Φρούλη Κορφιάτου – Ιστορίες από την Αλεξάνδρεια – Το πέταγμα των χαρταετών

Απόσπασμα από το βιβλίο της Φρούλης Κορφιάτου «Ιστορίες από τη ελληνική κοινότητα Αλεξανδρείας στην Αίγυπτο», Εκδόσεις Ραδάμανθυς. Επιμέλεια: Μαιριλή Κορφιάτη

ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΧΑΡΤΑΕΤΩΝ

Αλεξάνδρεια, 1939

Η Λιλίκα είχε πολύ σουξέ στα νιάτα της. Ήτανε γλυκιά και τα σκούρα καστανά μαλλιά της τα έφτιαχνε μακριές μπούκλες, που της έπαιρναν τον περισσότερο χρόνο της ημέρας. Επειδή το κλίμα της Αλεξάνδρειας ήτανε εύκρατο, τον πιο πολύ καιρό ο παιδόκοσμος και η νεολαία τον περνούσε πάνω στην ταράτσα παίζοντας και φλερτάροντας. Συχνά πυκνά ανέβαινε και η Λιλίκα στην ταράτσα, να δώσει το παρόν της, μια και ήξερε πόσο γλυκιά ήτανε και πόση αναταραχή έφερνε στα ερωτικά βλέμματα των νεαρών.

Σε μια αντικρινή ταράτσα, λίγο πιο πέρα από τη δικιά μας, ήταν ο Στάθης, ο λεβέντης, τελειόφοιτος του Αβερώφειου Γυμνασίου και της Εμπορικής Σχολής του Γαλλικού Λυκείου, που ήταν τρελά ερωτευμένος με τη Λιλίκα μας. Έστω και από μακριά, ο Στάθης κατάφερε να τραβήξει την προσοχή της Λιλίκας και να της δώσει να καταλάβει ότι ήτανε ερωτευμένος. Η Λιλίκα, όμως, αν και αυτό την κολάκευε, έδειχνε αδιάφορη. Ο πατέρας του ήταν χονδρέμπορος κάρβουνων και γι’ αυτό του έδωσαν, κακώς, το όνομα «ο Καρβουνιάρης», τη γυναίκα του την έλεγαν «Καρβουνιάρισσα» και τα παιδιά του «του Καρβουνιάρη τα παιδιά». Καταγόταν από το Καστελόριζο. Ήταν ένας φλογερός μελαχρινός νέος, έπαιζε μαντολίνο πολύ ωραία κι ήτανε πάντα κομψά ντυμένος. Πάντως, η Λιλίκα δεν ανταποκρινόταν στο αίσθημά του, ίσως γιατί ο Στάθης δεν ήτανε «το πριγκιπόπουλο πάνω στ’ άσπρο άτι».

Μια μέρα, πάνω στην ταράτσα φάνηκε ο Στάθης μαζί μ’ έναν ξάδερφό του, τον Αποστόλη. Κρατούσε μια πελώρια ταγιάρα (χαρταετό) με την ελληνική σημαία και μια φουντωτή μακριά ουρά με μπλε και άσπρες φούντες όπως και τα σκουλαρίκια της. Ο Αποστόλης ήρθε να τον βοηθήσει να την πετάξουν. Ευτυχώς, ο άνεμος ήτανε ευνοϊκός και η ελληνική σημαία άρχισε να υψώνεται στον ουρανό αφήνοντας πίσω της ένα ευχάριστο θρόισμα, που έκαμναν τα σκουλαρίκια και η ουρά της. Ο Στάθης με τον Αποστόλη προσπαθούσαν απεγνωσμένα να κατευθύνουν την ταγιάρα πάνω από την ταράτσα του σπιτιού μας. Μοχθούσαν, έσπρωχναν και τίναζαν τον σπάγκο, ώστε ύστερα από μια ώρα περίπου, με πολύ κόπο, κατάφεραν και η γαλανόλευκη ταγιάρα στάθηκε πάνω από τα κεφάλια μας.

