Μορφές της Λογοτεχνίας

Φάνης Ι. Κακριδής, Ο «Μέγας Αλέξανδρος» του Ν. Καζαντζάκη*

Επιτρέψτε μου ν’ αρχίσουμε με μια παιδική μου ανάμνηση, από τότε που ήμουν έξι-εφτά χρονών, και λίγο πιο μεγάλη η αδελφή μου φαλαγγίτισσα στη Νεολαία του Μεταξά. Μπορεί από οικογενειακή παράδοση να ήμαστε φανατικά Διαπλασόπουλα αλλά το περιοδικό της Νεολαίας το περιμέναμε στην πόρτα. Από το φύλλο 19 (10/2/1940) και πέρα, δημοσιεύονταν σε συνέχειες, με τα λόγια της προμετωπίδας: «Ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα υπό Α.Β.Γ.», με τον τίτλο «Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Πραγματικό αριστούργημα, το μυθιστόρημα μας ενθουσίαζε και στεναχωρηθήκαμε όταν, μετά το τελευταίο φύλλο (28/9/1941), δεν μπορέσαμε να συνεχίσουμε την ανάγνωση.

Πέρασαν κοντά σαράντα χρόνια, ώσπου το 1978, ξεφυλλίζοντας στου Κολλάρου ένα «Ιστορικό μυθιστόρημα για παιδιά» του Νίκου Καζαντζάκη, που μόλις είχε κυκλοφορήσει, με τον τίτλο «Μέγας Αλέξανδρος» ανακάλυψα να πρωταγωνιστούν οι παιδικοί μου φίλοι-ο Στέφανος και η Άλκα, κόρη του καπετάν-Νεάρχου, του Κρητικού!-όπως τους θυμόμουν, και μάλιστα πιο όμορφοι, καθώς τη συφοριασμένη εικονογράφηση της Νεολαίας την είχαν αντικαταστήσει ξυλογραφίες και σχέδια του Α. Τάσσου. Το ξαναδιάβασα από την αρχή ως το τέλος, διαπίστωσα πάλι την εξαιρετική του γοητεία και ποιότητα αλλά βέβαια μου γεννήθηκαν κάποιες απορίες:

  • Πώς βρέθηκε ο Καζαντζάκης συνεργάτης του περιοδικού «Η Νεολαία» και μάλιστα σ’ ένα μυθιστόρημα για το βασιλιά της Μακεδονίας, απ’ όπου σίγουρα η δικτατορία είχε εμπνευστεί (τουλάχιστο) το όνομα «φαλαγγίτες» για τους νεολαίους της;
  • Στο μυθιστόρημα εύρισκα τόσο αυτούσια την πνοή του Καζαντζάκη, τόση ελευθερία και λεβεντιά, ώστε αναρωτιόμουν, αν ήταν δυνατό να είχε τυπωθεί αλογόκριτο στο δικτατορικό «επίσημον όργανον πνευματικής, θρησκευτικής κοινωνικής και πολιτικής αγωγής της Εθνικής Οργανώσεως νεολαίας της Ελλάδος». Την πιθανότητα να είχε αλλοιώσει ο ίδιος ο Καζαντζάκης το χειρόγραφό του, πριν δημοσιευτεί ή να το έχει τροποποιήσει αργότερα, την απόκλεισα εξαρχής.

ΚαζαντζάκηςΗ απάντηση στη δεύτερη απορία ήταν εύκολη και μου την έδωσε η αυτοψία του περιοδικού στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Με έκπληξη διαπίστωσα, ότι αν εξαιρέσουμε μερικές ασήμαντες διαφορές στη διαίρεση και στην αρίθμηση των κεφαλαίων, το μυθιστόρημα τυπωνόταν στη «Νεολαία» ακριβώς όπως το είχε γράψε ο Καζαντζάκης! Ένα μόνο παράδειγμα φτάνει για να το αποδείξει, δικαιολογώντας την έκπληξή μου.

