Βιβλία

Ο μικρός πρίγκιπας συναντά τον Κύριο Καζαντζάκη… στη Σελένα

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Τσαντή «Ο μικρός πρίγκιπας συναντά τον Κύριο Καζαντζάκη στο δρόμο της αναζήτησης»,

2η έκδοση – Εκδόσεις Ραδάμανθυς

ο μικρός πρίγκιπας συναντά τον κύριο καζαντζάκη

Ο μικρός πρίγκιπας συναντά τον Κύριο Καζαντζάκη στο δρόμο της αναζήτησης – Χρήστος Τσαντής

[…] «Και τώρα; Φτάνουμε στο Σύνορο παπα-Φώτη;» ρώτησε αποκαμωμένος απ’ το περπάτημα ο μικρός πρίγκιπας.

«Έχουμε δρόμο ακόμα. Κουράστηκες; Απίθωσε», του είπε.

Άφησε το ταγάρι του ο νέος και σωριάστηκαν κατάχαμα κι οι δυο.

«Εδώ μπορούμε να ξεκουράσουμε τις αρίδες μας. Κάνει το μέρος. Βολεύει να γνωρίσεις και την παρέα».

«Ποια παρέα;»

«Κλείσε τα μάτια και θα στη φανερώσω ευθύς».

Ο μικρός πρίγκιπας ακούμπησε την πλάτη του σε ένα πουρνάρι. Μπροστά τους φαινόταν κάτι σαν ξέφωτο. Το δάσος έμοιαζε να τελειώνει. Τα δέντρα τώρα έδιναν τη θέση τους στους βράχους, στο χώμα το ξερό, στην πέτρα, στον ανήφορο.

«Εεε», ακούστηκε η φωνή του παπά.

«Κάνε τον κόπο… Άιντε! Φανερώσου Καπετάν Κάπρο».

«Μέτρα τα λόγια σου παπά», ακούστηκε μια φωνή. «Πού με κατάλαβες;»

«Η τσιγάρα σου. Μας φωτίζει το δρόμο από τα ψες».

«Φωτιά στα τόπια γέρο… έρχουμαι».

«Έλα και σίμωσε. Να σε φιλέψω μια ρακή;»

«Όπως παλιά ε;» είπε ο άντρας και φανερώθηκε.

Ένας γίγαντας πλησίασε. Έσκυψε το κεφάλι για να μην βρίσκει η κεφαλή του στα δέντρα και σίμωσε. «Ο διάολος να σε πάρει», μουρμούρισε.

«Θα τα βάλεις και με τα δέντρα τώρα;» τον πείραξε ο παπα-Φώτης, βλέποντάς τον να σιάζει το μαύρο μαντίλι στα μαλλιά του. Οι κατάμαυρες μουστάκες του πήγαν πέρα-δώθε, σαν βάρκες, καθώς περιεργαζόταν το μικρό πρίγκιπα. Η μαχαίρα του αντανακλούσε το λιγοστό φως της σελήνης που περνούσε απ’ τις χαραμάδες των δέντρων. Το βλέμμα του πηχτό. Κόκκινο, βλοσυρό, λες και χωρούσε στα μάτια του όλες τις αμαρτίες του κόσμου.

«Σινιάλα κάνεις από μακριά. Κάτι η τσιγάρα, κάτι τα μαχαίρια σου. Μα το ήξερα ότι θα έρθεις. Ειδάλλως δεν ξεκίναγα», του είπε ο παπάς.

«Επίτηδες τα έκανα γέρο. Να με βλέπεις, να σιγουρεύεσαι. Σιγά μην σ’ άφηνα να πας στα χαμένα».

«Θέλεις να φας;» προσφέρθηκε ο παπα-Φώτης να τον φιλέψει.

«Δεν πεινώ», αποκρίθηκε ορθά-κοφτά.

«Το νιούτσικο; Δεν έχει όνομα ετούτο;» είπε και τον περιεργάστηκε με το βλέμμα του φορτωμένο αίματα.

«Εσένα πώς σε λένε;» σήκωσε τη φωνή του ο μικρός πρίγκιπας.

«Θρασίμι μου είσαι! Εγώ είμαι ο Καπετάν-Μιχάλης. Εσύ;»

«Εγώ είμαι ο μικρός πρίγκιπας αλλά δεν είμαι από αυτές τις σελίδες. Σε άλλο βιβλίο γεννήθηκα εγώ, σ’ έναν άλλον κόσμο».

