Το μαγκάλι

Το μαγκάλι, Γιώργος Ηλιάδης, πρώτες σελίδες

Το μαγκάλι - Γιώργος Ηλιάδης

Γιώργος Ηλιάδης – Το μαγκάλι

Το μαγκάλι

Γιώργος Ηλιάδης

Οι πρώτες σελίδες από το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Γιώργου Ηλιάδη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

«Αν δεν έχεις ακούσει παραμύθια γύρω απ’ το μαγκάλι ή, έστω, δίπλα στο τζάκι, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνεις ολοκληρωμένος άνθρωπος. Η ολοκλήρωση βέβαια, απαιτεί περισσότερα, μα τούτο το γεγονός αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της προσωπικής μας ανάπτυξης, της δομής του χαρακτήρα. Καλύπτει το μαγικό κι ανεξήγητο μέρος της ζωής, που είναι πασπαλισμένο από την ύλη των μύθων, των θρύλων, των «θέλω», και λειτουργεί σαν τη ζεστή, γεμάτη κατανόηση αγκαλιά της μάνας. Θωρακίζει, κανακεύει, θεραπεύει και τροφοδοτεί με αποθέματα δύναμης στις δύσκολες στιγμές».


Για να προμηθευτείτε το βιβλίο συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983 091058

Δωρεάν αποστολή για αγορές άνω των 30 ευρώ

Τιμή βιβλίου: τώρα 14,90 (περιέχει και το ΦΠΑ), από 17,90


Βίος ανθόσπαρτος

Αν δεν έχεις ακούσει παραμύθια γύρω απ’ το μαγκάλι ή, έστω, δίπλα στο τζάκι, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνεις ολοκληρωμένος άνθρωπος. Η ολοκλήρωση βέβαια, απαιτεί περισσότερα, μα τούτο το γεγονός αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της προσωπικής μας ανάπτυξης, της δομής του χαρακτήρα. Καλύπτει το μαγικό κι ανεξήγητο μέρος της ζωής, που είναι πασπαλισμένο από την ύλη των μύθων, των θρύλων, των «θέλω», και λειτουργεί σαν τη ζεστή, γεμάτη κατανόηση αγκαλιά της μάνας. Θωρακίζει, κανακεύει, θεραπεύει και τροφοδοτεί με αποθέματα δύναμης στις δύσκολες στιγμές.

Αυτή η μαγεία που έχει μείνει ξεχασμένη κάπου στο υποσυνείδητο, είναι ζωτική και εμφανίζεται στις πιο κρίσιμες καμπές, όταν ψάχνεις απεγνωσμένα για κάποιο στήριγμα στην αδυσώπητη καθημερινότητα. Αυτό το απόθεμα μαγείας αποσυμπιέζει το «Είναι» από τα στριμώγματα της ζωής. Μοιάζει με τον ατμό που βγαίνει από τη χύτρα ταχύτητος… σού σκαρώνει στη στιγμή ένα γρήγορο ταξίδι στο χρόνο και σε κάνει ν’ αναπολείς εκείνες τις μακρινές, πλέον, μοναδικές εποχές της αθωότητας.

Θυμάσαι νοσταλγικά πως δεν ήταν πάντα η ζωή σου γεμάτη δυσκολίες, εμπόδια και παγίδες, αφού δεν είχες ακόμη ξεκινήσει να τυλίγεις και να ξετυλίγεις το μαγκάνι πάνω από το βαθύ πηγάδι των χρόνων σου. Αυτό το έκαναν για εσένα οι γονείς σου, μέχρι να μεγαλώσεις και να μπορείς ν’ ανταποκριθείς. Ακόμη δεν είχες πάρει χαμπάρι τι εστί βίος! Τότε ήξερες μόνο τον ανθόσπαρτο βίο, κι ας μην καταλάβαινες με ακρίβεια τι πήγαινε να πει.