Στο δεύτερο κιόλας κεφάλαιο ο φιλόσοφος Καλλισθένης σταματά στο δρόμο το Στέφανο, που βιάζεται να βρεθεί στο γυμναστήριο, τον αποτρέπει από το «να χάνει τον καιρό του, να τρέχει και να πηδά σαν κατσίκι και να παλεύει σαν χωριάτης». Τον προτρέπει ακόμα να γίνει γιατρός σαν τον πατέρα του, το γιατρό της βασιλικής αυλής, «κι ακόμα καλύτερος. Γιατί αυτός δουλεύει σε βασιλιάδες-μα εσύ πρέπει να γίνεις ελεύθερος! Έλα μαζί μου». Βέβαια ο Στέφανος παραμερίζει το φιλόσοφο και προτιμά να γίνει στρατηγός αλλά πάλι, το να εξισώνεις με «δουλεία» την υπηρεσία σε βασιλιάδες, όταν ο Μεταξάς μπορεί να είχε ιδρύσει επί Δημοκρατίας το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων, αλλά το 1935 υποστήριξε την παλινόρθωση της βασιλείας, το 1936 έγινε δικτάτορας με βασιλική συγκατάθεση και από τότε υπηρετούσε πιστά τα ανάκτορα, είναι βαριά κουβέντα κι απορώ ακόμα πως τυπώθηκε.

(Στο πρώτο μέρος ο φιλόσοφος παρουσιάζεται κάπως γελοιογραφικά. Αργότερα όμως ξεσπαθώνει εναντίον του τυραννικού πια Αλέξανδρου και σχεδιάζει τη δολοφονία του. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα φυλακίζεται, όμως όλα του τα λόγια, και πριν και μετά την αποκάλυψη της συνομωσίας, έχουν δεσπόζουσα τη λευτεριά, τόσο που ο αναγνώστης αναρωτιέται αν το δίκιο-και ο συγγραφέας δεν ήταν ολότελα με το μέρος του. Οπωσδήποτε αυτό το μέρος της μυθιστορίας δεν πρόλαβε να δημοσιευτεί στο περιοδικό).

ΝίκοςΑπό την άλλη πλευρά, πιο κάτω βρίσκουμε τον Αλέξανδρο να προσεύχεται στο Δία λέγοντας ότι «οι βασιλιάδες είναι αντιπρόσωποί σου επί της γης, βάνουν κι αυτοί τάξη, όσο μπορούν, στο χάος, πολεμούν κι αυτοί να επιβάλουν στους ανθρώπους τη θέλησή σου». Ίσως χωρία σαν κι αυτό και μερικά ακόμα, που θα μπορούσαν τότε να θεωρηθούν «πολιτικώς ορθά» να βοήθησαν να ξεπεράσει το σκόπελο της μεταξικής δικτατορίας ένα μυθιστόρημα, που προσωπικά πιστεύω ότι ο Καζαντζάκης το είχε γράψει χρόνια πριν και με τελείως διαφορετικό σκοπό.

Στη «Χρονογραφία του βίου του Καζαντζάκη» ο Π. Πρεβελάκης σημειώνει για το 1940, τα ακόλουθα: «… για να εξασφαλίσει τη συντήρησή του, συγγράφει και δημοσιεύει σ’ εφημερίδες και περιοδικά, ανώνυμα ή με ψευδώνυμο τις μυθιστορηματικές βιογραφίες του Κολόμβου, της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ… και τα παιδικά αναγνώσματα «Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου» και «Στα παλάτια της Κνωσσού».

Η μαρτυρία είναι ρητή, αξιόπιστη και δεν αφήνει αμφιβολία: με τη θέλησή του ο Καζαντζάκης παραχώρησε για βιοποριστικούς λόγους στη «Νεολαία» το μυθιστόρημα, ζητώντας να δημοσιευτεί με το ψευδώνυμο Α.Β.Γ.-ίσως και με τους ίδιους όρους που έθεσε αργότερα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» για τη δημοσίευση του «Φτωχούλη του Θεού»: «1. Να τυπωθεί χωρίς καμιά παράλειψη, 2. Χωρίς ν’ αγγίξουν τη γλώσσα». Αυτό που νομίζω ότι μπορούμε και πρέπει να αμφισβητήσουμε είναι ότι το μυθιστόρημα γράφτηκε εκείνο το χρόνο και για το συγκεκριμένο περιοδικό.

