Απόσπασμα από το βιβλίο της Μαρίας Καμηλάκη Μανογιαννάκη «Εκεί όπου οι στάχτες ανθίζουν»
…Στο χωριό η ζωή κυλούσε ήρεμα μα οι συζητήσεις στο καφενείο φούντωναν για τις επεκτατικές διαθέσεις των δυο δυνάμεων της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας και για τη μεταξύ τους σύναψη συμμαχίας. Ύπνος δεν έκλεινε τα βράδια τα βλέφαρα, τουλάχιστον εκείνων που είχαν παιδιά στο στρατό ή επρόκειτο να πάνε. Άδειαζε ο νους από κάθε άλλη σκέψη και είχαν την έγνοια του πολέμου, να μη χτυπήσει την πόρτα της Ελλάδας.
Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940.
Το φθινόπωρο άφησε όλη τη χλομάδα του καιρού, όλο το κρυοβόρι στη φρικτή είδηση της εισβολής των Ιταλών, που εισέβαλαν από την Αλβανία στη χώρα μας. Η σκιά του πολέμου πήρε σάρκα και οστά. «Νυν υπέρ πάντων αγών», βροντοφώναξε με το χάραμα στο διάγγελμά του ο Μεταξάς και μαζί με τις σειρήνες καλούσε τους Έλληνες να ανοίξουν τα συρτάρια της μνήμης, να θυμηθούν τις δοξασμένες σελίδες της Ιστορίας της Ρωμιοσύνης και να δώσουν το παρόν στο προσκλητήριο, να μην αφήσουν κανέναν εισβολέα να πατήσει στη γη μας.
Ο Αγγελής βρίσκεται ανάμεσα στους στρατιώτες του 3ου λόχου έξω από τον Μητροπολιτικό ναό του Ρεθύμνου για να τιμήσουν τη γιορτή των Τεσσάρων Μαρτύρων. Στημένοι σαν αγάλματα είχαν αφήσει ελεύθερες τις κόρες των ματιών να ακτινοσκοπούν καθέναν που έμπαινε στο ναό. Το ύφος μαρτυρούσε τη σκέψη. Ο Αγγελής κοίταζε με άδειο βλέμμα. Στον νου είχε την αγαπημένη του και ονειρευόταν την ώρα που θα αντάμωναν ξανά.
Ήταν περίπου 8.25, ο υπασπιστής του Συντάγματος υπολοχαγός Νικολακάκης πέρασε σαν σίφουνας από μπροστά του για να συναντήσει τον λοχαγό Παναγιώτη Μπουλταδάκη, ο οποίος στεκόταν ακριβώς δεξιά. Δεν άκουσε, όσο κι αν τέντωσε το αυτί, όμως είδε. Γούρλωσε τα μάτια του ο Μπουλταδάκης. Σπίθες ευθύνης τα φλόγισαν. Όρθωσε το παράστημά του. Πήρε ύφος αποφασιστικό, αυστηρό, υπεύθυνο. Έδωσε βροντόφωνα το παράγγελμα «Εις θήκην λόγχη, μεταβολή!».
Άνδρωσε η ψυχή των στρατιωτών. Άδειασε ο νους από κάθε σκέψη, για να φυτρώσει το δέντρο της αντίστασης, που τα κλωνάρια του θα γίνουν φραγμός στον κατακτητή. Ο κόσμος, στο πέρασμά τους, χειροκροτούσε, σφύριζε και κραύγαζε: «Γεια σας, παιδιά, να τους φάτε τους μακαρονάδες, επάνω τους!».
Στην αρχή το έμαθαν όσοι είχαν ραδιόφωνο. Η είδηση μεμιάς έγινε άγριο ποτάμι, χείμαρρος που ξεχείλισε από στόμα σε στόμα και μαθεύτηκε. Τη στιγμή αυτή έφτανε στην πλατεία των Τεσσάρων Μαρτύρων η Ερασμία με τη θεία Κρυστάλλω για τη Θεία λειτουργία. «Αγγελή, Αγγελή!» φώναξε τρισευτυχισμένη γι’ αυτό το συναπάντημα η Ερασμία.
Ο Αγγελής άκουσε τη φωνή της, τραντάχτηκε, έχασε το βήμα, αλλά το επανάφερε γρήγορα, δεν τόλμησε ούτε να τη λοξοκοιτάξει κι ας έτρεξε προς το μέρος του.