 «Όλες οι σελίδες στη ψυχή μιλούνε. Και όλοι οι κόσμοι της ζωής μέσα μας συναντιούνται. Μα τι γυρεύεις;»

«Τις κάνατε τις γνωριμίες και μόνοι σας. Εμένα με συγχωράτε. Θα κλείσω λίγο τα μάτια μου, γιατί έχει δρόμο πάλι αύριο», είπε ο παπα-Φώτης κι έγειρε στο χώμα.

«Θα σου πω», είπε ο μικρός πρίγκιπας που δεν ξέχασε το ερώτημα, «μα πες μου, γιατί δεν ήρθες απ’ την αρχή μαζί μας;»

Ο Καπετάν Μιχάλης άναψε τη τσιγάρα του. Ρούφηξε τη ρακή του. Φούσκωσε τα στήθια. Έβγαλε τον αέρα, ξεθύμανε.

«Νιούτσικο, έχω ταχθεί κι είμαι φύλακας. Η ψυχή μου έμεινε εδώ σκλάβα, ν’ αγναντεύει από ψηλά τις κορφές της Σελένας, το Σπάθι, τον Αφέντη-Χριστό, το Λάζαρο. Τραντάζω τη γης σαν τρίζει η λευτεριά. Κουνώ τα βουνά, χύνω τη λάβα και ξερνούνε βόλια οι άνθρωποι και μάχουνται. Ο παπα-Φώτης χτυπά τα σήμαντρα. Εγώ βροντώ τα ξίφη. Είδα που μόλις έφτασες, άρχισαν να σε ψάχνουν. Είδα Τούρκους από όλες τις φυλές να ρίχνονται ξοπίσω σου και είπα: δεν μπορεί, ετούτο το θρασίμι θα φέρνει καλό μαντάτο! Προάγγελος, λέω, μπορεί και να είναι. Θα τον φυλάξω! Έτσι, κι επειδή με το παπά δεν έχω πολλά, λέω γίνε τους συνοδεία να δούμε τι θα βγει. Κουζουλοί φαίνονται και δεν θα έχουμε καλά ξεμπερδέματα. Είπα εγώ με τη σειρά μου. Δική σου τώρα η σειρά. Τι γυρεύεις;»

«Το Νίκο», αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας.

«Το Νίκο;» φώναξε ο Καπετάν Μιχάλης και σείστηκε ο τόπος.

«Σιγάαα» πετάχτηκε ο παπα-Φώτης που προσπαθούσε να κοιμηθεί μια στάλα και γύρισε πλευρό.

«Και τι γυρεύεις εσύ απ’ τον Νίκο;» συνέχισε ο Καπετάν Μιχάλης χωρίς να δώσει σημασία στο γέρο.

«Να μάθω».

«Τι να μάθεις;»

«Τα μυστικά του κόσμου».

«Δεν τα κατέχεις; Πώς έφτασες εδώ τότε;»

«Μεγάλη ιστορία αυτή. Είναι σ’ άλλο βιβλίο».

«Καλαμαράς είσαι του λόγου κι εσύ;»

«Τι είναι καλαμαράς;»

«Λογάς, δάσκαλος που λένε, γραμματικός», είπε και γύρισε αγανακτισμένος τα μάτια του στον ουρανό. «Τι μάχη να δώσω με τέτοια ψοφίμια; Μα τους διαόλους όλους. Με πήραν από κάτω, αλλά δεν θα τους περάσει», είπε φουρκισμένος ο Καπετάν Μιχάλης.

«Μεγάλος είσαι και για αυτό δεν καταλαβαίνεις. Αγάπησες ποτέ;»

Τι ήθελε να του κάνει αυτή την ερώτηση; Ο Καπετάν Μιχάλης σηκώθηκε. Πήγε παραπέρα. Άνοιξε τις χερούκλες του κι αγκάλιασε δυο πεύκα. Θανατερές κραυγές έσκισαν τη νύχτα κι ακούστηκαν μακριά, πέρα στο Ψηλορείτη και στα Λευκά Όρη, κι απ’ άκρη σ’ άκρη στην Κρήτη έπιασε βροχή δυνατή. Τράβηξε τη μαχαίρα του. Έσφαζε τα πεύκα και μάτωνε η καρδιά του. Πέρασε κάμποση ώρα, ώσπου κάπως συνήλθε. Γύρισε και κάθισε στην πέτρα του. Άναψε το τσιγάρο του. Ήπιε τη ρακή και κοιτούσε κατά τη Σελένα…

©Χρήστος Τσαντής & Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Για παραγγελίες του βιβλίου συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983 091058

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο
Αρχική τιμή: 14,00 €
Εξοικονομείτε: 1,00 € (έκπτωση 7%)
Τιμή για εσάς: 13,00 € (περιέχει και το ΦΠΑ 6%)

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ…

Γιούχτας

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s