Το ενδιαφέρον του Καζαντζάκη για το παιδικό βιβλίο είναι παλιό. Κιόλας το 1914 ξέρουμε ότι συνεργάζεται με τη Γαλάτεια στη συγγραφή ορισμένων παιδικών βιβλίων που εκείνη γράφει για τα δημόσια σχολεία. Αργότερα, ο εκδότης Δ. Δημητράκος σχεδιάζει μια σειρά βιβλίων με το όνομα «ιστορίες», που θα είχαν στόχο να στηρίξουν τη διδασκαλία της Ιστορίας στις διάφορες τάξεις του Δημοτικού. Το 1922 ο Καζαντζάκης συμφώνησε, για βιοποριστικούς πάλι λόγους, να συνεργαστεί, αλλά το σχέδιο δεν ευδοκίμησε. Τα χειρόγραφα θα έμεναν στο συρτάρι μαζί με πολλά άλλα που το 1930 επιχειρεί να αξιοποιήσει στον Ελευθερουδάκη ή στη νέα «Παιδική Βιβλιοθήκη» του Δημητράκου.

DSCN0551Παραθέτουμε μια μαρτυρία, που αφορά την κατοπινή τύχη του Μεγαλέξανδρου. Στο αρχείο του Ι. Θ. Κακρίδη υπάρχει αντίγραφο μιας συμφωνίας υπογεγραμμένης στις 17/3/1942, όπου ο Νίκος Καζαντζάκης «πωλεί και μεταβιβάζει εις τον εκδοτικό οίκον Ι. & Π. Ζαχαρόπουλου δυο πρωτότυπα παιδικά βιβλία υπό τους τίτλους Μέγας Αλέξανδρος και Κνωσσός». Τα βιβλία δεν τυπώθηκαν και όταν το 1953 κάποιος ζήτησε από τον Ζαχαρόπουλο να επιστρέψει τα χειρόγραφα, το συμβόλαιο συμπληρώθηκε με την ακόλουθη σημείωση: «παρά το συμφωνητικόν θα του τα χάριζα ευχαρίστως, αν ποτέ μου τα έδιδε και τα είχα. Δεν τα έχω. Αν έχει αντίγραφα, είναι ελεύθερος να τα εκδώσει άνευ ουδεμίας αξιώσεως δια την Δωρεάν». Υπογραφή: Ι. Ζαχαρόπουλος. Αργότερα τα χειρόγραφα θα βρέθηκαν και τυπώθηκαν στις εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, το «Στα παλάτια της Κνωσσού» το 1981 και ο «Μέγας Αλέξανδρος» το 1986-και τα δύο σε πολυτονικό!

Από το 1914 ως και το 1922 πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να έγινε η σύλληψη και τα πρώτα σχεδιάσματα, αν όχι και η ολοκληρωμένη συγγραφή των δύο παιδικών μυθιστορημάτων, κι αυτό όχι μόνο γιατί ο Θησέας κι ο Μεγαλέξανδρος είναι από τους πρώτους που θα σκεφτεί κανείς, αν αποφασίσει να συγγράψει παιδικά αφηγήματα κατάλληλα να στηρίξουν το μάθημα της ιστορίας στο Δημοτικό. Τα βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία μπορεί, όταν διερευνηθούν, να μας δώσουν οριστική απάντηση, επιβεβαιώνοντας ή διαψεύδοντας αυτή μας την πίστη, αλλά στο μεταξύ, ας επιτραπεί σε έναν κλασικό φιλόλογο, που έχει συνηθίσει να δουλεύει αβοήθητος από εξωτερικές μαρτυρίες, να θεωρήσει ισχυρές τις ενδείξεις που προσφέρει το ίδιο το κείμενο.

