Καταιγίδα

Στη Μακρόνησο

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μιχάλη Τζανάκη «Καταιγίδα»,

Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Μακρονήσι 1952

…Λυσσομανάει άλλη μια νύχτα ο αέρας που χτυπούσε  αλύπητα την υφασμάτινη σκηνή. Οι δώδεκα άνθρωποι που στοιβάζονταν όπως-όπως εκεί μέσα, λουφαγμένοι μπερδεύανε τα σώματά τους, μήπως και κατάφερναν να προφυλαχτούν από την παγωνιά.

Mε τα ξυλιασμένα απ’ το κρύο χέρια τους προσπαθούσαν να κάνουν το αίμα να κυκλοφορήσει ξανά. Οι ψείρες τους είχαν προκαλέσει μεγαλύτερη νευρικότητα απ’ ότι το κρύο και ο αέρας. Δυο απ’ αυτούς προσπάθησαν να συγκρατήσουν τη σκηνή που ήθελε να μετατραπεί σε αερόστατο.

001Δεν μπορούσαν να καταλάβουν από πού έρχονταν οι αέρινες ριπές, ώστε να κατάφερναν να προσαρμόσουν τις αντιστάσεις τους κοντράροντας τη δύναμη του αέρα που είχε εξελιχθεί σε θύελλα. Το σύριγμα που ερχόταν από τη θάλασσα τούς έκοψε τη διάθεση για κουβέντα και τους τρομοκρατούσε περισσότερο. Προσπαθούσαν να μείνουν ζωντανοί το επόμενο λεπτό της ώρας. Κορμιά ούτως ή άλλως λαβωμένα, χτυπημένα, με ραγισμένα τα κόκαλα και σκισμένο δέρμα, βορά στη θαλασσινή αλμύρα, αντιστέκονταν όσο μπορούσαν στην ανθρώπινη παράνοια, σαν μια απέλπιδα προσπάθεια επιβίωσης.

Σύζυγοι, γονείς, αδέρφια, παιδιά βρίσκονταν σε μια επίγεια κόλαση χωρίς πολλοί απ’ αυτούς να κατάλαβαίνουν το γιατί. «Εχθροί», «συμπαθούντες» ή μήπως «επίδοξοι αντάρτες»; Όλοι αυτοί λοιπόν, ήταν «ανθέλληνες»; Ήταν απορίας άξιο πού έβρισκαν το κουράγιο, οι μεν να υπομένουν τα μαρτύρια και οι δε πού έβρισκαν το κουράγιο να κάνουν τα μαρτύρια, ως υπηρεσιακό τους καθήκον, και απ’ αυτό το γεγονός μάλιστα να κρίνεται ο «πατριωτισμός» τους.

Δώδεκα άντρες, όσοι και οι μαθητές του Χριστού, ανέβαιναν για άλλη μια νύχτα το δικό τους «Γολγοθά». Όσο περνούσε η ώρα, τα χέρια και τα πόδια νέκρωναν. Οι βλαστήμιες σταματούσαν λίγο πριν βγουν απ’ το στόμα. Δεν είχε νόημα άλλωστε να τις εκστομίζουν σπαταλώντας δυνάμεις ψυχικές που θα τους ήταν χρήσιμες σίγουρα, σε λίγο, πολύ περισσότερο.

Οι βάρδιες όσων συγκρατούσαν τη σκηνή αλλάζαν ανά μία με δυο ώρες. Έπρεπε ν’ αντέξουν ως την πρωινή αναφορά. Ακριβώς στις έξι, το φρικτό σφύριγμα, σαν παρατεταμένο ουρλιαχτό θα τους καλούσε να μπουν σε τριάδες, σε πειθαρχημένη στοίχιση και να κατευθυνθούν λίγοι-λίγοι προς τη θάλασσα, να κάνουν τις σωματικές τους ανάγκες, να επιστρέψουν για να πιουν μια κούπα τσάι με πέντε-έξι ελιές, που απ’ το χοντρό αλάτι έχουν πετρώσει και φαίνονται περισσότερο σαν μαύρες πέτρες, παρά σαν καρποί. Προτιμούσαν να πάνε στην άχρηστη γι’ αυτούς εργασία, κουβαλώντας πέτρες τριάντα κιλών απ’ την κορφή του λόφου, γιατί έτσι τουλάχιστον ένιωθαν ζεστοί και κυρίως ζωντανοί και «χρήσιμοι».

