Θέατρο

Εχθρός Λαός, Ιάκωβος Καμπανέλλης

ο εχθρός λαόςΈνα θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη που οι περιστάσεις το φέρνουν και πάλι στην επικαιρότητα. Και δεν είναι απαραίτητα για καλό κάτι τέτοιο. Τα «χορικά», απ’ όπου παραθέτουμε τους στίχους και τα βίντεο με τη συγκλονιστική μουσική που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης, για το Θεατρικό έργο, ηχούν περίεργα στα αυτιά μας σήμερα, καθώς προχωρά η ημέρα. Ίσως, με τη σειρά τους, να έχουν μία συμβολή στην κοινωνική και πνευματική αφύπνιση, που έχουμε ανάγκη σαν χώρα, για να αλλάξει σελίδα το βιβλίο της ζωής στην Ελλάδα. Να ξεκολλήσει πιά από το βάλτο μιας μεταπολίτευσης η οποία ξεκίνησε κάποτε, μα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Και τα φαντάσματα του φασισμού, με κρατικό και παρακρατικό μανδύα βγαίνουν ξανά στο προσκήνιο, φωνάζοντας «εμείς είμαστε οι τραμπούκοι που λένε»…

Η παράσταση ανέβηκε το 1975 από το θίασο Καρέζη-Καζάκου στο θέατρο Αθήναιον. Βασικοί ερμηνευτές των τραγουδιών: Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Τζένη Καρέζη και ο Μίκης Θεοδωράκης.

Χρήστος Τσαντής

Χορός Τραμπούκων-Χορικό Α
Εχθρός Λαός-Ιάκωβος Καμπανέλλης, μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

-Του παιδιού που θαρρεί για τσιφλίκι του
Των Ελλήνων τη χώρα,
Εμείς είμαστε οι τραμπούκοι που λένε
Κι ολονών εκεί δα των τρανών κλικαδόρων
οι πράκτορες, που απ’ αξιά μας,
ένας έξυπνος μάγκας από Τούμπα σε Τρούμπα
έναν κι έναν μας διάλεξε
ν’ αγρυπνάμε σα σκύλοι στα καλά τους απάνω.

Θα μου πεις-και το λόγο σου σέβομαι:
«φτωχαδάκι κι εσύ ρε ρουφιάνε
Και με μάνα που πέθανε
Σφουγγαρίζοντας σκάλες, ξενοπλένοντας ρούχα,
Που την είδες ξεκούραστη μια και μόνη φορά,
Στη μικρή της τη κάσα,
Πως σου πα η καρδιά για ρεζίλι παρά
Το λαό που για φτώχια μιλά
Σα χαφιές και τραμπούκος εσύ,
Να βαράς, να καρφώνεις:
Και τι σόι νταής είσαι λόγου σου
Που με τρίκυκλο πας και μπαμπέσικα
Με λοστό το λεβέντη στο κεφάλι χτυπάς
Και σκοτώνεις:

Θα στο πω στα κρυφά, κι άμα θες το πιστεύεις:
Κάπου-κάπου με πιάνει ντροπή
Κι όλο λέω να τ’ αφήσω,
Μα σα μπλέξεις με τέτοιες δουλειές
Και να θες να ξεκόψεις δε σ’ αφήνουν αυτές,
Πάει πια, σε βαστούν μέσα-όξω δεμένο,
Μπρος φωτιά, πίσω ρέμα αδερφάκι.

-Απ’ την άλλη μεριά θαρρετά σε καλώ
Την κατάσταση λογικά να κοιτάξεις,
Είμαι ή όχι εγώ τελευταίος τροχός της αμάξης;
Και γιατί το λοιπόν να ‘μαι εγώ πιο καλός,
Ηθικός και σωστός απ’ αυτούς εκεί πάνω;

-Σα δε ντρέπονται αυτοί,
Πρέπει εγώ να ντραπώ που για πρώτη φορά
Στα κουτσά στα στραβά
Όσο να ‘ναι την έχω βολέψει
Κι έχω κι ένα βρακί να φορώ
Που δε έχει απ’ το φόρεμα φέξει.
Τακτικός ο μιστός, ρουχαλάκια, φαί,
Τακτικό το μπαρμπούτι κι οι μαύρες
Γνωριμίες καλές, χαμηλές κι αψηλές,
Μες στην πρόστυχη αυτή κοινωνία, μια θέση.

-Ούτε πλούτο ζητώ, ούτε δόξα γουστάρω
Όπως όλοι κι εγώ, το ψωμάκι μου βγάνω
με τον τίμιο ιδρώ μου, όπως λένε:
και ουκ ολίγας φοράς στις γνωστές συγκεντρώσεις
το πληρώνω με αίμα,
γιατί έτσι και μου λάχει αντικρύ
ψυχωμένο παιδί, δημοκράτης καλός,
τρώω ξύλο που θα σκότωνε βόδι.

