Λεωνίδας Κακάρογλου: Ο έρωτας για το σινεμά, το όνειρο ενός φεστιβάλ και η συνάντηση με τον Μάνο Χατζιδάκι στα Χανιά

Γράφει ο Χρήστος Τσαντής*

Ο κινηματογράφος για τον Λεωνίδα Κακάρογλου δεν υπήρξε μόνο μια μορφή ψυχαγωγίας. Ήταν ένας τρόπος να ανακαλύπτει τον κόσμο, να συναντά ανθρώπους, να συνομιλεί με την τέχνη και να παρεμβαίνει δημιουργικά στην πολιτιστική ζωή της πόλης του. Στο βιβλίο του «Χρόνος Διάφανος – 40 χρόνια κινηματογράφος», που εκδόθηκε το 2021 από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς, καταγράφει δεκαετίες κινηματογραφικής δραστηριότητας, ανασύροντας από τη μνήμη πρόσωπα, χώρους, ταινίες, συναντήσεις και περιστατικά που σημάδεψαν την ιστορία του κινηματογράφου στα Χανιά. Πρόκειται για μια προσωπική μαρτυρία, αλλά ταυτόχρονα και για μια σημαντική συμβολή στη διάσωση της πολιτιστικής μνήμης.

Από παιδί

Η σχέση του Λεωνίδα Κακάρογλου με τον κινηματογράφο ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια. Το καλοκαίρι του 1966, όταν η οικογένειά του ανέλαβε τη λειτουργία του θερινού κινηματογράφου «Άπτερα», ο κόσμος των εικόνων έγινε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς του. Οι πρώτες προβολές, οι κινηματογραφικές μηχανές, οι σκοτεινές αίθουσες και οι ταινίες που ανακάλυπτε διαμόρφωσαν μια σχέση ζωής. Ακολούθησαν οι σπουδές στην Αθήνα, οι κινηματογραφικές λέσχες, η επαφή με το έργο σημαντικών δημιουργών και, τελικά, η επιστροφή στα Χανιά με την επιθυμία να μεταφέρει στην πόλη του όσα είχε γνωρίσει και αγαπήσει. Αυτή η επιθυμία βρήκε την έκφρασή της μέσα από την Κινηματογραφική Λέσχη, τον Κινηματογραφικό Όμιλο Χανίων και τη λειτουργία του Δημοτικού Κινηματογράφου «Κήπος».

Τον Μάιο του 1980, ο «Κήπος» ξεκίνησε μια νέα πορεία ως δημοτικός κινηματογράφος. Η πρώτη προβολή, στις 30 Μαΐου, ήταν «Το αυγό του φιδιού» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Ακολούθησαν αφιερώματα, συζητήσεις, προβολές σπουδαίων δημιουργών και συναντήσεις με ανθρώπους του κινηματογράφου. Το κοινό ανταποκρίθηκε εντυπωσιακά. Κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας καταγράφηκαν 20.000 εισιτήρια μέσα σε τρεις μήνες.

Το όνειρο για ένα διαφορετικό κινηματογραφικό φεστιβάλ στα Χανιά

Ο Κακάρογλου οραματιζόταν μια πόλη στην οποία ο κινηματογράφος θα αποτελούσε σταθερό πεδίο καλλιτεχνικής αναζήτησης, συζήτησης και δημιουργίας. Σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Σίμο Ιωσιφίδη, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, μιλά για τα σχέδιά του να συνεχίσει τα κινηματογραφικά αφιερώματα, να συνεργαστεί με δημιουργούς και πολιτιστικούς φορείς και να προχωρήσει ώς τη δημιουργία ενός μικρού κινηματογραφικού φεστιβάλ στα Χανιά, το οποίο θα παρουσίαζε ταινίες με καινούργια αισθητική αντίληψη και θα έδινε στο κοινό την ευκαιρία να γνωρίσει διαφορετικές κινηματογραφικές προτάσεις. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Βαθύτερος στόχος είναι η δημιουργία ενός μικρού φεστιβάλ με εντελώς νέες ταινίες, όχι τόσο στην παραγωγή, όσο στην αισθητική».