«Απομακρυνθείτε, δεσποινίς», ακούστηκε η βροντερή φωνή του λοχαγού. Κόπηκαν τα γόνατά της, λύγισαν κι έμεινε ακίνητη. Η θεία την έπιασε από το μπράτσο. «Κορίτσι μου, έτσι είναι στο στρατό, αλλά τι συμβαίνει;»
«Δεν ακούσατε τι έγινε; Οι σειρήνες ουρλιάζουν από τα ξημερώματα. Οι Ιταλοί έρχονται από την Αλβανία και πάνε να τους προλάβουν. Φεύγουν τα παλικάρια μας για τον πόλεμο», είπε περήφανα ένας ηλικιωμένος, ισιώνοντας το λεβέντικο κορμί του μες στην κρητική ενδυμασία, βροντοφωνάζοντας στους φαντάρους: «Με τη νίκη, παιδιά! Φάτε τους! Να ’χα τα νιάτα σας, θα σας ακλουθούσα». Ύστερα πήρε στην αγκαλιά του το μικρό το εγγόνι, «Χτύπα κοπέλι μου παλαμάκια», είπε και το φίλησε.
Οι δυο γυναίκες σφήνωσαν στο πεζοδρόμιο. Δεν ήξεραν κατά πού θα πάνε. Ακολούθησαν με το βλέμμα τους τον λόχο, ώσπου χάθηκε. Χίλιες σκέψεις στριμώχτηκαν στον νου.
Στο στρατόπεδο η αναταραχή κι η αγωνία ήταν έντονες. Η μια διαταγή διαδεχόταν την άλλη. Συζητήσεις των ανωτέρων, συσκέψεις για να καταλήξουν. Οι στρατιώτες πληροφορήθηκαν τα τελευταία γεγονότα και το κρίσιμο της κατάστασης, όμως το ηθικό τους ήταν ακμαιότατο. Άλλωστε η επιφυλακή των προηγούμενων ημερών κάτι άσχημο προμήνυε.
Ο Νικηφόρος πήγε στο σχολείο του. Όμως όχι για μάθημα. Έπρεπε να βρει λόγια απλά, να καταλάβουν τα παιδιά την περιπέτεια που πρόκειται να περάσει η πατρίδα μας. Να τους δώσει θάρρος. Να τους ανακοινώσει πως το σχολείο θα κλείσει μέχρι νεωτέρας διαταγής και να τους εξηγήσει το γιατί.
Τα παιδιά στην αρχή χάρηκαν. Ο Μανολάκης, μαθητής της Τετάρτης τάξης, απόφοιτος δημοτικού[1] ρώτησε σχεδόν χτυπώντας παλαμάκια: «Κύριε, δεν θα γράψουμε διαγώνισμα στην Αριθμητική;»
«Όχι σήμερα, Μανολάκη, μόλις ανοίξουμε ξανά θα το κάνουμε. Ως τότε, να μάθεις καλά την προπαίδεια για να κάνεις με ευκολία τους πολλαπλασιασμούς και τις διαιρέσεις».
«Ζήτω! Θα πάω με τον παππού μου στα πρόβατα! Εκεί θα τη λέω και θα τη μάθω νερό!».
«Πηγαίνετε τώρα στα σπίτια σας! Να ακούτε τους γονείς σας και να προσέχετε. Πρώτα ο Θεός… το σχολείο κι εγώ θα σας περιμένουμε σύντομα!».
«Κύριε, ο θείος μου είναι φαντάρος, δεν θα αφήσει κανέναν μακαρονά να περάσει», είπε καμαρωτά ο Δημόκριτος».
«Έτσι μπράβο, Δημόκριτε», είπε και χαμογέλασε ενθαρρυντικά.
Οι εφημερίδες την επόμενη μέρα, Τρίτη, έφεραν τη μεγάλη είδηση και στην Κρήτη. Η κήρυξη του πολέμου με το ιστορικό «ΟΧΙ», δέσποσε και γέμισε τις στήλες των σελίδων, όπως και ανακοινώσεις για τη επιστράτευση των εφέδρων.
Από το πρωί της Δευτέρας που δόθηκε το τηλεγράφημα σ’ όλα τα ραδιόφωνα της εποχής να διαβαστεί και να ακουστεί: Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από της 5ης και 30΄ πρωινής της σήμερον ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται επί του πάτριου εδάφους, κανείς χωριανός δεν έλειπε από το καφενείο του Παπαγιωργή.