α) Η παρουσίαση μιας πετυχημένης ελληνικής εκστρατείας στην Ασία μου φαίνεται δύσκολο να έχει συγγραφεί ως παιδικό βιβλίο μετά την Καταστροφή του 1922, ιδιαίτερα όταν τα ελατήριά της ονομάζονται «Μεγάλος Σκοπός» (με κεφαλαία!) και περιγράφονται από το Φίλιππο με τα λόγια: «Να ελευθερώσουμε τους Έλληνες που βρίσκονται ακόμα κάτω από το ζυγό των Περσών στη Μικράν Ασία». Η απελευθέρωση των Ελλήνων της Μικρασίας δε φαίνεται ν’ αποτελούσε στόχο και σύνθημα στα χρόνια του Αλέξανδρου και οι ελληνικές πόλεις όχι μόνο δεν τον υποδέχτηκαν όλες ως ελευθερωτή αλλά και μερικές στηρίχθηκαν στους Πέρσες, για να προβάλουν σθεναρή αντίσταση. Ο Καζαντζάκης δεν προδίδει την ιστορική αλήθεια αλλά ο τρόπος που φωτοσκιάζει τα γεγονότα ταιριάζει πολύ περισσότερο στα χρόνια της μεγάλης Βενιζέλειας εξόρμησης-που κι αυτή από τη Μακεδονία είχε ξεκινήσει το 1916-παρά στα χρόνια που ακολούθησαν την Καταστροφή κι ακόμα λιγότερο στα χρόνια της Μεταξικής δικτατορίας.

β) Εύκολα διαπιστώνουμε διαβάζοντας ότι ακόμα και σήμερα τα δύο παιδικά μυθιστορήματα θα μπορούσαν θαυμάσια να χρησιμοποιηθούν ως σχολικά διδακτικά αναγνώσματα. Ο Καζαντζάκης σεβάστηκε και τα δύο συνθετικά της λέξης «μυθιστόρημα»-και κατάφερε να τα ισοζυγιάσει και να τα συνταιριάσει τόσο που πια να μην ξεχωρίζουν. Στην περίπτωση μάλιστα του Αλέξανδρου πρέπει ανάμεσα στο μύθο και την ιστορία να λογαριάσουμε κι ένα τρίτο συστατικό, το θρύλο.

koinoniaΣυγκεκριμένα: στο ιστορικό επίπεδο ο Καζαντζάκης μπορεί να μην αναφέρει χρονολογίες αλλά τα πρόσωπα, τα περιστατικά, η πορεία, τα γεωγραφικά, τα εθνολογικά κ.λπ. στοιχεία είναι αληθινά. Πρέπει να χρησιμοποίησε ένα μεγάλο και αναλυτικό ιστορικό έργο (το πιθανότερο), είτε τις ίδιες πηγές: τον Αρριανό πάνω απ’ όλα και τον Πλούταρχο αλλά και άλλες, καθώς π.χ. το πρωτότυπο της επιστολής του Φιλίππου προς τον Αριστοτέλη, που μεταφράζει, δε βρίσκεται παρά στους Έλληνες Επιστολογράφους. Σπάνια σ’ ολόκληρο το μυθιστόρημα επισημαίνουμε, και πάλι με επιφύλαξη, αποκλίσεις από την ιστορική ή την «ιστορική» παράδοση, π.χ. όταν ο αρχιτέκτονας Δεινοκράτης λέει στον Αλέξανδρο πως «θα ήθελε ολόκληρο το βουνό, τον Άθωνα, να το σκαλίσει άγαλμά του» κι ο Αλέξανδρος του σφίγγει το χέρι και του λέει: «Είσαι αντάξιος συνεργάτης μου. Θα γίνει». Η ιστορία είναι γνωστή και σε όλες τις πηγές που έχουμε υπόψη μας ο Αλέξανδρος αποκρούει την πρόταση, δίνοντας μάλιστα χαρακτηριστικά αρνητικές απαντήσεις.

