Η υπεράσπιση της δημόσιας υγείας είναι υπόθεση όλων μας. Οι άνθρωποι του πολιτισμού, οι συγγραφείς και οι δημιουργοί δεν μπορούν να παραμένουν σιωπηλοί όταν διακυβεύονται θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα.
Του Χρήστου Τσαντή*
Οι δημόσιες τοποθετήσεις των γιατρών και των εργαζομένων, τα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου και οι αλλεπάλληλες καταγγελίες για την υποστελέχωση του Νοσοκομείου περιγράφουν μια κατάσταση που όχι μόνο δεν έχει αντιμετωπιστεί, αλλά αποκτά ολοένα πιο ανησυχητικές διαστάσεις. Δύο γιατροί στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, τρεις στην Παθολογική Κλινική, σοβαρές ελλείψεις νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού. Αυτή είναι η πραγματικότητα που περιγράφουν οι ίδιοι οι άνθρωποι του Νοσοκομείου.
Πριν από λίγο καιρό, περίπου 50 γιατροί έφτασαν, σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, ένα βήμα πριν από την παραίτηση, αντιδρώντας στην υποχρεωτική μετακίνηση συναδέλφων τους προς το Νοσοκομείο Ρεθύμνου. Η συγκεκριμένη μετακίνηση ανεστάλη. Το πρόβλημα όμως παραμένει, γιατί όταν επιχειρούμε να καλύψουμε τα κενά ενός υποστελεχωμένου νοσοκομείου αφαιρώντας προσωπικό από ένα άλλο, εξίσου υποστελεχωμένο, δεν αντιμετωπίζουμε την κρίση. Απλώς τη μεταφέρουμε από τον έναν νομό στον άλλον.
Η κατάσταση στα Χανιά συνδέεται άμεσα με εκείνη στο Ρέθυμνο και με τις συνολικές αντοχές του δημόσιου συστήματος υγείας στην Κρήτη. Μιλάμε για την αποδυνάμωση ενός μεγάλου δημόσιου νοσοκομείου, σε έναν από τους σημαντικότερους νομούς του νησιού, με μεγάλο μόνιμο πληθυσμό και πολλαπλάσιες ανάγκες κατά την τουριστική περίοδο.
Δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν γνώριζαν
Τίποτε από αυτά δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Δεν έχουμε μια κυβέρνηση που ανέλαβε πριν από λίγους μήνες, παρέλαβε μια άγνωστη κατάσταση και αναζητά τώρα λύσεις. Η σημερινή κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία περισσότερο από επτά χρόνια. Ούτε έχουμε έναν δήμαρχο Χανίων που εξελέγη προχθές και τώρα ανακαλύπτει το στεγαστικό πρόβλημα της πόλης. Ο δήμαρχος βρίσκεται στη δεύτερη θητεία του και ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει δημόσια την εύρεση προσιτής στέγης ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα των Χανίων.
Άρα γνωρίζουν. Γνωρίζουν τις ελλείψεις του δημόσιου συστήματος υγείας, την εξάντληση των εργαζομένων, τις δυσκολίες προσέλκυσης νέων γιατρών και νοσηλευτών. Γνωρίζουν το κόστος της κατοικίας και τη στεγαστική πίεση που υφίσταται η πόλη από την ανεξέλεγκτη τουριστικοποίηση.
Όταν ένα πρόβλημα είναι γνωστό επί χρόνια και συνεχίζει να επιδεινώνεται, η απουσία αποτελεσματικών παρεμβάσεων αποτελεί και αυτή πολιτική επιλογή. Εδώ τίθεται ένα δύσκολο αλλά αναπόφευκτο ερώτημα: μέχρι πότε θα μιλάμε για αμέλεια, αστοχίες και καθυστερήσεις και από ποιο σημείο και μετά οφείλουμε να εξετάσουμε αν αυτό που συμβαίνει αποτελεί αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών προτεραιοτήτων;
Γιατί όταν το δημόσιο σύστημα υγείας αποδυναμώνεται, εκείνος που διαθέτει οικονομικούς πόρους μπορεί να στραφεί στον ιδιωτικό τομέα. Εκείνος που δεν διαθέτει, αναγκάζεται να περιμένει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία και την αξιοπρέπειά του. Έτσι, η υγεία κινδυνεύει να πάψει να αντιμετωπίζεται ως καθολικό κοινωνικό δικαίωμα και να μετατραπεί σε αγαθό η πρόσβαση στο οποίο εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την οικονομική δυνατότητα του καθενός.