Το γεγονός αυτό το πληροφορηθήκανε τόσο οι υπόλοιποι Έλληνες της συνοικίας, όσο κι οι Ιταλοί και οι Μαλτέζοι, οι οποίοι ήτανε φίλοι, ως καθολικοί, που πήγαιναν οι περισσότεροι στην Ιταλική Σχολή, ώστε γέμισαν οι ταράτσες από Έλληνες, Ιταλούς και Μαλτέζους. Το ζήτημα ήτανε πλέον εθνικό. Κάθε λίγο και λιγάκι ακουγόταν από τις ταράτσες γύρω «Ζήτω η Ελλάς» και ο Εθνικός μας Ύμνος. Όποτε η ταγιάρα του Στάθη ανέβαινε ψηλά, όλοι οι Έλληνες χειροκροτούσαν με πατριωτικό παλμό.

Εγώ με τ’ άλλα ελληνόπουλα φουσκώναμε από εθνική υπερηφάνεια. Οι Ιταλοί ήτανε χλωμοί με σφιγμένα χείλη και δεν ήξεραν πού να κρυφτούν. Λες και το πέταγμα της γαλανόλευκης ταγιάρας τούς έκανε να αισθάνονται ταπεινωμένοι.

Πριν μουχρώσει, ανέβηκε κι ο Νίνο. Εγώ, παρόλο που ήμουν «ταρατσόβια», τον έβλεπα για πρώτη φορά από κοντά. Ήτανε κοντός μελαχρινός με ίσια μαύρα «ταγκό» μαλλιά λουσμένα σε ακριβή μπριγιαντίνη, που ανέδιδε ένα μεθυστικό άρωμα λεβάντας. Φορούσε μια πεντακάθαρη άσπρη σπορ φανέλα χωρίς πουκάμισο, μαύρο παντελόνι και παπούτσια μυτερά από μαύρο καστόρι, που δεν είχαν κορδόνια, αλλά έμπαιναν εύκολα στο πόδι από δύο φαρδιά λάστιχα στα δυο πλαϊνά του κάθε παπουτσιού.

Αυτά τα παπούτσια ήτανε της μόδας, τα λέγανε «Σταμπούλι», δηλαδή από την Κωνσταντινούπολη, και εκτός από τους μόρτες, τους κατ’ επάγγελμα εραστές και τους μαφιόζους σαν τον Νίνο και τους συντρόφους του, κανένας σοβαρός άνδρας δεν τολμούσε να τα φορέσει.

Περπάτησε με μικρά και προσεκτικά βήματα (το γνωστό βάδισμα των Ιταλών μαφιόζων), ύφος γεμάτο περιφρόνηση, έκοψε γρήγορα με τα σπιθοβόλα μικρά μάτια του την κίνηση της γαλανόλευκης του Στάθη. Την κοίταξε επίμονα, τη μελέτησε κι ύστερα, χωρίς ν’ απευθύνει τον λόγο σε κανένα ούτε να ρίξει ένα βλέμμα γύρω του, σιωπηλός και ωχρός, το τσιγάρο κρεμασμένο απ’ τα χείλη του, έφυγε με μικρά προσεκτικά βήματα, που έκαμναν πάντα τα ποδαράκια του με τα μικρά μαύρα καστορένια «σταμπούλι» παπούτσια.

Οι φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν, γιατί ο Νίνο είχε μιαν αδελφή τίμια και χαμηλοβλεπούσα, μικροπαντρεμένη με τρία μικρά παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι κι ένα στη φουσκωμένη της κοιλιά της. Από τα ανίψια του Νίνο μάθαμε ότι κατασκεύαζαν μια ταγιάρα πολύ πιο μεγάλη από αυτή του Στάθη κι ήτανε στα χρώματα της ιταλικής σημαίας. Όλοι οι μαφιόζοι Σικελιανοί και Ναπολιτάνοι ήρθανε να βοηθήσουν. Φέρανε κι έναν μαραγκό Μαλτέζο που έφτιαξε άψογα τον σκελετό της πελώριας ταγιάρας. Αντί για σπάγκο χρησιμοποίησαν λέντζα, δυνατό κι αθάνατο υλικό πρώτης ποιότητας.