Νόμιζες πως θα ζούσες μια ζωή-μπαξέ, όπου τους δρόμους, τα δρομάκια και τις πλατείες της, τούς έχουν ράνει προσεκτικά με τριαντάφυλλα, με γαρδένιες, με γαρύφαλλα, μιας και όταν σε τραβολογούσαν οι γονείς στους γάμους, εκείνη την ειδική ευχή: «βίων ανθόσπαρτων», έδιναν στους νεόνυμφους, αφού πρώτα τους πέταγαν από πέντε-έξι φούχτες ρύζι στα κεφάλια.

Μερικοί βέβαια που τους είχανε άχτι – για τους όποιους δικούς τους λόγους – έκρυβαν ανάμεσα στο ρύζι, πετραδάκια ή σιδερένιες μπίλιες από ρουλεμάν, για να τους στολίσουν με καρούμπαλα! Αργότερα, λόγω των καταστάσεων, ξεχνάς το ένα σκέλος της ευχής, το: «ανθόσπαρτος» και σου μένει σκέτος και απειλητικός, χωρίς φιοριτούρες, μεταξωτές κορδέλες και αμπαλαρίσματα, ο «Βίος», με όλα τα παρελκόμενα που σε πονοκεφαλιάζουν: υποχρεώσεις, ρήτρες, τρεξίματα, πεσίματα, ατυχίες, αναποδιές, γάμοι, διαζύγια, αρρώστιες, ΦΠΑ, ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΤΕΒΕ, ΟΑΕΕ, ΕΦΚΑ… και προπάντων τις ήττες της αγαπημένης σου ομάδας, και την ανάλογη καζούρα από τους αντιπάλους!

παλιό σπιτικόΕκείνες, λοιπόν, οι αναμνήσεις γύρω απ’ το μαγκάλι ή την εστία, έρχονται πότε-πότε στο μυαλό και σε τυλίγουν με το μεθυστικό άρωμα της νοσταλγίας. Έτσι, γλιτώνεις προσωρινά από δύσβατες καταστάσεις και κακοτράχαλα εμπόδια. Αναπολείς, συγκινείσαι, ξαναπατάς δυνατά τα πόδια σου στη γη και παίρνεις δύναμη, σαν τον μυθικό Ανταίο, για να συνεχίσεις! Θυμάσαι πως μέσα στη ζωή, παρά τις δυσκολίες και τις αναποδιές, υπήρξαν άνθρωποι – και ίσως ακόμη υπάρχουν – που σε αγάπησαν πολύ. Οι άνθρωποι αυτοί, αν βέβαια ήσουν τυχερός, ήταν τουλάχιστον δύο μέχρι και τέσσερις, εκτός από τους γονείς σου! Ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες είτε οι γιαγιάδες και οι παππούδες. (Το γράφω έτσι για να μη μου την πέσουν οι φεμινίστριες και με κατηγορήσουν πως έβαλα τις γιαγιάδες σε δεύτερη μοίρα και όχι στην θέση του πρωταγωνιστή όπως αρμόζει). Εκείνα τα άτομα που ήταν από τα βασικότερα στηρίγματα της ζωής σου, άνευ όρων, ορίων και ωραρίων. Σε πηγαινοφέρνανε στο σχολείο, σου βάζανε κομπρέσες και βεντούζες αν χρειαζόσουν, σε φροντίζανε όσο μπορούσαν.

Πίσω από τα σώματά τους κρυβόσουνα για να μην φας ξύλο, όταν έκανες διαολιές. Εκείνα τα αγαπημένα πρόσωπα που ατέλειωτες ώρες σού δίνανε χάδια, σε αγκαλιάζανε, σε έκαναν να νιώθεις, αν όχι σαν το κέντρο του σύμπαντος, τουλάχιστον σαν ένα ηλιακό σύστημα, όπου τα πάντα περιφέρονται γύρω του. Σε συμβουλεύανε με κείνον το μειλίχιο, αγαπημένο τρόπο και λίγο πριν κοιμηθείς, ζυγίζανε τα θετικά και τα αρνητικά απ’ όσα είχες κάνει εκείνη τη μέρα, έβαζαν πάντα μεροληπτικά το χεράκι τους για να μετατρέψουν ακόμη και τα αρνητικά σε θετικά για να σε επιβραβεύσουν. Έτσι έβρισκαν πάντα την ευκαιρία να κεντρίσουν την προσοχή σου, όταν ξεκινούσαν να λένε: «σήμερα ήσουν καλό παιδί! Θα σου πω, λοιπόν, ένα όμορφο παραμυθι! Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια χώρα που είχε μόνο ευτυχισμένους ανθρώπους, γιατί δεν υπήρχαν αρρώστιες, αδικίες, άνεργοι, πόλεμοι, στρατοί ούτε άλλα σώματα ασφαλείας. Οι κάτοικοι δεν τα χρειάζονταν, αφού καλοσύνη είχε πλημμυρίσει τις καρδιές τους. Μόνοι τους βοηθούσαν ο ένας τον άλλο».