Η κρίση της δημόσιας υγείας συναντά τη στεγαστική κρίση
Πώς θα προσελκύσουμε νέους γιατρούς, νοσηλευτές και άλλους εργαζόμενους όταν η εγκατάσταση στα Χανιά γίνεται ολοένα δυσκολότερη;
Πώς μπορεί ένας νέος επιστήμονας, με τις σημερινές αποδοχές του δημόσιου συστήματος υγείας, να ανταποκριθεί στα υπέρογκα ενοίκια και στο αυξημένο κόστος ζωής;
Η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί πλέον μόνο κοινωνικό πρόβλημα. Απειλεί και τη λειτουργία κρίσιμων δημόσιων υπηρεσιών. Η ανεξέλεγκτη επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η τουριστικοποίηση ολόκληρων περιοχών, η συρρίκνωση της διαθέσιμης κατοικίας για μόνιμους κατοίκους και οι συνεχείς αυξήσεις των ενοικίων δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας.
Χρειάζεται επομένως μια συνολική πολιτική. Περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις όπου απειλείται η μόνιμη κατοικία, παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των υπερβολικών ενοικίων, αξιοποίηση δημόσιων και δημοτικών ακινήτων, προγράμματα κοινωνικής κατοικίας και ειδική στεγαστική μέριμνα για εργαζόμενους σε κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες.
Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη για τη στελέχωση και τη χρηματοδότηση του ΕΣΥ. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, από την πλευρά της, δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως ξένο προς τις αρμοδιότητές της ένα στεγαστικό πρόβλημα που επηρεάζει πλέον την ίδια τη λειτουργία της πόλης.
Δεν χρειαζόμαστε άλλα αποσπασματικά μέτρα. Χρειαζόμαστε πολιτικές που θα αντιμετωπίζουν τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων.
Στις 30 Οκτωβρίου η κοινωνία των Χανίων παίρνει τον λόγο
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, το παγχανιώτικο συλλαλητήριο της Παρασκευής 30 Οκτωβρίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο Σύλλογος Εργαζομένων του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων, η Ένωση Γιατρών ΕΣΥ Νομού Χανίων, το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Νομού Χανίων, σωματεία, σύλλογοι και φορείς της πόλης απευθύνουν κάλεσμα μαζικής συμμετοχής, με κεντρικό σύνθημα: «Το Νοσοκομείο μας αιμορραγεί».
Δεν πρόκειται για μια κινητοποίηση που αφορά αποκλειστικά τους εργαζόμενους στον χώρο της υγείας. Αφορά κάθε κάτοικο των Χανίων, κάθε οικογένεια, κάθε εργαζόμενο, κάθε νέο άνθρωπο, κάθε ηλικιωμένο που έχει ανάγκη από ένα ασφαλές και λειτουργικό δημόσιο νοσοκομείο.
Οι γιατροί και οι νοσηλευτές δεν διεκδικούν μόνο καλύτερες συνθήκες εργασίας. Υπερασπίζονται και τη δυνατότητα να προσφέρουν ασφαλή, αξιοπρεπή και ουσιαστική περίθαλψη στους ανθρώπους που την έχουν ανάγκη. Γι’ αυτό η κινητοποίηση πρέπει να αποκτήσει πραγματικά παγχανιώτικο χαρακτήρα. Να συναντηθούν εκεί εργαζόμενοι και επαγγελματίες, αγρότες και εκπαιδευτικοί, φοιτητές και συνταξιούχοι, άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων, που όμως αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν κοινωνικά δικαιώματα τα οποία δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η υπεράσπιση του δημόσιου Νοσοκομείου Χανίων δεν είναι υπόθεση μιας παράταξης ή ενός συνδικαλιστικού χώρου. Είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.
Οι άνθρωποι του πολιτισμού δεν μπορούν να παραμένουν άφωνοι
Σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια έχουν θέση και ευθύνη οι άνθρωποι του πολιτισμού. Οι συγγραφείς, οι ποιητές, οι εικαστικοί, οι μουσικοί, οι ηθοποιοί, οι άνθρωποι του βιβλίου, όσοι δημιουργούν και συμβάλλουν καθημερινά στην πνευματική και πολιτιστική ζωή του τόπου. Ο πολιτισμός δεν είναι μια δραστηριότητα αποκομμένη από την κοινωνία. Δεν εξαντλείται στις παρουσιάσεις βιβλίων, στις εκθέσεις, στις συναυλίες, στις θεατρικές παραστάσεις και στις πολιτιστικές εκδηλώσεις. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο, την αξιοπρέπειά του, τη θέση του μέσα στην κοινωνία. Είναι η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε τον πόνο του άλλου, να αντιστεκόμαστε στην αδικία, να υπερασπιζόμαστε την ανθρώπινη ζωή.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανθρωπισμό μέσα από τα βιβλία μας και να σιωπούμε όταν αμφισβητούνται στην πράξη θεμελιώδη ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα. Δεν μπορούμε να αναφερόμαστε στην αλληλεγγύη, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια ως αξίες της λογοτεχνίας και της τέχνης, αλλά να αντιμετωπίζουμε ως ξένη υπόθεση την αποδυνάμωση της δημόσιας υγείας.