Ο ίδιος γνώριζε τις δυσκολίες. Οι οικονομικοί περιορισμοί, οι οργανωτικές απαιτήσεις και οι συνθήκες της εποχής δεν επέτρεπαν πάντοτε την πραγματοποίηση των σχεδίων του. Κλείνοντας την απάντησή του, ο Κακάρογλου συμπυκνώνει τη στάση του σε τέσσερις λέξεις: «Ελπίζω όμως. Και προσπαθώ». Μια φράση που θα μπορούσε να συνοψίζει ολόκληρη την πορεία του.

Αύγουστος 1981: Ο Μάνος Χατζιδάκις στα Χανιά

Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες του βιβλίου βρίσκονται εκείνες που αναφέρονται στην παρουσία του Μάνου Χατζιδάκι στα Χανιά, τον Αύγουστο του 1981. Στον Δημοτικό Κινηματογράφο «Κήπος» είχε οργανωθεί ένα αφιέρωμα με τίτλο «Η μουσική των εικόνων». Το πρόγραμμα περιλάμβανε την προβολή της ταινίας «Blue» και την προβολή της κινηματογραφικής δημιουργίας «Μεγάλος Ερωτικός» του Παντελή Βούλγαρη, βασισμένης στο ομώνυμο μουσικό έργο του συνθέτη. Στην εκδήλωση παρευρίσκονταν ο ίδιος ο Παντελής Βούλγαρης και η Ιωάννα Καρυστιάνη.

Ο Κακάρογλου περιγράφει έναν κατάμεστο κινηματογράφο, με το κοινό να περιμένει ανυπόμονα τον μεγάλο συνθέτη. Μαζί του βρίσκονταν ο τότε δήμαρχος Χανίων Γιάννης Κλωνιζάκης και ο δήμαρχος Ανωγείων Γιώργος Κλαδός, που είχε συνδέσει το όνομά του με τις εκδηλώσεις του Μουσικού Αυγούστου.

Η βραδιά, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε χωρίς απρόοπτα. Η καθυστερημένη άφιξη του Χατζιδάκι είχε δημιουργήσει ανησυχία. Όταν τελικά ο συνθέτης εμφανίστηκε και ετοιμάστηκε να μιλήσει, δημιουργήθηκε ένταση από μία μερίδα ανθρώπων. Ακολούθησαν αντεγκλήσεις και μια μεγάλη διακοπή, που για λίγο δημιούργησε την εντύπωση ότι η εκδήλωση δεν θα συνεχιζόταν. Ο Κακάρογλου καταγράφει ακόμη τη διανομή ενός δακτυλογραφημένου φυλλαδίου εναντίον του συνθέτη, το οποίο δημοσιεύεται αυτούσιο μέσα στο βιβλίο. Τελικά, η εκδήλωση συνεχίστηκε. Η προβολή του «Μεγάλου Ερωτικού» πραγματοποιήθηκε με τον Παντελή Βούλγαρη να προσπαθεί ο ίδιος να ελέγξει τη μηχανή προβολής των 16 χιλιοστών, που είχε εγκατασταθεί στη μέση της αίθουσας.

Οι προβολές, οι ομιλίες και οι συζητήσεις ολοκληρώθηκαν περίπου στις έντεκα το βράδυ, δύο ώρες αργότερα από τον αρχικό προγραμματισμό. Μετά από το τέλος της, ο Χατζιδάκις βρέθηκε στην ταβέρνα «Νυχτερίδα», περιμένοντας το ταξί που θα τον μετέφερε στο Ηράκλειο. Ο δήμαρχος Χανίων τού πρόσφερε ένα κρητικό μαχαίρι, δώρο που, σύμφωνα με τον Κακάρογλου, ο συνθέτης δέχθηκε με ένα πλατύ χαμόγελο. Και τότε συνέβη μια μικρή, σχεδόν κινηματογραφική σύμπτωση: το ταξί ήταν μια μαύρη Φορντ, με αριθμό κυκλοφορίας που τελείωνε σε τρία. Μια λεπτομέρεια που ο συγγραφέας συνδέει με τον στίχο από την «Οδό Ονείρων» του Χατζιδάκι, όπως τον είχε τραγουδήσει η Μάρω Κοντού.

