Διήγημα

Μαρία Μαυράκη – Το ταξίδι

Διήγημα

Με αφορμή μια φωτογραφία*

Άτοκος

Φώτο: Χρήστος Τσαντής

Το ταξίδι

Γράφει η Μαρία Μαυράκη

Μια παρέα κάθεται στο ταβερνάκι πάνω στον αφρό της θάλασσας. Είναι όλοι τους χαρούμενοι και ορεξάτοι για ζωή, για φαγητό. Το κέφι τους μεγάλο και γιατί όχι, αφού είναι ημέρες χωρίς προβλήματα,  ημέρες διακοπών. Το δικαιούνται άλλωστε να γίνουν πιο χαλαροί, να περάσουν καλά, να ξεκουραστούν. Το καραφάκι ποτέ έρχεται και ποτέ αδειάζει δεν το καταλαβαίνει κανείς. Συζητούν μεγαλόφωνα, κάνουν σχέδια. Οι άλλοι θαμώνες της ταβέρνας τους κοιτάζουν χαμογελώντας. Το τοπίο σαν σε πινάκα που ένας γνωστός ζωγράφος το έχει ζωγραφίσει με τα ανεξίτηλα χρώματα του…

Σουρουπώνει. Το φεγγάρι διαδέχεται τον ήλιο και η νύχτα την μέρα. Κάθονται για ώρες. Κουβεντιάζουν. Φλυαρούν. Κάποιος ρίχνει την ιδέα να νοικιάσουν σκάφος και να κάνουν τον γύρο του νησιού, να εξερευνήσουν όλες τις παραλίες και τα ταβερνάκια συνάμα. Η πρόταση γίνεται δεκτή με μεγάλη χαρά. Όλοι  συμφωνούν… Σχεδόν όλοι δηλαδή, γιατί κάποιοι που είχαν τις αντιρρήσεις τους απλά δεν μπόρεσαν να αρνηθούν. Ό,τι θέλει η παρέα.

Πρωινό ξύπνημα λοιπόν. Σαν χρυσός δίσκος ανέτειλε ο βασιλιάς ήλιος και οι ακτίνες του ήταν τόσο δυνατές που διαπερνούσαν τις γρίλιες των παραθύρων σαν να τους έλεγαν, «Σηκωθείτε υπναράδες!». Η παρέα μαζεύεται σχετικά νωρίς. Παίρνουν το πλουσιοπάροχο πρωινό τους και ξεκινούν για το ήδη νοικιασμένο σκάφος τους. Κάποιος βλέπετε είχε σηκωθεί πιο νωρίς…

Φτάνοντας στην προβλήτα ακούγεται ένας συντονισμένος από τα στόματα όλων θαυμασμός καθώς αντικρίζουν το σκάφος! Οι άνθρωποι τους κοιτάζουν παραξενεμένοι. Το ταξίδι ξεκινά λοιπόν.

Γραφικές παράλιες, πεντακάθαρες θάλασσες. Το μάτι ηρεμεί, η ψυχή γαληνεύει. Όταν φτάνουν όμως στο σημείο που οι βράχοι συναντούν την θάλασσα βρίσκονται μπροστά σε ένα μοναδικό τοπίο  Άσπροι βράχοι παντού λες και κάποιος γλυπτής τους έχει σμιλέψει. Άσπρο με γαλάζιο. Το θέαμα πέρα από κάθε φαντασία. Άνθρωποι κολυμπούν στις εσοχές που υπάρχουν σαν γούρνες. Τα νερά κρυστάλλινα, διάφανα. Τι ομορφιά Θεέ μου! Όλοι είναι εκστασιασμένοι. Σταματούν λίγο για να θαυμάσουν όσα η φύση δημιουργεί και οι άνθρωποι στέκονται με δέος μπροστά τους. Θαυμάζουν και συνεχίζουν το ταξίδι.

Το σκάφος σκίζει τα νερά σαν γοργόνα και η θάλασσα αλλάζει κάθε τόσο το χρώμα της από το βαθύ μπλε μέχρι το ανοιχτό γαλάζιο. Πορεία μαγική. Φτάνοντας στην άλλη πλευρά του νησιού το μάτι αιχμαλωτίζεται από την απολυτή αντίθεση. Τα βράχια, μαύρα μα συνάμα και άσπρα, σαν μια αγκαλιά, όπως το φως με το σκοτάδι, η χαρά με την λύπη, το καλό με το κακό και ξάφνου ένα άνοιγμα–σπηλιά; Μέσα στα σπλάχνα τους. Τόσο ψηλά, άγρια, επιβλητικά. Η θάλασσα βαθύ γαλάζιο στο σημείο εκείνο που έγλυφε  με τα κύματα της τους βράχους και τους χτυπούσαν λες και ήθελαν να τους ρίξουν, να φανούν πιο δυνατά από αυτούς. Οι απόλυτες αντιθέσεις της ζωής. Τοπίο που ο καλύτερος ζωγράφος δεν μπορεί να φιλοτεχνήσει. Η ζωή η ιδία, με τις εναλλαγές της.

Όλοι κοιτάζουν με δέος. Μια κοπέλα από την παρέα αρχίζει να ιδρώνει. Τη ρωτούν τι έχει. Τίποτα τους λέει. Προσπαθεί να μη δείξει τον πανικό της. Γιατί άραγε; Δεν ξέρει να κολυμπά και φοβάται. Ακτή δεν έχει. Τι θα γίνει εάν… Δεν θέλει να το σκέφτεται. Το σφίξιμο στο στομάχι της συνεχώς μεγαλώνει. Κάνει κουράγιο. Κοιτάζουν και δεν χορταίνουν αυτό που βλέπουν. Σταματούν για λίγο. Το κυματάκι ολοένα και μεγαλώνει δέρνοντας τους βράχους λες και θέλουν να τους τιμωρήσουν που διακόπτουν με το όγκο τους την ροή  τους.

Εκστασιασμένοι συνεχίζουν  την εξερεύνηση του νησιού. Στην πορεία το τοπίο γίνεται πιο μαλακό. Οι βράχοι γίνονται σιγά-σιγά λιγότεροι απότομοι. Το τοπίο ηρεμεί. Οι συζητήσεις αρχίζουν και πάλι. Συναντούν μετά από λίγο παράλια με βότσαλα. Η κοπέλα αρχίζει να αναπνέει και πάλι. Αγαλλιάζει. Ηρεμεί. Όλοι συμφωνούν να σταματήσουν για να τσιμπήσουν κάτι. Τα μάτια τους έχουν χορτάσει με όλα όσα είδαν. Τώρα ήθελαν να χορτάσουν και την πείνα τους. Κάπου στο βάθος νόμιζαν ότι άκουγαν ακόμα το παφλασμό των κυμάτων στα βράχια… Τα καραφάκια πάνε κι έρχονται. Πότε αδειάζουν κανείς δεν το παίρνει είδηση και είναι όλοι τους χαρούμενοι, ανέμελοι… Μια παρέα, η θάλασσα και η ζωή.


*Το διήγημα «Το ταξίδι» της Μαρίας Μαυράκη γεννήθηκε μέσα από αλληλεπιδράσεις στο Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής των Εκδόσεων Ραδάμανθυς, με συντονιστή τον Χρήστο Τσαντή, στο βιβλιοπωλείο Koukoubook.

Δημιουργική Γραφή και Αυτογνωσία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s