Ύστερα από τρεις μέρες πυρετώδους δουλειάς, κατά το απόγευμα στις έξι η ώρα άνοιξε η πόρτα του σπιτιού του Νίνου και δύο υποτακτικοί του κρατούσανε μια πελώρια ταγιάρα ιταλική σημαία, που δύσκολα έβγαινε από την ορθάνοικτη πόρτα του διαμερίσματος. Ακουγότανε η φωνή του Νίνο, που συνέχεια έλεγε «piano-piano» (σιγά σιγά), «προσοχή στην ουρά, μην πατάτε τον σπάγκο, ανεβαίνετε τη σκάλα με τον ίδιο ρυθμό, θα σας σκοτώσω, αν έστω κι ένα φουντάκι από την ουρά της ταγιάρας μου σκιστεί ή κοπεί».

Οι μαφιόζοι υποτακτικοί τρομοκρατημένοι και με δέος ανέβαζαν την ταγιάρα, μέχρι που φτάσανε στην πόρτα της ταράτσας. Εκεί ακούστηκε η άγρια βραχνή φωνή του Νίνο: «Σταματήστε!».

Η πόρτα ήταν μικρή και η ταγιάρα δε χωρούσε να περάσει. Ένας μαφιόζος με χαμηλή φωνή, δουλοπρεπής, πρότεινε στον Νίνο να ξηλώσουν την πόρτα, μήπως μπορέσει η ταγιάρα να περάσει. Ο Νίνο κτύπησε βλοσυρά την πόρτα τσαντισμένος, που του χάλαγε τη δουλειά, και συγκαταβατικά είπε «proviamo» (ας δοκιμάσουμε). Όρμησαν δύο άλλοι μαφιόζοι και στο πίτσι φιτίλι την ξήλωσαν, για να δώσει ο Νίνο την άδεια να προχωρήσουν.

Πολύ έντεχνα και προσεκτικά τα δύο τσιράκια κατάφεραν και περάσανε την ταγιάρα από την πόρτα με χίλιες δυσκολίες και χτυποκάρδια. Μόλις εμφανίστηκε η ταγιάρα, ακούστηκε ένας αλαλαγμός από την ταράτσα μας και τις άλλες γύρω και αμέσως μετά το «Viva Italia, Vinceremo» (Ζήτω η Ιταλία, θα νικήσουμε). Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, πολλά τραγούδια του Εθνικού Ιταλικού Ύμνου κι όταν φάνηκε ο Νίνο, άρχισαν να φωνάζουν: «Viva Nino, Viva Sicilia, Viva Italia!».

Ο Νίνο δεν περίμενε ακριβώς αυτόν τον πανζουρλισμό, σοκαρίστηκε, και μετά, πάντα με τα μικρά του τα βήματα, σήκωνε το χέρι του γυρίζοντας το σώμα του στις γύρω ταράτσες.

Οι Έλληνες βουβάθηκαν. Ο Στάθης έκανε ίσως ένα λάθος. Εκείνη τη στιγμή άρχισε με τον Αποστόλη να πετάνε την ταγιάρα τους. Ακούστηκαν ομόφωνα γιούχα και βρισιές «Abbasso la Grecia» (Κάτω η Ελλάδα). Ε! Τότε, συνεννοημένοι όλοι οι Έλληνες από τις γύρω ταράτσες άρχισαν να χειροκροτούν και να ζητωκραυγάζουν στη θέα της ελληνικής ταγιάρας. Τότε, φύσηξε ένα αεράκι κι άρχισε ο Νίνο την προσπάθεια μόνος του να ανυψώσει τον γίγαντά του, που σταθερά, βουερά κι εύστοχα ανέβαινε στον ουρανό.

Δυο τρεις από τους μαφιόζους προσφερθήκανε να τον βοηθήσουν. Αυτός αγέρωχος και υπερόπτης, κρατούσε τη λέντζα σταθερά κι άνετα μες στα χέρια του. Ήταν φως φανάρι ότι κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες, για να συγκρατήσει τον ιπτάμενο κολοσσό. Κάποια στιγμή, η ταγιάρα σταθεροποιήθηκε στον ουρανό και στους μεν Ιταλούς μετέδωσε ένα αίσθημα μεγαλείου, αλλά σε μας, τους Έλληνες, μία διάχυτη ηττοπάθεια.