Η τέχνη ασφαλώς δεν οφείλει να υπηρετεί κομματικές σκοπιμότητες. Ούτε χρειάζεται να μετατρέπεται σε όργανο οποιασδήποτε εξουσίας ή πολιτικής οργάνωσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ουδετερότητα απέναντι στην κοινωνική αδικία.
Η ανεξαρτησία της πνευματικής δημιουργίας δεν ταυτίζεται με την αδιαφορία. Αντίθετα, προϋποθέτει την ελευθερία να διατυπώνει ερωτήματα, να ασκεί κριτική, να αμφισβητεί και να παίρνει θέση όταν οι περιστάσεις το απαιτούν.
Δεν χρειάζεται όλοι οι δημιουργοί να έχουν τις ίδιες πολιτικές απόψεις. Χρειάζεται όμως να αναγνωρίζουμε ότι η πρόσβαση στη δημόσια υγεία, στην παιδεία, στη στέγη και σε μια αξιοπρεπή ζωή αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Και όταν αυτά τα δικαιώματα απειλούνται, η σιωπή δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη επιλογή για όσους επικαλούνται τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της τέχνης και του πολιτισμού.
Οι άνθρωποι της δημιουργίας έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν στον δημόσιο διάλογο, να ενισχύσουν τη συλλογική ευαισθησία, να φωτίσουν όσα συχνά αποκρύπτονται πίσω από αριθμούς, στατιστικές και διοικητικές αποφάσεις. Πάνω απ’ όλα, όμως, μπορούν να είναι παρόντες. Όχι ως ξεχωριστή κατηγορία πολιτών, αλλά ως ενεργό κομμάτι της κοινωνίας.
Η δημόσια υγεία είναι ζήτημα δημοκρατίας και αξιοπρέπειας
Η κατάσταση του Νοσοκομείου Χανίων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη πρόβλημα της καθημερινότητας, που θα ξεχαστεί μόλις περάσει η επικαιρότητα. Αφορά την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από τους οικονομικούς δείκτες, την τουριστική της ανάπτυξη ή τις επενδύσεις που προσελκύει. Κρίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο φροντίζει τους ανθρώπους της όταν αρρωσταίνουν, όταν γερνούν, όταν βρίσκονται σε ανάγκη.
Τι αξία έχει η οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής όταν οι εργαζόμενοί της δεν μπορούν να βρουν κατοικία; Όταν οι δημόσιες υπηρεσίες της αποδυναμώνονται; Όταν οι άνθρωποί της αισθάνονται ανασφάλεια ακόμη και για την πρόσβασή τους στην περίθαλψη;
Η δημόσια υγεία, η κατοικία και η αξιοπρεπής ζωή δεν είναι τρία διαφορετικά ζητήματα. Είναι διαφορετικές όψεις του ίδιου δικαιώματος: να μπορεί ο άνθρωπος να ζει με ασφάλεια και αξιοπρέπεια στον τόπο του.
Η κυβέρνηση οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της, προχωρώντας σε ουσιαστική ενίσχυση του Νοσοκομείου με μόνιμο προσωπικό, αξιοπρεπείς αμοιβές, επαρκή χρηματοδότηση και πραγματικά κίνητρα παραμονής στο δημόσιο σύστημα υγείας. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει να διεκδικήσει ενεργά λύσεις, αλλά και να αξιοποιήσει τις δυνατότητες παρέμβασης που διαθέτει. Και η κοινωνία των Χανίων οφείλει να δείξει ότι δεν είναι διατεθειμένη να συνηθίσει την υποβάθμιση ενός τόσο σημαντικού δημόσιου αγαθού.
Την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, στις 6 το απόγευμα, στην πλατεία της Δημοτικής Αγοράς, έχουμε όλοι λόγο να βρεθούμε εκεί.
*Ο Χρήστος Τσαντής είναι συγγραφέας και υπεύθυνος των Εκδόσεων Ραδάμανθυς.
