

Δωρεάν αποστολή-αντικαταβολή σε Ελλάδα και Κύπρο

Τιμή βιβλίου: τώρα 11,90, από 16,00

(περιέχει και το ΦΠΑ 6%)

Για παραγγελίες συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983 091058

Εργαστήρι δημιουργικής γραφής με τον Χρήστο Τσαντή

Εργαστήρι δημιουργικής γραφής με τον Χρήστο Τσαντή

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s