Με την πρόταση του Δεινοκράτη βρισκόμαστε ήδη κοντά στο γνωστό θρύλο του Μεγαλέξανδρου, όπου από πολύ νωρίς αποδίδονται στο στρατηλάτη προθέσεις, ιδέες και λόγια, που ιστορικά ήταν αδύνατο να του ανήκουν. Δε μιλούμε για τις υστερότερες ψευδοκαλλισθένειες μυθοπλαστικές φαντασιώσεις, που απλώθηκαν σ’ Ανατολή και Δύση και καταγράφηκαν ως «Ιστορία, Μυθιστόρημα, Βίος και Πράξη», αλλά για τις οικουμενικές, εκπολιτιστικές συχνά και προδρομικά «χριστιανικές» (ας τις πούμε) προθέσεις που του αποδόθηκαν στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Όλα αυτά ο Καζαντζάκης τα υιοθετεί: ο Αλέξανδρός του, που μηνούσε στους Έλληνες ότι «Πηγαίνω στη μεγάλη πρωτεύουσα των Περσών τα Σούσα… να εκδικηθώ την Ελλάδα για όλους τους εξευτελισμούς που υπόφερε», είναι ο ίδιος που έβλεπε τον εαυτό του «σαν τον Προμηθέα, να παίρνει φως από την Ελλάδα και να το πηγαίνει στους βαρβάρους να φωτιστούν», ο ίδιος που ονειρευόταν αδελφωμένη την ανθρωπότητα στο πλαίσιο μιας οικουμενικής αυτοκρατορίας. Ακόμα, παρόλες τις αναφορές στο Δία, στον Άμμωνα, στον Διόνυσο, στην Αθηνά, στις Μούσες και τους άλλους θεούς, που ολοφάνερα σέβεται και τιμά ο Αλέξανδρος, βρίσκουμε εδώ κι εκεί να μνημονεύονται ο Πανελλήνιος Θεός, ο Θεός της Ελλάδας ή και μόνο ο Θεός-στις περιπτώσεις αυτές με κεφαλαίο θήτα!

Μέγας ΑλέξανδροςΜε όλα αυτά και με την απλή παράπλευρη πλοκή που ο ίδιος επινοεί και προσθέτει για τις ανάγκες της παιδικής αφήγησης, ο Καζαντζάκης φαίνεται να δικαιώνει τα λόγια που βάζει στο στόμα του Καλλισθένη, όταν στο ξεκίνημα της εκστρατείας οι γιορτές αφιερώνονται στις Μούσες και ο φιλόσοφος λέει: «Τί θα πει αλήθεια; Να πιστεύεις ό,τι βλέπεις. Τί θα πει μύθος; Να πιστεύεις ό,τι δεν βλέπεις. Τί είναι ιστορία; Η θυγατέρα της αλήθειας και του μύθου». Το ίδιο συμβαίνει και «Στα παλάτια της Κνωσσού», με τη διαφορά ότι εκεί δεν υπάρχουν ιστορικές πληροφορίες, άλλες από τις αρχαιολογικές, καθώς ο Θησέας, η Αριάδνη, ο Μίνωας, ο Δαίδαλος και ο Ίκαρος, που πρωταγωνιστούν, είναι όλοι πρόσωπα μυθικά. Παρόλα αυτά, παρουσιάζοντας το Θησέα ως τον πελασγό Προέλληνα, που συμμαχεί με τους ξανθούς λαούς του Βορρά, για να καταλύσει την παρακμασμένη μινωική αυτοκρατορία και να θεμελιώσει έναν καινούργιο ελληνικό πολιτισμό, ο Καζαντζάκης αποκαλύπτει μιαν ιστορική αλήθεια, που ακόμα και σήμερα, στα σχολικά βιβλία της ιστορίας, μένει συνήθως σκοτεινή.

Μια ακόμα παρατήρηση πριν τελειώσουμε. Οι κεντρικές μορφές των μυθιστορημάτων που συζητήσαμε απασχολούν ακόμα το συγγραφέα τους στο «κάντο» ο Μεγαλέξανδρος, γραμμένο το 1937 και σε μία τραγωδία, «Ο Κούρος» (Θησέας), γραμμένη το 1949. Ας ξεχάσουμε το Θησέα, ν’ αναρωτηθούμε μόνο τι είναι αυτό που προσελκύει τον Καζαντζάκη στο Μεγαλέξανδρο. Η απάντηση δύσκολη δεν είναι. Ο Μεγαλέξανδρος ξεκίνησε να κατακτήσει τον κόσμο. Κέρδισε τη μία νίκη μετά την άλλη, προχωρούσε, προχωρούσε, έφτασε ως εκεί που μπορούσε, αλλά δε σταμάτησε. Βιαζόταν, βιαζόταν να πάει πιο πέρα, όλο και πιο πέρα, ώσπου τον σταμάτησε ο θάνατος. «Το πολυτιμότερο και γονιμότερο στάδιο της ανθρώπινης πορείας δεν είναι η πραγμάτωση του ιδανικού, μα η έφοδος», γράφει ο Καζαντζάκης στον Πρεβελάκη το 1929-κι αυτή ακριβώς είναι η «έφοδος» του Μεγαλέξανδρου που ελκύει το συγγραφέα, καθώς και τη δική του ζωή σαν έφοδο την έχει διαμορφώσει. Δεν πρέπει να είναι σύμπτωση, όταν η Γαλάτεια στο βιβλίο της «Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι» (1957) δίνει στον πρωταγωνιστή, δηλαδή στον Καζαντζάκη, το όνομα Αλέξανδρος.