Εκεί ήταν κι ο παπα-Αντώνης, όταν έφτασε κι ο Νικηφόρος.
«Καλώς τον Νικηφόρο μου, έλα παιδί μου. Δεν έχει ο κόσμος ραδιόφωνα στο σπίτι του και μαζευτήκαμε επαέ, να δούμε ίντα γίνεται», του εξήγησε αγκαλιάζοντάς τον συγκινημένος.
Όλοι κρεμάστηκαν από τα χείλη του. Είδαν τις εφημερίδες στη μασχάλη του και χαμήλωσαν το ραδιόφωνο για να τον ακούσουν. Ο Νικηφόρος τους έδειξε το πρωτοσέλιδο των εφημερίδων. Όλες με χοντρά κεφαλαία γράμματα είχαν την έναρξη του πολέμου. Άνοιξε την καθημερινή:
Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΠΟ ΧΘΕΣ ΕΙΣ ΕΜΠΟΛΕΜΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ. ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΣΥΣΣΩΜΟΝ, ΜΝΗΜΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ ΤΟΥ, ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ… και πιο κάτω εξηγεί τους λόγους. Στις 3 τα ξημερώματα ο Ιταλός πρέσβης Γκράτσι αυτοπροσώπως πήγε στο σπίτι του Μεταξά το τελεσίγραφο.
«Alors, c’est la guerre»[2]. Είναι γραμμένος και ο χαιρετισμός του αρχηγού της κυβέρνησης προς τον Στρατό ξηράς, θαλάσσης και αέρος», αφήνω εδώ τις εφημερίδες, να διαβάσει όποιος θέλει».
«Δάσκαλε, τι λες; θα τα καταφέρουμε ή θα έρθουν να μας βρουν εδώ να πίνουμε ρακές», είπε ένα γεροντάκι διπλωμένο στη μέση από ρευματοειδή σπονδυλαρθρίτιδα.
«Κούφια να ’ναι η ώρα που σ’ ακούει, γερογκαντέμο. Αν φοβάσαι, λούφαξε στο σπιτικό σου, μα τα κοπέλια μας δεν θα αφήσουν τους εισβολείς να πατήσουν στην Ελλάδα», είπε γενναιόψυχα ο καφετζής.
Στο σπίτι του παπά όλοι ήταν στην τσίτα. Δεν είχαν τον ενθουσιασμό των ανδρών στο καφενείο. Η κυρα-Ειρήνη η παπαδιά υποψιαζόταν την επιστράτευση του Νικηφόρου και έτρεμε το φυλλοκάρδι της. «Ο πόλεμος μόνο κακά φέρνει, δυστυχία, πόνο, θάνατο. Ξέρω πως είναι αναγκαίο κακό να πολεμήσουμε, όμως πώς θα αντέξω και τα δυο παλικάρια μου στα πυρά του εχθρού;» έλεγε και ρυάκια κυλούσαν τα δάκρυα στα μάτια της.
Τα κορίτσια κάθονταν αποσβολωμένα. Άκουγαν την κουβέντα της θείας και της μάνας, άλαλες. Ένιωθαν πως όλα οδεύουν σε έναν δρόμο θανάτου, αισθάνονταν πως τινάζονταν στον αέρα τα όνειρά τους και ότι θα χάνονταν πολλά παλικάρια.
«Δεν νομίζω να επιστρατεύσουν και τον Νικηφόρο. Δεν θα επιτραπεί, δύο παιδιά από το ίδιο σπίτι στο στρατό», έλεγε η θεία την ώρα που έμπαινε στο σπίτι ο Νικηφόρος.
«Μάνα, θεία, τι κάνει η οικογένεια;»
«Γιε μου, παλικάρι μου, ήρθες; Δεν είσαι στο σχολείο;» είπε η μάνα και κρεμάστηκε στους ώμους του.
«Έχουμε προσωρινή διακοπή, μέχρι νεωτέρας, μάνα».
«Παιδί μου, μη φύγεις κι εσύ για του χάρου τα δόντια, ας προσεύχομαι και να τρέμω μόνο για τον Αγγελή μας».