Εκδόσεις Ραδάμανθυς - Το μαγκάλι

Από τότε αυτή τη χώρα ψάχνεις να βρεις. Τη χώρα των παραμυθιών της παιδικής μας ηλικίας! Άσε που, στο μεταξύ, από «κέντρο του σύμπαντος» ή έστω «κέντρο του ηλιακού μας συστήματος», έχεις μετατραπεί σ’ έναν απλό κομήτη, έναν μετεωρίτη, σ’ ένα περιφερόμενο σε τροχιά πετραδάκι, σαν κάτι απειροελάχιστο στον τεράστιο θολό, τόσο μηδαμινό που μοιάζει σαν να φλερτάρεις με τα όρια της ασημαντότητας. Πόσες και πόσες φορές άκουσες το: «μια φορά κι έναν καιρό»;

Πόσες φορές, αλήθεια, δεν ανέβαινες στον δέκατο ουρανό; Γιατί… τόσοι είναι στ’ αλήθεια οι ουρανοί! Όσες και οι εντολές. Άμα ακολουθείς με συνέπεια και τις δέκα, ανεβαίνεις στον ψηλότερο ουρανό. Αντιστρόφως ανάλογη είναι η πορεία σου αν δεν τις ακολουθείς όλες με ευλάβεια. Θυμάσαι; Κρεμόσουν από εκείνα τα στόματα που ήταν οι σπηλιές της παραμυθοχώρας. Εκεί όπου ζούσαν ευτυχισμένοι άνθρωποι και ανάμεσα τους βίωνες κι εσύ την ουτοπία,  αυτό που το ονόμασαν οι σοφοί πρόγονοι: «χίμαιρα». Το μυθικό αταίριαστο πλάσμα που είχε λιονταρίσιο κεφάλι, σώμα κατσίκας και ουρά που κατέληγε σε φίδι.

Εκείνα τα στόματα, που μπορεί να μην είχαν ούτε ένα δόντι για να μασήσουν την τροφή τους, αλλά ήταν μαγικά. Από εκεί εμφανίζονταν άλογα με φοβερούς πολεμιστές ντυμένους με μεγαλοπρεπείς αρματωσιές, μονόφθαλμοι ή κουτσοί πειρατές, τέρατα, καταστροφές και θαύματα, θησαυροί, συντρίμμια, καλόκαρδες νεράιδες, μοχθηρές μάγισσες, λιμοί, σοφοί και μηχανορραφίες, όρκοι, ιπτάμενα κριάρια, μαγικές ασπίδες, γοργόνες με φιδίσια μαλλιά, μυθικοί τόποι, Κένταυροι και ερωτευμένες θέες, ερωτύλοι θεοί, τζίνι που έβγαιναν από λυχνάρια και κακούργοι που μπαίνανε στα σπίτια, ριψοκίνδυνοι νεαροί που προσπαθούσαν να λύσουν γρίφους για να πάρουν προίκες βασιλικές και πονηροί αλχημιστές που έψαχναν το ελιξίριο της ζωής, κακοί και καλοί, μάγισσες και μαγεμένοι, ο πόλεμος και η ειρήνη, οι γίγαντες και οι κοντορεβιθούληδες, ο Θεός και ο διάολος, η ύπαιθρος και οι πόλεις, τα αδιέξοδα και οι λύσεις, οι ηλιαχτίδες και τα φεγγάρια, οι Εκατόγχειρες και οι Κίρκες, τα ναυάγια και τ’ απάνεμα λιμάνια, οι επιτυχημένοι γάμοι…