-άλλες πάλι φορές-αλλ’ αυτό μεταξύ μας-
Μας το λέει ο αρχηγός-διαταγή δηλαδή-
«να σας δείρουν αφήστε,
Θέλω τρεις τραυματίες
Για να γράψει ο εθνικόφρονας τύπος
Οτι πάλι αυτοί οι κοπρίτες
Κακοποίησαν αθώους πολίτες».

-Στήσε τώρα τ’ αυτί κατά ‘κει
Και θα μάθεις ευθύς το γιατί
Και οι μεν και οι δε χέρι-χέρι,
Μες τη θύελλα που θα ‘ρθει-κι ο θεός βοηθός-
Θα’ ναι πάλι οι καλοί συνεταίροι.

Και θα δεις το λοιπόν,
Οτι μ’ όσα εσύ επισήμως μαθαίνεις
Το καπάκι μονάχα αφήνουν να δεις από τέντζερη,
Που ‘χουν πάντα κλειστό,
Μα που εσύ με την πίστη σ’ αυτούς
που σε κλέβουν, ζεσταίνεις.

Χορός Τραμπούκων-Χορικό Β
Εχθρός Λαός-Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ένα, δυο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξη…
Κόψε το κατοστάρικο τσίφτικο, ατσαλάκωτο,
Ολόφρεσκο σα μαρούλι καλά ποτισμένο,
Που το κόβεις με τ’ άστρα πρωί,
Πριν λαλήσουνε τα πουλιά της αυγής.
Μύρισέ το να δεις μοσκοβόλημα
Από φρέσκο μελάνι της τράπεζας!
Αλλά άκου: δεν είναι δωράκι!
Έχω ρέψει στο πόδι, από χάραμα μέχρι μεσάνυχτα,
Βάρδιες δίχως ανάπαψη, καραούλια, περίπολα,
Ένα αόρατο δίχτυ, κι εκεί μέσα εσείς όλοι.

Τώρα βλέπεις τζογάρουν το μεγάλο τους κόλπο κι όσο να ‘ναι φοβούνται:
Αφού… σκέψου: σε όσους έχουνε λερωμένο μητρώο
Ποινικό δηλαδή, όχι τίποτις άλλο,
Μας εδώκανε όπλο, κι είναι άτιμο πράμα!

Στην αρχή το καμάρωνα αλλά τώρα σαν να μου καίει την τσέπη.
Γιατί ξέρω από άλλοτε οτι έτσι και το ‘χεις
Και βρεθείς σε καυγά, σε διαδήλωση
Σα μαγνήτης , το πρόστυχο, σου τραβάει το χέρι.
Μες τη χούφτα σου χώνεται,
Στη σκαντάλη σου βάζει το δάχτυλο,
Σε μαγεύει που είναι τόσο εύκολο,
Παλαβώνεις, θολώνεις κι άντε τότε
Να ‘χεις νου να σκεφτείς…
«Βρε τί πάω να κάνω ο μαλάκας»;

Το παιδί και οι άλλοι βεβαίως σκασίλα τους
Και εφ’ όσον πληρώνουνε, ότι λένε θα κάνω,
Όμως είναι σπουδαίο να μπορείς
να σκαρώνεις και σημεία και τέρατα
και άμα θες και τη ψήφο του λαού
να ξηλώνεις.
Επειδή είσαι τόσο αψηλά, στο
Απάνω σκοτάδι και μπορείς να μη φαίνεσαι και να βγαίνεις και λάδι..

Πάει τώρα, κι αν με δεις σε καμιά φασαρία μ’ αναμμένα τα αίματα, κάνε πέρα!
Έχει ανάψει μεγάλη φωτιά
Κι αν συμβεί ν’ αρπαχτούμε, θέλω ή όχι
Είναι πράμα μοιραίο, θα σφαχτούμε.

Ξέρεις κάτι μυστήριο λοιπόν,
που μ’ αυτό το φτωχό μου μυαλό,
έχω τώρα προσέξει,
ότι εγώ που με λες παλιοτόμαρο,
κατακάθι, ρεμάλι, απόβρασμα,
πιο κοντά σεργιανώ στην αλήθεια,
απ’ αυτούς που σου κάνουν το δάσκαλο,
με πολλές θεωρίες, μα ποτέ τους δε σπάνε το κόκαλο,
για να δεις το μεδούλι.

Λόγου χάρη, άκου εδώ πέντε λόγια σταράτα,
φταις κι εσύ που η μοίρα σου μαύρη κι άραχνη, είναι
κι όπως πας τέτοια πάντα και χειρότερη θα ‘ναι,
εάν κάποιο πρωί μ’ άλλο νου δεν ξυπνήσεις.
Γιατί βλάκας δεν είσαι, ούτε η πείρα σου λείπει,
για να δεις καθαρά, με τι κόλπα οι μεγάλοι σε πάν’
και σε φέρνουνε στα νερά τα δικά τους.