Η μουσική που γεννιέται από τη σιωπή

Το βιβλίο διασώζει και ένα ακόμη σημαντικό τεκμήριο: το κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι με τίτλο «Η μουσική στον κινηματογράφο». Σε αυτό ο συνθέτης προσεγγίζει τη σχέση εικόνας και μουσικής, ανατρέχει στις απαρχές της κινηματογραφικής τέχνης και μιλά για δημιουργούς και μουσικές που διαμόρφωσαν τη δική του αισθητική. Η σκέψη του ξεκινά από τη σιωπή του πρώιμου κινηματογράφου. Από εκείνη την παράξενη εμπειρία των πρώτων θεατών που έβλεπαν τις εικόνες να ζωντανεύουν μπροστά τους, χωρίς να ακούγονται οι φωνές των ανθρώπων. Ο ίδιος γράφει: «Έτσι γεννήθηκε η μουσική του κινηματογράφου, θα έλεγε κανείς. Απ’ τη σιωπή».

Η φράση αυτή συμπυκνώνει μια ολόκληρη αισθητική αντίληψη. Η μουσική δεν έρχεται απλώς να συνοδεύσει τις εικόνες. Γεννιέται από την ανάγκη να εκφραστεί κάτι που η εικόνα, από μόνη της, δεν μπορεί πάντοτε να αποδώσει. Ο Χατζιδάκις αντιμετωπίζει τη μουσική ως μια δύναμη που διατηρεί ζωντανές τις εικόνες στη μνήμη, φωτίζει τα συναισθήματα και συνδέει το κινηματογραφικό έργο με τις προσωπικές εμπειρίες του θεατή. Αναφέρεται στους μεγάλους συνθέτες του κινηματογράφου, στην ευρωπαϊκή μουσική παράδοση, στον γαλλικό κινηματογράφο του Μεσοπολέμου και στις δικές του παιδικές ανακαλύψεις μέσα στις σκοτεινές αίθουσες.

Ξεχωριστή θέση κατέχει η ανάμνηση του Μορίς Ζομπέρ, του Γάλλου συνθέτη που ανακάλυψε όταν ήταν ακόμη παιδί. Ο Χατζιδάκις θυμάται πως, σε ηλικία περίπου δεκατριών ετών, το έσκαγε από το σχολείο για να μπει στον κινηματογράφο της γειτονιάς του. Ανάμεσα στις ταινίες που τον είχαν συγκινήσει ιδιαίτερα ήταν το «Carnet de Bal» του Ζυλιέν Ντιβιβιέ. Την είχε παρακολουθήσει επανειλημμένα, προσπαθώντας να συγκρατήσει τη μουσική της, ώστε να μπορέσει να την παίξει αργότερα στο πιάνο του σπιτιού του. Η μαρτυρία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο μεγάλος συνθέτης μάς αποκαλύπτει κάτι από τη διαδικασία της δικής του καλλιτεχνικής διαμόρφωσης. Πριν ακόμη η μουσική γίνει ο προσωπικός του τρόπος έκφρασης, υπήρξε μια βαθιά συγκινησιακή εμπειρία συνδεδεμένη με τις εικόνες του κινηματογράφου. Και εδώ συναντιούνται, με έναν παράξενο τρόπο, οι δύο διαδρομές: του Λεωνίδα Κακάρογλου και του Μάνου Χατζιδάκι. Ο πρώτος ανακαλύπτει τον κόσμο των εικόνων μέσα από τις κινηματογραφικές αίθουσες των Χανίων. Ο δεύτερος ανακαλύπτει τη δύναμη της μουσικής παρακολουθώντας τις ταινίες που τον συγκινούσαν στην παιδική του ηλικία. Δύο διαφορετικές προσωπικότητες, δύο διαφορετικές πορείες, με κοινό σημείο αναφοράς την πεποίθηση ότι η τέχνη μπορεί να διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η ανιδιοτέλεια ενός οραματιστή και η πολιτιστική μνήμη μιας πόλης