Πού συνέβαιναν όλ’ αυτά; Παντού! Οι πρωταγωνιστές έσμιγαν σ’ ένα μοναδικό πάρε-δώσε που λάμβανε χώρα σε θάλασσες, σε λίμνες, σε ποτάμια και ωκεανούς, στο ουράνιο στερέωμα. Μέχρι που, κάποια μέρα, αρχίζεις να βάζεις τα πράγματα σε μια σειρά, με τη σωστή τους διάσταση, αρχίζοντας απ’ το παγωμένο – λόγω προέλευσης – παραμύθι του Άγιου Βασίλη!

Έτσι ήταν ο κόσμος σου τότε, τις εποχές της παιδικής άγνοιας και της αθωότητας! Ο δικός σου υπέροχος κόσμος, χωρίς ουρές στις τράπεζες και στα νοσοκομεία, χωρίς πείνα, με ζητιάνους και βατράχους που μετατρέπονταν σε πριγκιπόπουλα κι αρχοντόπουλα. Εκεί δεν ήταν νόμος το δίκαιο του ισχυρού…

Ιόνιο Εκδόσεις Ραδάμανθυς[…] Εκείνες τις μαγικές ώρες πλάι στο μαγκάλι, άνοιγες τα ματιά και τα αυτιά, τα ρουθούνια και τη διάθεση, μα κυρίως το στόμα είτε από έκπληξη είτε καθ’ υπόδειξη, μιας και ενδιάμεσα στα θαύματα που γεννιόντουσαν στα παραμύθια σε βρίσκανε μπόσικο εκείνοι οι υπέροχοι πρόγονοί σου και σου έδιναν μερικές γρήγορες, απανωτές κουταλιές φαγητό για να μεγαλώσεις, να γίνεις δυνατός, ν’ ακούσεις και το παρακάτω. Αργότερα κατάλαβες πως σε μαθαίνανε στο «δούναι και λαβείν». Δίνεις κάτι, παίρνεις κάτι! Σε αυτές τις ιστορίες το τέλος ήταν πάντοτε καλό!

Δεν υπήρξε παραμύθι με κακό τέλος, εκτός κι αν είναι παραμύθι με συνέχειες, σαν τα σήριαλ. Το μόνο που σε πείραζε πριν έρθει η πολυπόθητη κατάληξη, ήταν πως έπρεπε να φας το φαγητό σου για ν’ ακούσεις τη συνέχεια. Ώρες και στιγμές ήθελες ν’ αρπάξεις εκείνο το κουτάλι ή το πιρούνι που έχωνε το φαΐ στο στόμα, να το πετάξεις απηυδισμένος, μα δεν τολμούσες γιατί τότε θα έχανες το παραμύθι της ημέρας.

«Φάε παιδί μου, αν δεν φας θα με μαλώσουν ο μπαμπάς και η μαμά σου! Θέλεις να με μαλώσουν, γέρο άνθρωπο»;

«Έλα μωρέ παππού, θα το πετάξουμε στα σκουπίδια και θα τους πούμε πως το έφαγα».

Εκείνος όμως, ήταν ανένδοτος.

«Δεν γίνεται παιδί μου. Αν δεν το φας θ’ αρρωστήσεις. Άσε που η μαμά σου ξέρει από έξω κι ανακατωτά να διαβάζει το πρόσωπο του ψοματάρη!».

Κάπου εκεί τέλειωνε η προσπάθειά μου. Σταματούσαν οι αντιστάσεις και άνοιγα το στόμα. Δεν γινόταν κι αλλιώς! Δεν ήθελαν να με τρομάξουν με τις αντιξοότητες της ζωής γι’ αυτό μιλούσανε γλυκά. Γιατί, άλλωστε, να προσπαθούσαν να με τρομάξουν; Αυτά τ’ αναλαμβάνει η ίδια η ζωή, για να μην μένει σε αργομισθία και αραχνιάζει. Για θυμήσου κι εσύ!

