εργαστήρι δημιουργικής γραφής

Η δημοκρατία και η Ειρήνη – Δήμητρα Αθενάκη

Διήγημα*

Η δημοκρατία και η Ειρήνη

Της Δήμητρας Αθενάκη

Χανιά 1967.

Ένα αδύνατο κορίτσι με σγουρά κοντοκουρεμένα μαλλιά αποκομμένο από τις κοριτσίστικες παρέες στην αυλή του γυμνασίου θηλέων καθόταν στο παγκάκι με ένα ανοιγμένο βιβλίο στα πόδια της. Η γαλάζια ποδιά κολλημένη ως τα γόνατα, σα να ήθελε να κρυφτεί. Όπως το εξώφυλλο του βιβλίου «Οι ανυπεράσπιστοι» του Δ. Χατζή που της χάρισε ο πατέρας της. Απαγορευμένος ο συγγραφέας από τη Χούντα κι εκείνη ταχτάριζε τον κίνδυνο στα πόδια της. «…Το παιδί σταμάτησε, σταμάτησε και το πουλάρι και παιδευότανε πάλι να λευτερώσει το κεφάλι του. Το παιδί σκούπισε τον ιδρώτα απ’ τα μάτια του, σκούπισε και το πουλάρι με τα μπράτσα του. Έκατσε λίγο στην άκρη απ’ τ’ αλώνι.…»,  μα τα μάτια της άφησαν τις σειρές και δραπέτευσαν ανάμεσα από τα κάγκελα.

Στο πεζοδρόμιο βρισκόταν συγκεντρωμένη η παρέα του. Συζητούσαν δήθεν αδιάφορα. Άκουγε τους ψιθύρους του διαβάζοντας τα χείλη του. «Δεν αντέχεται η χούντα αδερφέ μου. Θα γίνει σήμερα». Έλαμψαν τα μάτια της καθώς κατάλαβε ότι εκείνη την ημέρα θα κατέβαζαν το πανό από το κτήριο της αγοράς. «Σήφη, τα χαράματα…», τον κοίταζε με λατρεία. Ήταν ο ήρωάς της, κι ας μην είχαν μιλήσει ποτέ. Ήξερε τα πάντα για ‘κείνον. Δεν υπήρχε απαγόρευση στο δίκιο που να την έχει σεβαστεί.

Ο πατέρα της δεν επέτρεπε στα κορίτσια του να παρεκκλίνουν από το δρομολόγιο σπίτι, σχολείο, εκκλησία. Για τα μάτια του κόσμου. Όχι τα δικά του. Στο σπίτι άφηνε το πνεύμα ελεύθερο. Βιβλία παντού. Η σκόνη αν και την καταδίωκαν, γιατί όλα έπρεπε να λάμπουν από πάστρα, κατάφερνε να ξεγλιστρά. Σκόνη και υγρασία της είχαν προσδώσει έναν βήχα που δεν άφηνε ήσυχο το κοριτσίστικο κορμί της. Ένιωθε να πνίγεται από τα πρέπει και τη σκόνη. Ήθελε να αναπνεύσει αέρα καθαρό, αέρα ελεύθερο.

Εκείνο το καλοκαίρι τελείωσε το γυμνάσιο. Μάταια τον έψαχνε. Δεν τον συνάντησε πουθενά. Ούτε στην εκκλησία, ούτε στον κινηματογράφο, ούτε στα μπάνια. Ήρθαν οι συγγενείς από την Αμερική. Οι περιγραφές τους εξαφάνιζαν τον βήχα της. Τις νύχτες ονειρευόταν λιβάδια. Η απόφαση πάρθηκε. Να φύγει μαζί τους. Να σπουδάσει εκεί που δεν φιμώνονται οι ιδέες, να μάθει την δημοκρατία σε χώρα που δεν τη γέννησε, είπε με πίκρα ο πατέρας της. Χημεία, τη συμβούλεψε να επιλέξει, για να καταλάβει πως από τα ίδια υλικά φτιάχνεται το μικρό μα και το μεγάλο. Να μάθει πως γεννιούνται τα θαύματα.

