Διήγημα

Κάποτε

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Ειρήνης Μιχ. Γαλανού (1965)

ακρόπολη… Ο γκρεμός της Ακρόπολης έχει πρασινίσει.
Ο καλόγερος με τα μάτια τα μελιά, που λειτουργάει πότε πότε τα εκκλησάκια της ανηφοριάς κάθεται στη λιακάδα και ζωγραφίζει.
Ο Μάνος σκύβει να δει την εικόνα. Είναι μια Παναγιά.
—Θέλω να την τελειώσω… Αν γίνει πόλεμος θα ζητήσω να πάω.
Κοιτάζοντας πέρα χαμογελάει με ταπεινοσύνη.
—Δεν είμαι πολεμιστής. Όμως, και στον τόπο του μίσους υπάρχει θέση για λίγη ειρήνη.
Σωπαίνουνε και οι δυο. Ασυννέφιαστος είναι ο ουρανός, και στα χαμόκλαδα που φεγγοβολάν απ’ τη νυχτερινή μπόρα, ζυγιάζονται τα πουλιά.
Ο καλόγερος σκύβει ξανά στο τελάρο.
—Ας βιαστούμε λοιπόν!
Το χέρι της Παρθένας που αγκαλιάζει το Χριστό, θα κρατάει ένα ρόδο.
—Το άνθος της λυτρώσεως, αγαπητέ.
Ο Μάνος ανασαίνει βαθιά. Με τον κίνδυνο που ‘ρχεται, ο κάθε λόγος σε ρίχνει σε ταραχή και σκέψη.
—Λυτρωμένη να ‘ναι του ανθρώπου η ζωή!..
Η πατρίδα σου, δίχως τύραννο ντόπιο ή ξένο. Μακριά η πείνα, η αναδουλειά, η καταφρόνια. Να μη σε πλανεύει του ίδιου σου του νου το σκοτάδι, της ίδιας σου της καρδιάς η σαπίλα. Τρανοί τύραννοι του ανθρώπου όλα τούτα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s