Πάντα κοίταζες αν θα έχεις και κάτι έξτρα, αφού τα παιδάκια συνήθως τα θέλουν όλα, κάτι που δεν είναι κακό. Ίσα-ίσα! Ο πλανήτης έχει ανάγκη από απαιτητικούς κάτοικους. Ίσως έτσι κάποτε να σωθεί, γιατί αυτός που απαιτεί, ξέρει και να μάχεται. Πάντα ακουμπούσες τις τσέπες του παντελονιού, του σακακιού, της φούστας. Ήθελες να νιώσεις αν υπήρχε κάτι κρυμμένο εκεί ειδικά για σένα!

Χανιά-Χρήστος ΤσαντήςΈτσι είναι οι γιαγιαδοπαππούδες: ποιητές, μάγοι και ταχυδακτυλουργοί, εκτός από προστάτες και ταξιδευτές. Άλλες φορές πάλι, κοιτούσες αν πάνω απ’ τα κάρβουνα στο αναμμένο μαγκάλι υπήρχε απλωμένο το μαγικό αλουμινόχαρτο, η «τοστιέρα» της εποχής, έτοιμο να υποδεχτεί μια-δυο φέτες ψωμί. Ν’ αρπάξουν στις άκρες απ’ τη φωτιά, να καψαλιστούν και ανάμεσά τους στρωμένα μια χούφτα ξηροί καρποί, φιστίκια αράπικα, αμύγδαλα, στραγάλια, να ψήνονται, να ροδίζουν, να μοσχομυρίζει ο αέρας, ν’ ανοίγει η όρεξη, κι ύστερα να έρχεται η στιγμή που τόση ώρα περίμενες: ν’ αλειφτούν οι φέτες με λίγο βιτάμ πασπαλισμένο με ζάχαρη ή μέλι, με γλίνα χοιρινού, με τοματοπολτέ ή με ταχίνι. Πότε-πότε εμφανιζόταν μεγαλοπρεπής και μια οφτή αχνιστή πατάτα που είχαν φροντίσει να κρύψουν ώρα πριν και τώρα την ξέχωναν με τη μασιά, μ’ εκείνη τη μεγάλη τσιμπίδα που βοηθά να παίξεις με τη φωτιά, μα και να μην καείς. Κοιτούσαν το μουτράκι σου να φωτίζεται, να νιώσουν τη χαρά σου για να χαρούν και οι ίδιοι. Κι ύστερα την έλιωναν στο πιάτο με το πιρούνι, κι αμέσως έπεφτε από πάνω λαδάκι και λεμόνι και αλατάκι για να νοστιμίσει.

Ό,τι κι αν σου έδιναν, δεν έφτανε, δεν γνώριζες όρια, γιατί τα παραμύθια δεν έχουν τέτοια. Αυτή είναι η μαγεία, απλά δεν μπορεί να οριστεί, να μπει σε καλούπι.

Η φαντασία έτρεχε ελεύθερη και υπήρχε πάντα η περίπτωση, εκείνο το επιπλέον που περίμενες να βγει από την τσέπη τους με μια μαγική κίνηση, με ένα ταχυδακτυλουργικό «τι σου έχω εδώ», για να σου φτιάξει ακόμη πιο όμορφη τη στιγμή, με τη μορφή μιας σοκολάτας, ενός μπισκότου, μιας καραμέλας, μιας μολυβένιας ή έστω μιας πλαστικής φιγούρας.

Αργότερα έβγαιναν απ’ τις τσέπες τους κι άλλες φιγούρες: ινδιάνοι, καουμπόηδες, πολιορκητικοί κριοί και κάστρα, μυθικοί ήρωες και τέρατα, σε διαφορά χρώματα και διαστάσεις. Τα μάζευες και έπαιζες μόνος μαζί τους, μα και με τα παιδιά της γειτονιάς κι όταν έσπαγαν, έκλαιγες με τις ώρες μέχρι να αναγκαστούν να στις ξαναγοράσουν. Άλλες φορές, οι ξηροί καρποί, ζεσταμένοι κι αυτοί πάνω στα αλουμινόχαρτο, σπάζονταν στο χαβάνι με το γουδί, μαζί με ζάχαρη ή μέλι.

© Γιώργος Ηλιάδης & Εκδόσεις Ραδάμανθυς

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s