Βιβλία

Ροζοναρίσματα – Μαδαρίτης

Τα Γίβεντα*

Μιλτιάδης Βαρδάκης

Να σάσε διηγηθώ θέλει σήμερις – αποκριές είναι – μιαν ιστορία απούχει το χάζι τση. Μα θαρρείτε πώς είναι ψεσινή; Σκι ας σαράντα χρόνια είναι περασμένα. Δεν είχανε στη χώρα ακόμης τα ηλεχτρικά. Μόνο στο Δημοτικό Κήπο απού τον είχε παχτωμένο ένας απού τον ελέγανε Σπανδάγο, είχε μια μηχανή ηλεχτρισμού και έφεγγε στον κινηματογράφο. 

Εκείνο να τον καιρό είχε φερμένη απού τη Γερμανία μιαν πατούλια κοπελιές και εχορέβγανε κάθε αργαδινή. Δεν αναστορούμαι καλά να σάσε πω γιάντα είτονε ξωμεινάρης ο γέρο Ανεμογιώργης στη χώρα, και δεν γκατέω ίντα τού διωξε και επήγε κ’ αυτός να δει το θέατρο. Μα ως δεν είχε ξαναθωρεμένα μηδέ ηλεχτρικά μηδέ θέατρο, εγάηρε στο χωριό σαν το βιστηρισμένο.

Όντε μας τα διηγούντανε ως είτονε και ψευδός εξεγκαρδιστήκαμε στα χάχαρα.

«Επήγα μωρέ κοπέλια στη χώρα, στο μπαξέ, λέει μας κ’ είχανε κρεμασμένα με σπαούλια γαλανά κολοκυθάκια στα δεντρά. Και σαν εμούντισε λιγάκι, χερικώνουνε πουφ κι’ άφτανε, πουφ και σβήνανε, κ’ όντεν άφτανε, εθάριες πως ήτανε μέρα μεσημέρι. Είχανε κ’ ένα μπερντέ και μέσα στο μπερντέ καθέκλες, καθέκλες – σαν όντεν είναι ξεφάντωση. Δεν έμπαινε όμως κιανείς στο μπερντέ α δεν επλέρωνε. Επλέρωσα κ’ εγώ κ’ μπήκα. Δεν ήμουνα καλοκαθισμένος, πουφ και σβύνουνε τα κολοκυθάκια. Μιας κοπανιάς σηκώνεται μια σεντόνα και βγορίζει ένα ταμαβλισί – από κάτω είτονε κιαμιά δεκαρέ νομάτοι με μουζίκες και μια ντουμπάνα. Ντελόγως πετούνται στο ταμαβλισί κιαμιά δεκαπενταρέ που… εφτάγδυμνες και ντρακέρνουνε κ’ εσηκώνανε τα πόδια τωνε, απάνω τα πόδια, κάτω τα πόδια – επαίζανε οι μουζίκες, εχτύπα κ’ η ντουμπάνα. Όντεν είδα ετούτανά τα γίβεντα – εμετακουνήθηκα μήμπα και νειρέβγομαι.

Απίς εκατάλαβα όμως, πως δεν νειρέβγομαι, εχαμήλωσα την πέτσα μου κι εξάνοιξα που θα δώσω, για να μη με δει κιανείς απού να με γνωρίζει. Ετσά απού ξάνοιγα, ίντα να δω! Τσι ξεμασκαρωμένους, τσι Χανιώτες, μαζί με τσι γυναίκες και τσι θυγατέρες τωνε, όι να ντρέπουνται, παρά να χαχαρίζουνε και να παίζουνε και κούρταλα μπιλέ μου.

Έγκαψα γερά-γερά και μηδέ τσι παράδες μου των είπα να μου γαήρουνε. Το Θεό μου ν’ αρνηθώ ανέ ξαναπάω σε ‘τσα γίβεντα». 

Μιλτιάδης Βαρδάκης – Μαδαρίτης 


    *Από το βιβλίο του Μιλτιάδη Βαρδάκη, «Ροζοναρίσματα«, έκδοση «Αλήθεια», Χανιά, 1976. Ευχαριστώ τον ποιητή Λεωνίδα Κακάρογλου που μου χάρισε το βιβλίο.

Εκδόσεις Ραδάμανθυς - Χανιά

ΧΑΝΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΛΙΚΟΠΟΥΛΟΣ 1946

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s