«Μη φοβάσαι, καμιά σας μη φοβάται. Τι άντρες είμαστε; Στους μαθητές μου διδάσκω: πάνω απ’ όλα η πατρίδα! Αν δεν είμαστε ελεύθεροι, δεν θα έχουμε ούτε οικογένεια ούτε ζωή. Αν δεν τους διώξουμε, θα έρθουν εδώ πάνω στο κεφάλι μας. Μάνα, αν γίνει επιστράτευση, θα πάω κι εγώ. Θα είμαι κοντά στον Αγγελή! Θα τους νικήσουμε γρήγορα και θα γυρίσουμε περήφανοι που κάναμε το καθήκον μας. Θα καμαρώνεις και δεν θα ντρέπεσαι για μας».
«Τι λες, Νικηφόρε, όλοι θα φύγετε; Εσύ χρειάζεσαι εδώ, στο σχολείο», είπε η Μαρία με πόνο κι αγανάκτηση.
«Καρδιά μου, ηρεμήστε. Τώρα πρέπει να υπερασπιστούμε τον τόπο μας, Προσεύχεστε και προσέχετε τους γονείς μας. Αυτό πρέπει να κάνετε. Μαρία, μην κρεμάσεις στον κόκορα τα μαθήματα. Ευκαιρία να προετοιμαστείς για τις εξετάσεις σου, σύντομα θα επαναλειτουργήσουν τα σχολεία», είπε με ψεύτικη ψυχραιμία.
Την επομένη το πρωί ο Κωνσταντής, ο χωροφύλακας, έφερε προσωπική εντολή στον Νικηφόρο, που τον καλούσε να παρουσιαστεί εντός πέντε ημερών στην V Μεραρχία, στο V Σύνταγμα Πυροβολικού στη Σούδα, όπου είχε υπηρετήσει.
«Με τη νίκη, Νικηφόρε μου», είπε και έσφιξαν τις παλάμες τους με σθένος και περηφάνια.
«Θα νικήσουμε! Ρεζίλι θα γίνουν οι μακαρονάδες», απάντησε με παλικαρίσια φωνή. Αμέσως μετά, ο Κωνσταντής πήγε στο καφενείο του Παπαδογιωργή για να τοιχοκολλήσει πίνακα επιστρατεύσεως με τα ονόματα πέντε συγχωριανών τους. Παράλληλα, εξήγησε στους χωρικούς που αναψοκοκκινισμένοι συλλάβιζαν τα ονόματα του πίνακα, πως θα επιστρατευτούν αν χρειαστεί, άνδρες, γυναίκες, ζώα, μουλάρια, άλογα και γαϊδούρια και πρέπει να τα καλοταΐζουν ως τότε.
Επικράτησε αφωνία. Συνδαύλιζαν στο μυαλό την ανάγκη θάρρους και δύναμης, να αντέξουν στις αλλαγές που έρχονται στη ζωή. Κοίταξε ο ένας τον άλλον με διάχυτες σκέψεις.
«Θα τους ξεσκίσουμε», είπε χτυπώντας πεισματικά τη γροθιά του ένα παλικάρι, που ήταν τ’ όνομά του στον πίνακα. Ένας παππούς λεβέντης έκανε μια ρουφηξιά τον καυτό καφέ που μόλις είχε ακουμπήσει ο καφετζής στο τραπεζάκι του και δεν ένιωσε κάψιμο. Πετάχτηκε επάνω και είπε κάνοντας δυο ζάλα έξω από την καρέκλα του: «Με την ευχή μας παλικάρια, πάω να πω τα νέα στον εγγονό μου τον Αγησίλαο. Είκοσι μέρες είναι που απολύθηκε και τον καλούν πίσω. Θα τον περιμένω νικητή κι ύστερα, ας φύγω», είπε δείχνοντας ψηλά. Έτριζαν τα γυαλισμένα του στιβάνια φεύγοντας με βήμα γρήγορο και ίσιο κορμί, όπως είχαν να τον δουν χρόνια πριν, αφήνοντας το μπαστούνι του στο καφενείο.
Σε μια ώρα περίπου τα παλικάρια του χωριού που τα ονόματά τους ήταν στον πίνακα μαζεύτηκαν από τα χωράφια που όργωναν και τις πλαγιές που έβοσκαν τα πρόβατά τους. Έσμιξαν στην πλατεία εκεί στο καφενείο του Παπαδογιωργή. Έδωσε θάρρος και δύναμη ο ένας στον άλλο.
«Έτοιμοι»; βροντοφώναξε ο Νικηφόρος.