Ο πατέρας της δεν την αποχαιρέτησε στο αεροδρόμιο. Προφασίστηκε ότι δεν είχε άνθρωπο να αφήσει στο πόδι του στο μαγαζί. Την ώρα που το αεροπλάνο σήκωνε τη μύτη του στους αιθέρες η δική της ήταν κολλημένη στο παράθυρο και ρουφούσε αχόρταγα τη πόλη μέσα της. Εκείνος, πίσω από τον πάγκο, δίπλωνε το πακέτο του ταγματάρχη και κάτω από το εξεταστικό του βλέμμα, η λύπη του άκλαυτου αποχωρισμού γινόταν χαρά για την σωτηρία της κόρης του, της ατίθασης Ειρήνης του. Την ίδια στιγμή η Ειρήνη έψαχνε τις σκιές που ξεχώριζαν στο έδαφος. Μήπως και έβλεπε τον Σήφη της. Το αεροπλάνο πήρε κλίση, η σκιά του χάιδεψε την πόλη πριν αρχίσει να γλιστρά στην θάλασσα και στην μετατόπιση του ορίζοντα αναστέναξε. Ύστερα ξεχάστηκε στην κουβέντα με την θεία.

Αμερική 1967, ενδοχώρα.

Το άγαλμα της ΕλευθερίαςΤοπίο αστικό, άσχημο στην πόλη και αχανές, μονότονο στην εξοχή. Έτσι της φαινόταν. Και εδώ οι άνθρωποι χωρισμένοι στις αποχρώσεις τους. Μετά την έκπληξη βυθίστηκε στη μελαγχολία. Έγραψε σε ένα από τα πρώτα γράμματα στον πατέρα της: «Τα βιβλία κυκλοφορούν ελεύθερα αλλά οι άνθρωποι όχι. Η δημοκρατία που ονειρεύεσαι δεν υπάρχει πουθενά. Ένστολοι λευκοί βιαιοπραγούν και εγκληματούν εις βάρος των μαύρων πολιτών. Το χειρότερο είναι πως δεν είναι θέμα οραματισμού ενός πολιτεύματος ή διεκδίκησης εξουσίας. Είναι η ζωώδης επιθυμία κυριαρχίας της μιας φυλής επάνω στην άλλη. Δημοκρατία, πατέρα, δεν υπάρχει ούτε μέσα μου. Δεν μπορώ να συνηθίσω τα μαύρα πρόσωπα που βλέπω γύρω μου. Φοβάμαι να απλώσω το χέρι μου. Ο Θεός, αν υπάρχει, ας με συγχωρέσει». Λίγους μήνες αργότερα του έστειλε ένα απόκομμα εφημερίδας που αναφερόταν στη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ. Κι όμως τον έκλαψε σαν να έχανε κάποιον δικό της.

Στο Πρεσβυτεριανό κολέγιο που παρακολουθούσε το μυαλό της Ειρήνης ρουφούσε τη γνώση και τη γαλούχηση για τη δέσμευση σε έναν ανώτερο σκοπό. Στις παρέες κάπνιζαν και τραγουδούσαν αντιπολεμικά τραγούδια. Λάτρεψε την χημεία. Πίσω από κάθε αντίδραση ή μεταμόρφωση των υλικών υπήρχε μία εξήγηση. Ακόμη και ο έρωτας, έλεγαν κάποιοι καθηγητές της είναι χημεία. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Τότε η σκέψη της επέστρεφε στον Σήφη. Τα μάτια του, που και που, ζωγράφιζαν υγρές λίμνες στους κάμπους που βρισκόταν η πόλη που έμενε. ‘Άφηνε τότε τον εαυτό της να βουλιάζει μέσα τους. Δεν της έλειπε άλλος κανείς. Ανέπνεε χωρίς να πνίγεται. Δεν έβηξε παρά μόνο μια δυο φορές όταν αρρώστησε από γρίπη.