Αν μπορούσες δηλαδή να σταθείς αψηλά, υπεράνω κομμάτων,
να ξεχάσεις τι ψηφίζεις, κι ας είσαι κι από κει,
ποιοι και πως κυβερνούν να κοιτάξεις,
θα δεις θέαμα που μα το Θεό θα φριάξεις.

Κοίτα εδώ τι βαστώ
κι αν μυρίσεις θα πειστείς πως δεν είναι νερό απ’ τη βρύση
ή ξανθιά βαρελίσια ρετσίνα,
είναι ντίγκα ως απάνω βενζίνα και φωτιές πάω ν’ ανάψω,
την Αθήνα να κάψω,
το λαό τον φιλήσυχο κι αγαθό να τρομάξω,

Αναρχία και χάος και αστάθεια να δείτε,
ώσπου όλοι να βγείτε,
φοβισμένοι κι ανήτται,
ποιος θα κάνει επιτέλους, ησυχία και τάξη.
Τους εχθρούς της πατρίδος,
ποιος θα βγει να πατάξει.

Αχ! τι κόλπο μανούλα μου
και τι σκέρτιο κέντημα,
με γαλάζια κλωστή δουλεμένο,
γιατί αυτοί εκεί πάνω,
που οι δικές σου οι σκέψεις,
προκοπή ελευθερία
και ψωμί και παιδεία,
τους χαλάνε τον ύπνο,
που ‘δα πως θε να πέσουν.

Θα ‘χουν πάλι από σας,
θα ‘χουν πάρει εντολή,
να σας δέσουν.

Τι γίνεται απόψε δεν το βάνει ο νους σου,
οδικώς με μαζεύουνε, να μεθάς δεν προφταίνεις,
αλλά δες πως με άφησαν άνεργο
και δεν πιάνουνε μόνο εκείνους,
τους ίδιους γνωστούς που για πήδημα ψύλλου εδώ
κι είκοσι χρόνια από τους πρώτους αρπάζουνε, όχι.
Ψυχικό, Περιστέρι, Κηφισιά, Δραπετσώνα, Κολωνάκι,
κάνεις άκρη, πάλι εμένα πως μ’ άφησαν άνεργο,
τέτοια νύχτα που θα ‘κανα θραύση, κάτι τέτοιο εγώ,
για καλό δεν το βλέπω σημάδι, γιατί παλαβοί,
προσέχουν εδώ, τη δουλειά που τους έκανα ως τώρα εγώ,
θα την κάνουνε μόνοι τους μ’ άλλα μέσα κι ανθρώπους δικούς τους.

Γιατί ίσως φοβηθείς που εμένα, που ως τώρα μέσα ήμουνα,
σ’ όλα το δεξί τους το χέρι, με αφήνουν σα σκλάβο σου από ‘ξω.
Πάει πανικός άλλο σύστημα κι από πείρα σου λέω θα ‘ναι τέτοιο το δράμα,
που ως κι εμένα το κάθαρμα, χωρίς έγκλημα και χωρίς συγχασιά θα θυμάσαι,
για να δουμε, λες θα γίνει αιτία ν’ αλλάξω, να βρω τρόπο να βγω απ’ τη λάσπη.
Άκου τη νεκρική σιγαλιά, τι βαρύ χτυποκάρδι, μες στα δόλια τα σπίτια,
τι ξημέρωμα ψόφιο, καίει τη μοναξιά, λες και πέθανε κάποιος.

Δε μ’ αρέσει, αχ ασόψωνται αυτοί οι αρχηγοί οι λογάδες,
που για πλάκα δική τους φωνάζανε, λύκοι, λύκοι,
που είναι τώρα που οι λύκοι που λέγανε, επλακώσαν στ’ αλήθεια.
Το θυμάσαι αδερφέ αυτό δα το σοφό παραμύθι,
κάπως έτσι την πάθαμε, άκου δω.

Ήταν ένας βοσκός αρχιψεύτης που φώναζε, λύκοι, λύκοι
κι οι γειτόνοι του τρέχανε ξανά και μανά για βοήθεια, ώσπου μάθαν το ψέμα.
Αλλά να ‘σου μια νύχτα που οι λύκοι, κορόιδο ήτανε, επλακώσαν στ’ αλήθεια,
καλή ώρα όπως τώρα λύκοι, λύκοι, οι γειτόνοι δε δίνουνε βάση.
Μόνος κι έρημος μένει ο φίλος και αφήνει τα πρόβατα λίγα-λίγα,
να τα τρώνε οι λύκοι να χορτάσουν κι έτσι αυτός να γλιτώσει.
Μα τα πρόβατα τελειώσαν γρήγορα κι ήρθε τότε η σειρά του βοσκού,
καλή ώρα όπως θα ‘ρθει κι εδώ η σειρά του δικού μας.

Μα εδώ φιλαράκο, στης ψυχής μου το βάθρο
κι έτσι που ‘ρθαν τα πράγματα, δε με νοιάζει γι’ αυτόν,
για τα πρόβατα κλαίω.

Δίσκος: Εχθρός λαός
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Copyright: 1975
Δισκογραφική εταιρία: Minos

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s