Κάθε ξημέρωμα έδιναν και έπαιρναν κουράγιο απ’ τους δικούς τους μέσω της μνήμης. Ήταν άθλος το να τα κατάφερναν να έμεναν γι’ άλλο ένα βράδυ ζωντανοί. Άραγε το επόμενο ξημέρωμα θα τους έβρισκε και πάλι ζωντανούς;

ΛουντέμηςΑυτός ο χειμώνας συναγωνιζόταν με τους δήμιους, ποιος θα τους σκότωνε πρώτος. Προσπαθούσαν και οι δυο τόσο πολύ! Και οι δυο, χειμώνας και δήμιος, ήθελαν να κλέψουν τις ζωές των εξόριστων, αφού προηγουμένως όμως θα τους ταπείνωναν όσο μπορούσαν. Βέβαια, υπήρχε και η «δήλωση».[1] Απλή, απλούστατη διαδικασία, που θα τους έφερνε εύκολα στη θέση του θύτη από αυτήν του θύματος. Και μάλλον οι τύψεις απ’ την υπογραφή της «δήλωσης», τους έκαναν πιο αδίστακτους βασανιστές, γιατί τότε ζήλευαν τους αλύγιστους αρνητές των περιβόητων «δηλώσεων μετάνοιας». Αυτό τους εξόργιζε ακόμα περισσότερο.

«Μία τόσο… εύκολη επιλογή και όμως εκείνοι… οι αμετανόητοι, την αρνούνται πεισματικά», έλεγαν.

Είναι ν’ απορεί κανείς με όλα αυτά: ίδια μάνα, Ελληνίδα, δεν μεγάλωσε και τους ένστολους φύλακες και τους εκτοπισμένους; Δεν αγαπούσαν άραγε τον ίδιο ήλιο, τα ίδια μαγευτικά αλμυρά καταγάλανα νερά; Δε μυρίζανε τα ίδια θεσπέσια θυμάρια και τα ίδια φασκόμηλα;

Δώδεκα άντρες: Γιώργος, Μιχάλης, Κώστας, Γιάννης, Ραφαήλ, Παναγιώτης, Βασίλης, Στέλιος, Μανόλης, Φοίβος, Λευτέρης, Νικόλας. Νησιώτες, Μακεδόνες, Ρουμελιώτες, Ηπειρώτες. Πέρασαν μέρες να μάθουν τα ονόματα ο ένας του άλλου. Δεν είχαν άλλωστε μεγάλη σημασία όλα αυτά εκείνη την εποχή, σ’ εκείνον τον τόπο. Προτιμούσαν τα ευκολότερα επίθετα, όπως «μικρέ», «ψηλέ», «Κρητικέ» και έπρεπε μετά, με τον καιρό, να τα συνδυάσουν με τα μικρά τους ονόματα.

«Μπικάκη, από ποιο μέρος της Κρήτης είσαι;», ρώτησε ο αλφαμίτης, που η άσπρη εξάρτυση και το λευκό κράνος φωσφορίζανε το ξημέρωμα και τον έκαναν να μοιάζει ακόμα πιο άγριος και τρομακτικός απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα.

«Χανιά!» απάντησε κοφτά και εμφαντικά ο Λευτέρης, που αναγνώρισε την προφορά που χρησιμοποίησε ο «παλικαράς» μπροστά του. Ήταν, μάλλον, συντοπίτης του ή είχε ζήσει στην περιοχή, γι’ αυτό και μιλούσε με τέτοια ευκολία το ιδίωμα.

 «Χωριό δεν έχεις;» ρώτησε τώρα εκνευρισμένος ο  δεσμοφύλακας, αν και δεν έδειχνε στην όψη ιδιαίτερα απειλητικός, όπως οι περισσότεροι αλφαμίτες εκεί μέσα.