«Έτοιμοι, πανέτοιμοι», φώναξαν όλοι μαζί και ήπιαν τη ρακή που τους κέρασε ο Αρχοντομανόλης, ο κοινοτάρχης.
«Στην υγειά σας, λεβέντες μου! Όλοι με το καλό και γρήγορα στο χωριό μας, στις δουλειές σας», ευχήθηκε ο καφετζής που τις σέρβιρε.
«Στην υγειά σας, παλικάρια», ευχήθηκαν όλοι οι παρευρισκόμενοι με μια φωνή.
Ο παπα-Αντώνης διάβασε την παράκληση της Παναγίας, ύστερα πήρε τα σταυρουδάκια που είχαν απομείνει από τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού και τα μοίρασε στους νέους που έφευγαν για το μέτωπο.
«Θα τα έχετε πάντα επάνω σας να σας προστατεύει, παιδιά μου. Εγώ από δω θα κάνω το καθήκον μου για σας κάθε μέρα», είπε και τους τα κρέμασε στο λαιμό περασμένα σ’ ένα μαύρο κομποσκοίνι. Έδωσε και μια χάρτινη εικόνα της Παναγίας που έγραφε με χοντρά γράμματα «Η ΚΕΡΑ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ».
Την παραμονή του φευγιού τους όλο το χωριό ήταν στο πόδι. Ετοίμασαν αποχαιρετιστήριο γλέντι που έμοιαζε με πανηγύρι μεγάλης γιορτής. Ήθελαν να τιμήσουν, να ενθαρρύνουν και να κατευοδώσουν με χαρά τα παλικάρια τους. Το κρέας ήταν προσφορά των κτηνοτρόφων του χωριού. Το κρασί, το καλύτερο του τόπου, ήταν προσφορά του μπαρμπα-Μήτσου, ο οποίος εκτός από καλός γανωτής, είχε και τα καλύτερα αμπέλια στην περιοχή. Τα υπόλοιπα, οι μανάδες και οι συγγενείς των επιστρατευμένων.
Ο παπα-Αντώνης από νωρίς έκανε παράκληση και ευλόγησε αυτούς που έφευγαν αλλά και αυτούς που ήδη ήταν στο στρατό.
Είναι αξιοπερίεργο πόσο ξαφνικά άδειασε η σκέψη από όνειρα κι ανεμελιά και φούντωσε πάθος κι ενθουσιασμός, λες και πήγαιναν να λάβουν μέρος σε μεγάλη πανελλήνια γιορτή. Σάστισαν οι δικοί τους, μπουρδουκλώνονταν στον λογισμό τους φόβοι, τρόμος, σκοτωμοί, πείνα, κρύο, αιχμαλωσίες, σκλαβιά, μα και νίκες, λευτεριά, λύτρωση. Το πισωγύρισμα της ζωής και τη φρίκη του πολέμου έπρεπε να τα καλύψουν με ψυχραιμία και να δώσουν θάρρος στα παιδιά τους την ώρα αυτή, ας τους τρόμαζε η σκιά του πολέμου.
Δυόμισι μήνες είχαν περάσει που βυθίστηκε το Έλλη για να ξεθυμάνει το κακό. Τώρα τους καλούσε το καθήκον, ο αγώνας! Κατακτητής να μην πατήσει τη γη μας! Το ραδιόφωνο με πολεμικά εμβατήρια διέγειρε τον πατριωτισμό και τη γενναιοψυχία όλων των Ελλήνων. Ο Παπαδογιωργής φώναξε τη γυναίκα του να φέρει τη σημαία, που είχαν αγοράσει για τις 25 του Μάρτη, να τη βάλει ψηλά στο μπαλκόνι.