Δεν φτάνει μόνο αυτό. Μέσα στα όνειρα του Αλέξανδρου είναι Ευρώπη και Ασία να γίνουν ένα. Μιλά ο Αλέξανδρος στους στρατηγούς του: «Πρέπει να ενωθεί, τους έλεγε η Ελλάδα με την Ασία. Τελείωσε το πρώτο μέρος της αποστολής μας. Υποτάξαμε την Ασία. Τώρα, πριν ξεκινήσουμε για τη νέα εκστρατεία, πρέπει να δείξουμε φανερά στην Ελλάδα και στην Περσία πως σκοπός μας είναι να ενωθούν οι δύο πατρίδες». Αυτό το πολιτικό όραμα που (από παλιά) αποδίδεται στον Αλέξανδρο, ήταν για τον Καζαντζάκη υπαρξιακό πρόβλημα, καθώς Ανατολή και Δύση αποτελούσαν ένα από τα πολλά δίπολα που αγωνιζόταν να σμίξει μέσα του, ένα ακόμα ζευγάρι στο διαλεκτικό παιχνίδι των αντιθέτων που κυβερνά τη φιλοσοφία του. Δεν είναι εδώ ο τόπος να μιλήσουμε για τον αγώνα του Καζαντζάκη να «φιλιώσει τα αφίλιωτα», πρέπει όμως-τελευταίο μας ισχυρό επιχείρημα-να θυμίσουμε ότι για την περίοδο ως το 1923, τότε που τοποθετούμε τη συγγραφή του Μεγαλέξανδρου, ο ίδιος ο Καζαντζάκης μαρτυρεί τα ακόλουθα: «Περνούσα όλος συγκίνηση και φλόγα το Νασιοναλισμό. Ίσκιος που ένιωθα δίπλα μου ο Ίων Δραγούμης». Ο Δραγούμης ήτα φίλος του Καζαντζάκη και είχε οδηγηθεί «στην ιδέα της συνεργασίας Ελλήνων και Τούρκων στο πλαίσιο μιας αναμορφωμένης και ακέραιας Οθωμανικής αυτοκρατορίας». Ο ίδιος «ίδρυσε τότε (1908)… τη μυστική Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως με στόχο την εμπέδωση της ισοπολιτείας ανάμεσα στις εθνότητες της Αυτοκρατορίας και τη σύμπραξη Ελλήνων και Τούρκων για την υλοποίηση ενός Ανατολικού κράτους με βάση Ευρωπαϊκά πρότυπα». Ο Καζαντζάκης τον θυμάται και τον συσχετίζει σιωπηρά με τον Μεγαλέξανδρο, όταν το 1937 του αφιερώνει το «κάντο» Μέγας Αλέξανδρος. Μόνο που τώρα ο Δραγούμης και οι ιδέες του έχουν πεθάνει, και το μόνο που θα μπορούσε να τις θυμίσει είναι ο διπλός θρήνος της Ευρώπης και της Ασίας στο νεκρικό κρεβάτι του Μεγαλέξανδρου-που πια κι αυτός δεν έχει πολλά κοινά με τον ορμητικό στρατηλάτη του παιδικού μυθιστορήματος.

*Αναδημοσίευση της ομιλίας του Φάνη Ι. Κακριδή, από το βιβλίο «Πεπραγμένα Επιστημονικού Διημέρου: Νίκος Καζαντζάκης, σαράντα χρόνια από το θάνατό του, Χανιά, 1-2 Νοεμβρίου 1997», έκδοση της Δημοτικής Πολιτιστικής Επιχείρησης Χανίων. Το διήμερο διοργανώθηκε από το Δήμο Χανίων, το Πανεπιστήμιο Κρήτης, τη Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη και το Σύνδεσμο Φιλολόγων Νομού Χανίων.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s