 «Την Κάνδανο θα την έχεις ακούσει, ε;»

Μιχάλης Τζανάκης «Καταιγίδα»

[1] Ο επίσημος δικτυακός τόπος του δήμου Κέας περιγράφει την ιστορία της Μακρονήσου ως εξής: «Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ακολουθεί η αρχή του εμφυλίου πολέμου. Η Μακρόνησος αποτελεί μία από τις μελανότερες σελίδες της ιστορίας του. Το 1947 εξορίζονται εκεί όλοι οι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες με «ύποπτα φρονήματα», επανδρώνοντας τα τρία ειδικά τάγματα οπλιτών (Α΄ ΕΤΟ, Β΄ ΕΤΟ, Γ΄ ΕΤΟ). Το 1948 δημιουργείται το 4ο τάγμα στο οποίο μεταφέρονται οι πολιτικοί εξόριστοι. Σαν «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», όπως ονόμαζαν το Μακρονήσι, ο τρόμος και τα βασανιστήρια ήταν η μέθοδος για ιδεολογική αναβάπτιση η οποία θα δηλωνόταν με την δήλωση μετάνοιας. Έλληνες βασάνιζαν Έλληνες. «Πατριώτες» βασάνιζαν Πατριώτες. Σε σκηνές ενός ατόμου ζούσαν τρεις. Οι δοκιμασίες πολλές και κυρίως αυτή ως δίψας. Όταν δεν μπορούσε να φτάσει το καΐκι που μετέφερε νερό, τους έδιναν αλμυρό μπακαλιάρο… Απειλές, ατομικοί και ομαδικοί βασανισμοί, βρίσκονταν στο καθημερινό πρόγραμμα με σκοπό να σκύψουν το κεφάλι, να καμφθεί το ηθικό. Όσοι δεν υπέγραφαν δήλωση μετάνοιας μεταφέρονταν στην χαράδρα του Α΄ ΕΤΟ κι από εκεί πέρναγαν στρατοδικείο. Όσοι υπέγραφαν, για να αποδείξουν την ανάνηψή τους, τους έβαζαν πέτρες στα χέρια και τους διέταζαν να λιθοβολήσουν τους αμετανόητους. Αυτούς που λίγο πριν μοιράζονταν τις ίδιες φοβίες».

Για παραγγελίες του βιβλίου συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983091058

Δωρεάν αποστολή στην Ελλάδα και την Κύπρο

Τιμή βιβλίου: 13,00 (περιέχει ΦΠΑ 6%)

Η καταιγίδα που ξεσπά μες την ψυχή είναι πάντα πιο ισχυρή από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, μα ίσως να αποτελεί και μία ευκαιρία για να λυθούν εκκρεμότητες χρόνων και να απαντηθούν μυστικά καλά κρυμμένα πίσω από το πέπλο της σιωπής. Κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου όμως, δεν είναι οι «μεγάλες αφηγήσεις». Δεν είναι οι επικές περιγραφές γεγονότων που σημάδεψαν την Κρήτη και την Ελλάδα, αλλά οι καθημερινές ιστορίες ανθρώπων που χάθηκαν μέσα στη λήθη και στη σιωπή. Η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση ωθούν στην ενδοσκόπηση τους ήρωες και αξεδιάλυτα μυστήρια έρχονται στο φως. Το βιβλίο κινείται στο μεταίχμιο μύθου και ιστορίας. Αξιοποιεί αληθινά γεγονότα, ενώ παράλληλα δίνει αφορμές για μια βαθύτερη προσέγγιση στο δίπολο θύτης-θύμα, από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Χρήστος Τσαντής

Μιχάλης ΤζανάκηςΟ Μιχάλης Τζανάκης ζει στο Ηράκλειο. Σπούδασε Φιλολογία και έχει γράψει τα μυθιστορήματα: «5.13΄ ακριβώς», «Χαμένες ζωές», «Ρέθυμνο-Ιθάκη», καθώς και την μυθιστορηματική βιογραφία του Μ. Κόρακα, «Ο αιώνας του Καπετάνιου». Πολλά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, ενώ έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς διηγήματος και ποίησης.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s