Επιστρέφοντας μία μέρα στο σπίτι σταμάτησε να πάρει μία εφημερίδα. Το ραδιόφωνο έπαιζε το Summertime της Elsa Fitzgerald. Δεν ήταν η πείνα, η μελωδία, οι μυρωδιές που την ζάλισαν. Πισωπάτησε και ακούμπησε στον τοίχο μη χάνοντας από τα μάτια της τον άνθρωπο που πλήρωνε στο ταμείο. Όταν έστρεψε το βλέμμα του πάνω της ένιωσε να κολυμπά στη λίμνη. Η υγρασία από τις παλάμες είχε απλωθεί παντού. Εκείνος την πλησίασε και τη ρώτησε Ελληνίδα; Ναι, Σήφη, του απάντησε.

Παντρεύτηκαν στην Αμερική. Χωρίς τον πατέρα να παραδίδει τη νύφη. Χωρίς νυφικό. Συνέχισαν τις σπουδές, τη δουλειά, και πάλι σπουδές. Ένας κύκλος που μέσα του έχτιζαν το δικό τους οικοδόμημα χωρίς θεμέλια. Μήπως το ίδιο δεν κάνουν όλοι οι μετανάστες; Η χούντα έπεσε. Τα νέα ταξίδεψαν γρήγορα. Οι Έλληνες επέστρεφαν. Όταν είδε τον πατέρα της στο κατώφλι της πόρτας, τρόμαξε. Τόσο γερασμένος ήταν, από τα πρέπει και την απουσία. Ήρθε να τους πάρει πίσω, στην πατρίδα. Στη χώρα που αναστήθηκε η δημοκρατία, όπως έλεγε.

Δύσκολα τα χρόνια της μεταπολίτευσης αλλά και της προσαρμογής. Το φάντασμα της δημοκρατίας έσερνε τις αλυσίδες του χαράζοντας αυλάκια και χωρίζοντας τους ανθρώπους στους μεν και τους δε. Εκεί στα χαρακώματα σηκωνόταν πάλι οι φράχτες των πρέπει για τα μάτια του κόσμου. Ήταν σα να μην άλλαξε τίποτα. Ο βήχας επανήρθε την ημέρα που ο άντρας της Ειρήνης ξεκίνησε να δουλεύει στο μαγαζί του πατέρα της. Εκείνη προσπαθούσε να επιβιώσει με μαθήματα. Η αναγνώριση του πτυχίου την βοήθησε να καταλάβει μία θέση στο Δημόσιο. Το εργαστήριο της χημείας, ένας χώρος δημοκρατίας, μαγείας και ονειροπόλησης. Ό,τι δεν υπήρχε έξω από τα κάγκελα του εργαστηρίου, υπήρχε μέσα της. Μα ο βήχας επέμενε.

Τα χρόνια της πρόσθεσαν παιδιά, μαθητές, εγγόνια. Μα ο βήχας επέμενε. Ώσπου αποφάσισε να βγάλει ότι την έπνιγε σε μία κόλλα χαρτί. Σε δύο. Σε πέντε. Σε χίλιες. Κέρδιζε το χρόνο που έχανε μέσα στον μάταιο αγώνα να διώξει τη σκόνη από το σπίτι, από τα βιβλία, από τα μυαλά. Η σκόνη κέρδιζε γιατί έτσι είναι η φύση της. Να κερδίζει. Το ίδιο όμως είναι και της Ειρήνης. Πόσες σελίδες πρέπει να γράψει ξεσκονίζοντας σκέψεις και συναισθήματα, αναμνήσεις και όνειρα μέχρι να νιώσει ότι κερδίζει τη ζωή;

©2018, Δήμητρα Αθενάκη


*Το διήγημα της Δήμητρας Αθενάκη, «Η δημοκρατία και η Ειρήνη», γεννήθηκε στο πλαίσιο συναντήσεων του Εργαστηρίου Δημιουργικής Γραφής των Εκδόσεων Ραδάμανθυς που γίνονται στο βιβλιοπωλείο Koukoubook στα Χανιά, με συντονιστή τον Χρήστο Τσαντή. 

Εργαστήρι δημιουργικής γραφής με τον Χρήστο Τσαντή

Εργαστήρι δημιουργικής γραφής με τον Χρήστο Τσαντή

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s