Ο Στάθης με τον Αποστόλη πετούσαν την ελληνική ταγιάρα — μέχρι την προηγούμενη μέρα γέμιζε τις ψυχές των Ελλήνων υπερηφάνεια και εθνική αγαλλίαση — σήμερα μισοκακόμοιρη πετούσε σαν ένα ανόητο θηλυκό, που μόνο βλακείες μπορούσε να κάμει.

Ο Νίνο κοίταξε επίμονα τον Στάθη και δεν κατέβασε το βλέμμα του παρά μόνο όταν ο Στάθης τον κοίταξε κι αυτός. Και τότε σήκωσε το χέρι και του έκανε μια χειρονομία που έλεγε «αύριο θα συναντηθούμε». Φώναξε έναν Τζιοβάνι, τεραστίων διαστάσεων, του ’δωσε τη λέντζα της ταγιάρας και σταυρώνοντας τα δυο του μπράτσα έκανε ακόμα μια φορά νόημα με το ένα του χέρι «αύριο». Δηλαδή, έλεγε στον Στάθη αύριο να ετοιμαστεί για «αμπάριζα». Αυτή η λέξη στη γλώσσα της ταγιάρας σήμαινε ότι οι δύο αντίπαλοι, ο Στάθης με την ελληνική σημαία κι ο Νίνο με την ιταλική σημαία, θα συμπλεκόντουσαν σταυρώνοντας τους σπάγκους τους και σε μια δεδομένη στιγμή θ’ άρχιζαν και οι δύο γρήγορα να κατεβάζουν τις ταγιάρες. Ο πιο γρήγορος κατεβάζει στην ταράτσα του την ταγιάρα του αντιπάλου κι αυτός, τελικά, είναι ο νικητής. Η άλλη μέρα ξημέρωσε και όλοι στην περιοχή δε συζητούσανε τίποτα άλλο παρά την αμπάριζα με την ελληνική και την ιταλική ταγιάρα.

Πριν τον πόλεμο υπήρχαν 135 χιλιάδες Έλληνες στην Αλεξάνδρεια και μόνο 50.000 Ιταλοί και κάμποσοι Μαλτέζοι. Ο δικτάτορας Μουσολίνι είχε κτίσει ένα υπέρμοντέρνο σχολείο με πισίνα και η φοίτηση ήτανε δωρεάν για όποιο παιδί το επιθυμούσε. Εκτός απ’ το «Littorio», ήτανε το «Don Bosco», Σχολείο Αρρένων, το «Scuola Italiana», Δημοτικό και Εξατάξιο Γυμνάσιο γι’ αγόρια και κορίτσια κι ένα Σχολείο Καλογραίων για κορίτσια, «Le Suore Francescane». Υπήρχανε πολλές καθολικές εκκλησίες, αλλά η πιο σπουδαία ήτανε της «Santa Katerina», στην οποία πηγαίναμε συχνά με την Ελένη, την άλλη αδελφή μου. Μας πήγαινε η Λιλίκα ή ο Γιώργος, τα μεγαλύτερά μας αδέλφια, για να δούμε μια βαλσαμωμένη Αγία, τη «Santa Sabina». Εντύπωση μας έκαναν τα χρυσοκεντημένα φορέματά της και το φανταχτερό χρωματιστό κουβούκλιο όλο τζάμια. Όσο για τους Έλληνες, είχανε σχολεία, νοσοκομεία, γηροκομεία, φρενοκομεία, ορφανοτροφεία, λαϊκά συσσίτια, τη λέσχη «Αισχύλος Αρίων» και τόσα άλλα, που χρειάζεται ένα ειδικό βιβλίο για την περιγραφή τους.

Βιβλίο με τίτλο "Ιστορίες από την Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας στην Αίγυπτο", συγγραφέας Φρουλή Κορφιάτου
Φρούλη Κορφιάτου – Ιστορίες από την Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας

Σχολιάστε