Ο Λεωνίδας Κακάρογλου υπήρξε πάνω απ’ όλα οραματιστής. Δεν ξεκινούσε από την αναζήτηση οικονομικών πόρων ή προσωπικών ανταποδοτικών ωφελημάτων για να διαμορφώσει στη συνέχεια τις πολιτιστικές του επιδιώξεις. Αφετηρία του ήταν η αγάπη για τον κινηματογράφο, η ανάγκη να μοιραστεί τις ανακαλύψεις του και η βαθιά πεποίθηση ότι η τέχνη μπορεί να μεταμορφώσει την καθημερινότητα μιας πόλης. Οι δυσκολίες δεν απουσίαζαν, ούτε βέβαια η ανάγκη οικονομικής στήριξης των εγχειρημάτων. Εκείνο όμως που καθόριζε τη δράση του ήταν πρωτίστως το όραμα και όχι η δυνατότητα χρηματοδότησής του.

Σε μια εποχή που η πολιτιστική δημιουργία συνδέεται συχνά με προγράμματα, χρηματοδοτικά εργαλεία και διαχειριστικές προτεραιότητες, η διαδρομή του Κακάρογλου υπενθυμίζει μια διαφορετική αφετηρία: τον πολιτισμό ως προσωπική ανάγκη και ταυτόχρονα ως κοινωνικό αγαθό. Μια αντίληψη που δεν μετρά την αξία μιας προσπάθειας με οικονομικούς όρους, αλλά με το αποτύπωμα που αφήνει στους ανθρώπους και στη συλλογική ζωή. Αυτή η ανιδιοτέλεια δεν ήταν αποκομμένη από τη γνώση, την αισθητική καλλιέργεια ή την οργανωτική προσπάθεια. Αντίθετα, συνδυαζόταν με υψηλές απαιτήσεις, επιμονή και διάθεση να δοκιμαστούν νέες ιδέες, ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές.

Το όνειρο του Κακάρογλου για ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ, οι δεκαετίες της προσφοράς του και η αξέχαστη συνάντηση με τον Μάνο Χατζιδάκι αποτελούν διαφορετικές όψεις αυτής της στάσης ζωής. Γιατί η πολιτιστική ιστορία μιας πόλης δεν γράφεται μόνο από τους θεσμούς, τους προϋπολογισμούς και τις επίσημες διοργανώσεις. Γράφεται και από ανθρώπους που διαθέτουν τον χρόνο, τη γνώση, την ευαισθησία και το πάθος τους, χωρίς να προσδοκούν κάποιο προσωπικό αντάλλαγμα. Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη που αναδεικνύεται μέσα από τον «Χρόνο διάφανο»: η υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε ουσιαστική πολιτιστική κατάκτηση υπάρχουν άνθρωποι που πρώτα οραματίστηκαν, ύστερα προσπάθησαν και, με την ανιδιοτέλειά τους, άφησαν κάτι πολύτιμο για όσους ακολούθησαν.

Το βιβλίο: Λεωνίδας Κακάρογλου, «Χρόνος διάφανος – 40 χρόνια κινηματογράφος (1979–2019). Οι χώροι & οι άνθρωποι – Οι εικόνες». Εκδόσεις Ραδάμανθυς, Χανιά, 2021.

*Ο Χρήστος Τσαντής είναι συγγραφέας και υπεύθυνος των Εκδόσεων Ραδάμανθυς.

Λ. Κακάρογλου – Χρόνος Διάφανος – 40 χρόνια κινηματογράφος

Σχολιάστε