Στο σπίτι της Ηλέκτρας δεν πρόλαβαν να χαρούν τον ερχομό του Μιχάλη και ήρθε η επιστράτευσή του. Το χέρι του μόλις πρόλαβε να γίνει καλά κι έπρεπε ξανά να ακούσει τη φωνή της πατρίδας. Μέσα του ξύπνησε η φλόγα της εκδίκησης, γιατί – όσο κι αν έκρυβε καλά το μυστικό ο Μεταξάς – η έρευνα που διενήργησαν οι δύτες του πολεμικού Ναυτικού έδειξε ότι οι τορπίλες που το κτύπησαν ανήκαν σε ιταλικό υποβρύχιο. Το πόρισμα βέβαια δεν είχε δημοσιοποιηθεί, αλλά ο Μιχάλης το ήξερε. Η γη γύρισε γύρω του, ζαλίστηκε. Αισθάνθηκε πάλι κομμάτια γης, συντρίμμια του πλοίου πάνω του. Ένιωσε το χέρι του να παραλύει, τους συντρόφους του να βυθίζονται, να χάνονται. Οκτώ ναύτες, και οι οκτώ φίλοι διαλεκτοί στο Έλλη, έχασαν τη ζωή τους παλεύοντας με τον χάρο και το νερό. Όσο νοσηλευόταν στο καταδρομικό Έσπερος, έμαθε τον θάνατο των εννέα μελών του πληρώματος. Δυο κελευστές, ένας υποκελευστής και έξι ναύτες βρέθηκαν εκεί που έπεσε του χάρου το δόρυ, η τρίτη τορπίλη. Μαζί με είκοσι τρεις ακόμη τραυματίες του πλοίου, που σκορπισμένοι με φοβερές κακώσεις σε πρόχειρα οργανωμένα νοσοκομεία, ζούσε καθημερινά τον εφιάλτη αυτής της ιστορικής τραγωδίας.
Ένας ένας, σαν σκιές θαμμένες, με βλέμματα τρόμου περνούσαν από το θολωμένο του μυαλό. Εικόνες από πύρινες φλόγες, πνιγμένες σε μαύρο καπνό, που ξεπηδούσαν με εκκωφαντικό θόρυβο από τα σωθικά του πλοίου τού έπαιρναν τ’ αυτιά. Κάρφωνε θολό το βλέμμα στο κενό, σπάραζε από θλίψη όταν πλανιόνταν στον νου του οι όμορφες στιγμές, οι αγωνίες και τα όνειρα που μελετούσαν στις κουβέντες τους. Ο Γρίβας κι ο Τομαράς ήταν οι κολλητοί του φίλοι που χάθηκαν, ενώ το προηγούμενο βράδυ, εκεί στην ξαγρύπνια τους, έπλαθαν όνειρα. Θα απολύονταν και οι τρεις σε λίγες μέρες. Ένιωσε ντροπή που εκείνος ζούσε χωρίς αυτούς. Του φάνηκε πως άκουσε τη φωνή τους: «Ήρθε η ώρα!». Ήταν η φωνή της συνείδησης. Η πιο δυνατή φωνή στον άνθρωπο.
Και η ώρα ήρθε! Δεν περίμενε ούτε στιγμή. Την άλλη μέρα το πρωί γύρισε στη Μονάδα του. Εκεί που τον καλούσε το καθήκον. Από εκεί το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού θα ορίσει σε ποιο πολεμικό πλοίο θα δώσει το παρόν με όλη τη δύναμη της ψυχής του.
«Εχθρός στη χώρα να μην μπει, θάνατο μην σκορπίσει! Τα τέρατα νομίζουν πως είναι αήττητα. Έχω χρέος, πατέρα, κάθε βράδυ βλέπω στον ύπνο μου τους συντρόφους μου. Είναι άνανδρο, άτιμο να είμαι εδώ άπραγος με τον φόβο του Ιταλού, που αδίστακτα αφαίρεσαν τη ζωή τους και βύθισαν ένα γενναίο καράβι μας».
«Ο Θεός μαζί σου λεβέντη μου! Η ευχή μου θα σε προστατεύει και οι προσευχές της μάνας σου».
Η κυρα-Αργυρώ πνιγμένη στο κλάμα, τον αποχαιρέτησε βουβά, περνώντας στο λαιμό φυλακτό ραμμένο σ’ ένα κομποσκοίνι.
«Να προσέχεις, αδερφέ, κάθε μέρα να μας γράφεις», έλεγε γαντζωμένη στον λαιμό του η Ηλέκτρα, που στον λογισμό της, σαν ανεμοθύελλα περνούσε η μορφή του να παλεύει με τα κύματα και τις εχθρικές τορπίλες, και του Αγγελή, φορτωμένος άρματα να βαδίζει με κομμένη την ανάσα μέσα στις χιονισμένες βουνοκορφές της Πίνδου…
[1] Μέχρι τότε το δημοτικό είχε τέσσερεις τάξεις, το Γυμνάσιο έξι και το Λύκειο δύο τάξεις.
[2] Έχουμε πόλεμο.
Μαρία Καμηλάκη Μανογιαννάκη – Εκεί όπου οι στάχτες ανθίζουν – ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ
